[Mojgan Abolhassani , Ocean Of Love]

 

 

Να βούλιαζα στα χέρια σου
με όλα τα βαρίδια μου
να έληγα στην άμμο
σ αυτά σ αυτά
τα μαξιλάρια του βυθού
τα ριγωμένα
να ‘γερνα επάνω
ωσάν θαλαμηγού
να ξύπναγα
κάθε φορά κι αλλού
να χάιδευα αστερίες σου
τα βρύα, τον ιχθύ
τα φύκια, τα σφουγγάρια,
να κράταγα ενός λεπτού
ανάσα κάθε τόσο

εγώ να ξέρεις
θα σε σώσω.

*

Σε πιάνω,
ολόγυμνε πρώτου νερού,
ανθημελή νεόμυρε,
χυλωμένε γλώττιε,
έρωτά μου εξάψωλε,
στο πλατύ σου αλίσκομαι
σεντονόπανο λυγμών
ποθοπλάνταχτων,
μάτι ορύγμιο δράσκελο,
με μάησες,
επί κρανίου χιμάμενος,
ρίχτι περίκορμο
καθεθείης, χνουδύπερε,
με φλογανθούς να παίξω.

*

Tείχος γερό μου θάλασσα
το παραμέσα μου π’αφήνεις αθώρητο, άσπιλο, απαράβατο
που αιχμές δοράτων περιβάλλεις φρούριων κυμάτων στον κίνδυνο
εισβολής στα αγνότερα
όπου βαδίζουν οι καθαρότεροι ανάλαφροι πταισμάτων αιθέριοι
ουρανοπόροι καλλιεργητές κήπων απρόσβλητων γνήσιας ομορφιάς
να κουρνιάζουν τα πουλιά μας ποιήματα φουσκωμένα πούπουλα
αγάπης γεμάτα κόσμους
ανέσπερη δοξαστική χαρά που φτάνει να μας καλοτρέφει,

τείχος γερό μου, βάστα.

*

Νησί υδροπλάνο ,
το πηδάλιό σου χάνω
θαρρώ θα ναυαγήσουμε
στα πυρωμένα μυτερά
βράχια του Αντάρη
και θα μας πάρει
ρεύμα μεταθανάτιο
σε ακτή που μπήγονται
σπόροι των περσιδών .

 

 

*

Ας μην το σώμα μου
ασκί με θάλασσα

ας μη γαλάζια φλόγα

με φύσημα σου ας μην
κυμάτιζε τόσο πολύ

ξεσυρότανε ας μη
χορευτικά σε αμμουδερή

ας μη σε χοχλιδένια
ακτή
τριβεί
θλαστεί

κι απέ με ορμή ας μη
σε βράχο άνοιγε,

τον έκανε κομμάτια.