Ο Γιώργος Σταυριανός είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες – μια αστείρευτη πηγή ευαίσθητων, ατμοσφαιρικών μελωδιών. Αλλά ταυτόχρονα, είναι και ένας εξαιρετικός στιχουργός, ένας δεινός χειριστής του ποιητικού λόγου. Αυτή τη δεύτερη, λιγότερο προβεβλημένη ιδιότητά του έρχεται να φωτίσει το βιβλίο Γιώργος Σταυριανός – Παιδί του ανέμου. Στίχοι και κείμενα σε επιμέλεια Ηρακλή Οικονόμου, που συγκεντρώνει το σύνολο των στιχουργικών δημιουργιών του, συνοψίζοντας μια λαμπρή πορεία τεσσάρων δεκαετιών, από την Έρημη πόλη του 1982 στο Λύκε, λύκε είσαι εδώ; του 2021. Το βιβλίο συνοδεύεται από ανέκδοτους στίχους του δημιουργού, άλλα κείμενά του δοκιμιακού χαρακτήρα και δύο παλαιότερες συνεντεύξεις του, καθώς και από πλούσιο και ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό.

 

`

***

Δεν ήταν όνειρο ( Τ’ αγριοπερίστερα )

Τ’ αγριοπερίστερα
ξύπνησαν κι ύστερα
πέταξαν στ’ άγρια
τα λημέρια του νου.

Γίνηκαν θύμησες,
μού `παν πως γύρισες
κι εγώ γινόμουνα
αητός του βουνού.

Δεν ήταν όνειρο.
Μα, πώς γελάστηκα
κι αποξεχάστηκα
πλάι στο Θεό.

Νύχτες μαγιάτικες,
δρόμοι που διάβηκες
και δρόμους που έκανα,
για να σε βρω.

Φεγγοβολούσανε
και τραγουδούσανε,
καθώς πετούσανε
πλάι στον αητό.

Μα εκείνος άπλωνε
κι όλο μεγάλωνε.
Σε λίγο αγκάλιαζε
τον ουρανό.

Τότε, πώς τρόμαξα!
Και `σένα φώναξα.
Άγριο παιχνίδι
μας παίζ’ η ζωή.

Τ’ αγριοπερίστερα
κούρνιασαν κι ύστερα
ξαναγυρίσανε
στη φυλακή.

Χρώματα, ονόματα,
μάτια και σώματα.
Αγάπες, μίση,
καπνός και φωτιά.

Τόποι ανιστόρητοι,
καρδιά μου αθώρητη.
Ζωή, που χάθηκες
για πάντα πια.

Χρόνια που γνέθουνε,
τη μοίρα πλέκουνε.
Κι εμείς χανόμαστε
σαν τα πουλιά.

Τόποι ανιστόρητοι,
καρδιά μου αθώρητη.
Ζωή, που μου `φυγες
για πάντα πια.

Τόποι ανιστόρητοι,
καρδιά μου αθώρητη.
Ζωή, που μου `φυγες
για πάντα πια.

 

 

 

 

 

**

Ώρες μου χρωματιστές

Είσαι ο κρυφός καημός
αφέντης κι οδηγός
καβαλάρη οργή
μια χαμένη κιβωτός
που πέταξε στο φως
μέσα έχω κλειστεί

Ώρες μου χρωματιστές
σφιγμένες οι γροθιές
του ανέμου γίνομαι η ορμή
και σαρώνω τις σκιές
που μείνανε απ’ το χθες
σπασμένα λάβαρα στη γη

Είσαι πέρα απ’ τη χαρά
μια απάτητη αμμουδιά
σε χρυσό νησί
μακρινή στροφεγγιά
μαγεύεις τη νυχτιά
πάνω από τη γη

Κι η αγάπη σου ξεσπά
χιλιάδες μυστικά
που δεν έχεις πει
τραγουδάνε δυο πουλιά
που μείναν μοναχά
σ’ ανοιχτό κλουβί…

 

**

Λύκε, λύκε είσαι εδώ;

Φυλακισμένη η χαρά μεσ’ τον Παράδεισο
Και η γη μονάχη της να τρέχει μεσ’ την άβυσσο
Έχει γυρίσματα ο καιρός και ας μας γέλασε
Θα πούμε μπόρα ήταν έφυγε και πέρασε

Αναβοσβήνουνε τα φώτα στην Ανάβυσσο
Μα το παιχνίδι ήταν κι είναι πάντα άνισο
Με τον καιρό να τρέχει ολόισια στο χαμό του
Μαζί κι εγώ κι ας μην είμαι στο μερτικό του

Άδεια σπίτια, άδειες πολυθρόνες
Άδεια κι η αγάπη που σιωπά
Και κρυμμένοι σε βαρείς χειμώνες
Οι αστέρες δεν φωτίζουν πια

Κρυμμένο έχω έναν άσσο στο μανίκι μου
Μα εγώ προσμένω την καινούρια καταδίκη μου
Από κριτές και δικαστές που δεν εγνώρισα
Μπορεί και φίλοι να ‘ταν και τους παραγνώρισα

Αραδιασμένη η ζωή μέσα στην κόλαση
Άδικα ψάχνει μεσ’ την έρημο μια όαση
Γύρω καπνοί και αιωρούμενες παγίδες
Και ‘γω να ψάχνω για ανύπαρκτες πατρίδες

Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
Παίρνω τη μαγκούρα μου και σας κυνηγώ
Παραμύθι παιδικό
Μόνο που ο λύκος ήταν πάντα εδώ…

 

**

 

Ελένη

Στάσου στάσου δες τα σφάλματά σου
ο καιρός αρχίζει και μετρά
βιάσου βιάσου κάνε την καρδιά σου
δάσος μεθυσμένο με πουλιά

Δεν είν’ η Ελένη που σε περιμένει
μια ζωή χαμένη τρέχει ολοταχώς
στην πολιορκία πέφτει πάντα η Τροία
βγάλε την τελεία ψάξε για το πώς

Έχεις μάθει μια ζωή στα λάθη
κι η ζωή σε παίζει στα ψηλά
ύψη πάθη και ποιος θα σου μάθει
πως η αγάπη μένει στα γιαπιά

Δεν είν’ η Ελένη που σε περιμένει
μια ζωή χαμένη τρέχει ολοταχώς
στην πολιορκία πέφτει πάντα η Τροία
βγάλε την τελεία ψάξε για το πώς

 

 

**

 

Παντοτινοί φυγάδες

Ο βοριάς μαστιγώνει τα δέντρα
της καρδιάς τα παράθυρα κλειστά
γίνεσαι η χθεσινή κουβέντα
δάκρυ που κύλησε δειλά.

Ο βοριάς μπαίνει απ’ τις χαραμάδες
και τα μάτια του κόσμου είναι κλειστά
είμαστε παντοτινοί φυγάδες
που δεν βρίσκουν πατρίδα πουθενά.

Ο βοριάς πώς απόψε σφυρίζει
το ρολόι του κόσμου δε χτυπά
μοναξιά σαν το νιο που τρεκλίζει
μοναξιά σαν την ώρα που δεν περνά.

Μοναξιά σαν το νιο που τρεκλίζει
μοναξιά σαν τη φλόγα που γερνά.

 

`

******************************************************

«Όσο για τα βασικά μοτίβα της στιχουργικής του Σταυριανού, με διαφορά το κυρίαρχο είναι η μνήμη. Ο Σταυριανός είναι ο κατεξοχήν στιχουργός της θύμησης, της αναπόλησης και της προσκόλλησης, της αδύνατης λήθης. Από πού να ξεκινήσεις και πού να τελειώσεις; «βούρκωσε ο ατμός της μνήμης» και «σαν μνήμες που δεν φτάσανε ποτέ στη γη» και «όλο σε φέρνω κοντά με τη σκέψη» και «ποτάμι ο χρόνος βαθύ και σκοτεινό» και «πόρτες σφαλιστές που ανοίγουνε στο χτες» και «πάσχισα να θυμηθώ» και «ποτέ μη με ξεχνάς» και «μη βλέπεις που σιωπώ σαν γίνονται όλα μνήμη». Ο Σταυριανός επιστρέφει συνεχώς – στο Νανσύ και στο Ρέθυμνο, σε νύχτες μαγιάτικες και στην κρύπτη των αιώνων, σε τόπους ανιστόρητους και σε ξεχασμένες χώρες, στο παλιό παραμύθι και στην παλιά μουσική. Ακόμα και οι τίτλοι των ορχηστρικών του προδίδουν αυτή την έμφαση: Μνήμη, Παιδικό δωμάτιο, Τα όρια του βλέμματος – μελωδίες εμπνευσμένες από ένα βλέμμα στραμμένο σε μια αέναη παιδική ηλικία.

Δεν είναι όμως μονόπλευρα μελαγχολικός ο Σταυριανός. Γιατί για όλες τις «μέρες που φύγαν» υπάρχουν οι «μέρες που θα ’ρθουν» και γιατί εν τέλει η μνήμη δεν καταπνίγει το αίτημα του ονείρου: «πριν ξεχαστούμε μες στη λήθη, τ’ όνειρό σου στείλε μου». Κι εκεί, νομίζω, βρίσκεται η δύναμη του Σταυριανού – στην αντίφασή του, στη διαλεκτική πάλη της μοναξιάς με τον ερχομό σου. Και κάπως έτσι στο τραγούδι του παραμένει «ο δρόμος ανοιχτός, μοιάζει ποταμός» και η αναζήτηση δεν παύει και το παραμύθι του έρωτα αρχινάει ξανά σε φλογισμένα δάση και σε απάτητες αμμουδιές.»

Από την εισαγωγή του Ηρακλή Οικονόμου