Ποιήματα που πατάνε στο φως και  το σκοτάδι, στη ζωη και τον θάνατο

 

Επικρατει η άποψη πως η ποίηση όπως και κάθε δημιουργία, ενέχει στοιχείο θανάτου, και πως συγχρόνως είναι πένθος γι’ αυτο που έχει χαθει. Την άποψη αυτη, είτε την ασπάζεσαι είτε όχι, έρχεται στις μέρες-μας να την επιβεβαιώσει και έντονα να μάς υπενθυμίσει ο ποιητης Γιώργος Μολέσκης με την καινούργια ποιητικη συλλογη-του που τιτλοφορείται Τρία προσωπικα ποιήματα, η οποία εκδόθηκε τον Μάρτιο αυτου του χρόνου απο τις εκδόσεις Βακχικον.

Πρόκειται για μία ποιητικη συλλογηγια την οποία σκόπιμα επεδίωξε ο δημιουργος-της να βρίσκεται ισοζυγισμένη με το φως και το σκοτάδι, τη ζωη και τον θάνατο. Θέλω να τονίσω, πως στην συλλογη αυτη επικρατει μία άτυπη ισοροπία, η οποία επέρχεται απο το φως, δηλαδη τη ζωη, που βρίσκεται στη μία μερια της ζυγαριας, και το σκοτάδι, δηλαδη, τον θάνατο, που βρίσκεται στην άλλη μερια-της. Για να το πω πιο απλα. Ο ποιητης, στη μία άκρη αυτης της συλλογης-του πατα σταθερα πάνω στο χαρμόσυνο φως και στην άλλη άκρη πατα πάνω στο θλιβερο σκοτάδι.

Μπορει ο ποιητης να χαρακτηρίζει «προσωπικα»αυτα τα ποιήματά-του, δηλαδη ιδιωτικα, και όντως έτσι είναι, όμως δεν παύουν να  έχουν καθολικο εκτόπισμα καινα μεταφέρουν μέσα-τους μηνύματα που ενδιαφέρουν όλους τους συνανθρώπους-του. Επιπλέον, ας μην θεωρηθει απο κάποιους πως  πρόκειται για τρία μικρα και απλα ποιήματα. Αντίθετα, είναι τρία σπονδυλωτα, μεγάλα και περιεκτικα ποιήματα που εντος της συλλογης λειτουργουν σαν ενότητες, οι οποίες φέρουν τους εξης ενδεικτικους τίτλους: Μέρες του ήλιου, Ταξιδιωτικος σάκος και  Συνομιλία με τη Νόνα. 

Η κάθε ενότητα ή, καλύτερα, το κάθε ποίημα συγκροτείται απο άλλα μικρότερα μέρη που διαδραματίζουν και αυτα ρόλο ποιήματος, τα οποία ξεχωρίζουν με τη λατινικη αρίθμηση που τους έχει δώσει ο δημιουργος-τους, όπου στο τέλος όλα μαζι  καταλήγουν να έχουν τα χαρακτηριστικα γνωρίσματα και τη μορφη μίας μικρης ποιητικης σύνθεσης. Η πρώτη ενότητα, λοιπον, ή το πρώτο σπουνδυλωτο ποιήμα, υποδιαιρείται σε δέκα μέρη, η δεύτερη σε επτα και η τρίτη (και πιο μεγάλη) σε 23 μέρη.

Έχω, όμως, αποκομίσει τη γενικη διαπίστωση πως όλα τα ποιήματα της συλλογης, δηλαδη και τα 40, είναι εμποτισμένα στο νοηματικο περιεχόμενο και το ήθος που μεταφέρει ο στιβαρος, ο αθάνατος και αξεπέραστος στίχος του Ανδρέα Κάλβου «και με Φως και με Θάνατον ακαταπαύστως», απο την τρίτη Ωδη «Εις θάνατον». Με άλλα λόγια, τα τελευταία ποιήματα του Γ. Μολέσκη είναι και αυταθεμελιωμένα και αναπτυγμένα  πάνω στο θεματικο δίπολο φως-σκοτάδι, ζωη-θάνατος που μεταφέρει και εκπέμπει αυτος ο δυνατος στίχος του Κάλβου, με τα περισσότερα βέβαιανα γέρνουν αποφασιστικα την πλάστιγγα, όπως έχω διαπιστώσει, προς το μέρος του φωτος, σε αυτη τη διαιώνια πάλη που διεξάγει το φως με το σκοτάδι, δηλαδη με τον θάνατο, για να επικρατήσει κάποτε η χαρα και η πρόοδος στη γη, επομένως και στη ζωη όλων των ανθρώπων. Θέλω να υποδείξω πως ο ποιητης, σε αυτα τα ποιήματα, έχει ρίξει μέσα-τους, σε μεγάλες μάλιστα δόσεις, το ζωογόνο φως που μας κατακλύζει και μας ανακρατει στη ζωη, ενωσε κάποια άλλα, δυστυχως, έχει περάσει, γιατι φαίνεται πως ήταν γραμμένο απο τη μοίρα-του, και τον σκοτεινο θάνατο που πρόσφατα τον έχει βαθια σημαδέψει.

 

Τα χρόνια-μου

ένα αδιαχώριστο τοπίο πάνω σ’ ένα αστέρι

που ταξιδεύει

μισο στο φως, μισο στο σκοτάδι.

σ. 13

 

Φρονω, λοιπον, πως δεν προέκυψε τυχαία αυτη η ποιητικη συνεύρεση του Γιώργου Μολέσκη με τον κορυφαίο νεοέλληνα ποιητη, μέσα απο την οποία, όπως είπα, διαφαίνεται πως ο Κύπριος ποιητης επέλεξε να έχει για οδηγο-του αυτο τον εμβληματικο στίχο του Ανδρέα Κάλβου, πάνω στον οποίο έστρεψε και τροχοδρόμησε τον βαθυστοχασμο-του, για να συνθέσει την τελευταία ποιητικη δημιουργία-του, παρόλο που δεν είναι εύκολο νομίζω για τον απλο αναγνώστη ν’ αντιληφθει με την πρώτη ματιά αυτη τη διασύνδεσή-τους. Απεναντίας, έχω την πεποίθηση πως ο Γ. Μολέσκης, μετα απο τα δραματικα γεγονότα που βίωσε πρόσφατα, και μετα απο πολυ προβληματισμο, είναι συνειδητα που επέλεξε αυτο τον ανθεκτικο και υπέροχο στίχο του Α. Κάλβου, για ν’ αποτελέσει τον στέρεο αλλα αθέατο άξονα της καινούργιας ποίησής-του, γύρω απο τον οποίο αισθανόμαστε τώρα να περιστρέφονται όλα όσα είδε, βίωσε και αγάπησε στην πλούσια και ενδιαφέρουσα ζωη-του. Αναλυτικότερα έχω να καταθέσω τα εξης για την εν λόγω συλλογη:

Το πρώτο μέρος-της που τιτλοφορείται ΄΄Μέρες του ήλιου΄΄ είναι μία λυρικη αυτοβιογραφία, των πρώτων κυρίως χρόνων του βίου-του. Είναι δηλαδη τα ξέγνοιαστα χρόνια τηςζωης-του, τ’ απαλλαγμένα απο τα οικογενειακα βάρη και τις άλλες καθημερινες υποχρεώσεις. Είναι ακόμη καιη περίοδος που ζει και τα πρώτα ερωτικα σκιρτήματά-του, που ανακαλύπτει τις ομορφιες, τις χαρες και την παντοδυναμία της φύσης, που αρχίζει να βαδίζει μέσα στον κόσμο για να τον γνωρίσει και να τον κατακτήσει, γι’ αυτο και η ενότητα αυτη είναι πλημυρισμένη μ’ ένα χειμαρρώδη και αξιοθαύμαστης ποιότητας αισθηματικο λυρισμο, συνθεμένη με τη βοήθεια της μνήμης-του και πιο πολυ με τη συνδρομη της νοσταλγικης διάθεσής-του.

Με άλλα λόγια, η ενότητα αυτη είναι ένας υπέροχος ύμνος στη ζωη, με όλες τις χαρες και τις λύπες-της, στις ομορφιες, στις χαρες και τη σοφία της φύσης, στο υπέρλαμπρο φως του ήλιου, στις ανθρώπινες αξίες και τα ιδανικα. Εδω, ο ποιητης εκθέτει και αναλύει λεπτομερως αλλακαι με στοχαστικη διάθεση τα πάντα κάτω απο το διαπεραστικο, εκτυφλωτικο και αποκαλυπτικο φως του ήλιο, τη στιγμη που αυτος βρίσκεται στην υπέρτατη δόξα-του.

 

Ήταν πολυ το φως στα παιδικα-μου χρόνια

που τελικα επέζησε του σκοταδιου

ή,

του δημιουργει ένα λυτρωτικο αντίβαρο.

 

Ήταν και το σκοτάδι πολυ, μα όταν επιστρέφω,

πιο πολυ φτάνω στον ήλιο και στο φως.

 

Είναι γιατι πάντα αγαπούσα, δίχως όρους,

το φως και την αλήθεια.

 

Οι μέλισσες πάνω στ’ ανθισμένα λουλούδια,

ο κορυδαλλος πάνω στο φρέσκο σβόλο,

οι πολύχρωμες πεταλούδες να πετουν

ελαφρες σαν άνεμος και το μαύρο φίδι,

ο περιβολάρης,

να πίνει κρύο νερο

μέσα απο το χωματένιο αυλάκι.

 

Τι άλλο να ήταν εκείνο το φως

που αντιμαχόταν

το σκοτάδι της νύχτας και τον θάνατο!

σ. 20

 

Η δεύτερη ενότητα τιτλοφορείται ΄΄Ταξιδιωτικος σάκος΄΄, και όπως υπονοείται απο τον τίτλο που της έχει δώσει ο ποιητης, αφορα το μακροχρόνιο ταξιδιωτικο οδοιπορικο που πραγματοποίησε μαζι με την (θανούσα τώρα) σύζυγό-του, καταχρονικα διαστήματα και σε διάφορες φάσεις του βίου-του, σε αρκετες χώρες ή σημαντικα μέρη του πλανήτη-μας, με ιστορικη, γεωγραφικη, τουριστικη και αρχαιολογικη αξία, που σήμερα κάποια απο αυτα έχουν αλλάξει ριζικα, που πάει να πει πως δεν υφίστανται όπως τα πρωτογνώρισε.

 

Έζησα σε χώρες που έπαψαν να υπάρχουν,

σε χώρες που άλλαξαν ονόματα,

που άλλαξαν σημαίες και λάβαρα,

που άλλαξαν την ιστορία-τους.

 

Σε πόλεις που χάλασαν τα παλια μνημεία

και τα αντικατέστησαν με καινούργια,

που διέγραψαν τους παλιους-τους ήρωες

και τους αντικατέστησαν με άλλους,

τους οποίους ξέθαψαν

απο διαγραμμένα βιβλία ιστορίας

και τους τιμουν με τις ίδιες τελετες.

 

Άφησα πίσω φίλους να ξεμακραίνουν κάθε μέρα,

ιστορίες δικες-μου και ξένες

να χάνονται μες στον θολο ορίζοντα της μνήμης.

σ. 33

 

Στην ουσία, ο Γ. Μολέσκης, σ’ αυτο το μέρος της συλλογης, μ’ ένα ευφάνταστο τρόπο και με μία πεντακάθαρη γραφη, αλλα και με τη βοήθεια και πάλι της τετραπέρατης μνήμης-του και όλων εκείνων των ξεχωριστων αντικειμένων που αγόρασε ως ενθύμια (souvenir) απο τους διάφορους τόπους που επισκέφθηκε, που μετέφερε με προσοχη στον ταξιδιωτικο σάκο-του, και τα οποία τώρα κοσμουν κάποιες περίοπτες θέσεις του γραφείου-του ή του σπιτιου-του, προσπαθει ν’ ανασυνθέσει, έστω και νοερα, αυτο το μεγάλο οδοιπορικο που έκαμε ανα τον πλανήτη αλλα και να το αποτυπώσει έστωλ εκτικα, έστω ποιητικα, έστω αποσπασματικα και εν συντομία στις σελίδες της ποιητικης συλλογης-του.

 

Δίχως φωτογραφικη μηχανη, δίχως ημερολόγιο

ταξίδεψα στον κόσμο. Έτσι φορτώθηκα

με χρώματα, εικόνες, μουσικες, αρώματα,

γεύσεις και μυρωδιες πραγμάτων

που όλο γυρεύουν να ενωθουν μέσα στο ποίημα

σ. 25

 

Κατα βάθος εδω, σε αυτη την ενότητα, ο ποιητης κάνει μία γενναία αναμέτρηση με τον αμείλικτο χρόνο, παρόλο που γνωρίζει πως είναι άνιση αυτη η αναμέτρηση, ο οποίος χρόνος στην αέναη πορεία-του (μάς) δίνει την απατηλη εντύπωση πως κυλάει αθόρυβα και ευεργετικα για τα συμφέροντά-μας,ενω στην πραγματικότητα αλλοιώνει ή και ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμά-του, μαζιφυσικα και τους ανθρώπους.

Γνωρίζει, βέβαια, ο ποιητης,πως η πλανεύτρα μνήμη είναι σαν ένα δέντρο που χρειάζεται συνεχως καλλιέργεια, κυρίως τροφη και νερο, για να κρατιέται συνεχως αμάραντο, πολύφυλλο και καταπράσινο. Γιατι, σε αντίθετη περίπτωση, μαραγκιάζει και σταδιακα ξεραίνεται. Γι΄αυτο και ο ποιητης τώρα, δηλαδη πριν την ολοκήρωση του βιολογικου κύκλου-του, προσπαθει να κρατάει τη μνήμη-τουχλωρη καιζωντανη, με πολλους και διάφορους τρόπους, με απώτερο στόχο να προλάβει, όσο είναι ακόμη ακμαίος, να καταγράψει και ν’ αποτυπώσει στην ποίησή-του, όσα ωραία και ευχαρίστα κράτησε μέσα-της η μνήμη-του.

 

Στις αποσκευες-μου εκατοντάδες επιστολες

γραμμένες σε πόλεις και χώρες του κόσμου

που ήρθαν και με βρήκαν σε τόπους

που όλο ξεμακραίνουν,

με το μελάνι-τους να ξεθωριάζει σαν τις μνήμες

κι όμως να κρατουν ακόμη

κάτι απο τα χρώματα και τις αρχιτεκτονικες,

κάτι απο τις γεύσεις και τ’ αρώματα άλλων τόπων,

απο τα χαμόγελα κι απο τους ήχους της φωνης

ανθρώπων που όλο φεύγουν.

σ. 37

 

Το τρίτο μέρος της συλλογης τιτλοφορείται ΄΄Συνομιλία με τη Νόνα΄΄ και αναφέρεται ασφαλως στη Νόνα Μολέσκη, γνωστη τεχνοκριτικο, που υπήρξε σύντροφος στη ζωη-του για πολλα χρόνια και την οποία χάσαμε αναπάντεχα πρόσφατα. Πρόκειται για μία σπαρακτικη συνομιλία, όπου εδω οι λέξεις γίνονται βαριες σαν τις μυλόπετρες και σκοτεινες σαν τον άραχλο Άδη. Μία συνομιλία στην οποία αποτυπώνονται,κάποιες δύσκολες και τραγικεςστιγμες, λίγο πριν το επερχόμενο τέλος-της, δοσμένες μέσα αποσυγκλονιστικους στίχους, γεμάτους πόνο, πίκρα αλλα και αγάπη για το άτομο που τον συντρόφευσε στις χαρες και στις λύπες-του και που τώρα το βλέπει να σβήνει στιγμη τη στιγμη και να φεύγει τελεσίδικα μέσα απο τα χέρια-του.

 

Σε ακολουθω και σε βλέπω όλο και πιο πολυ

να γέρνεις προς τη σκοτεινη μερια.

Μου υπενθυμίζεις κάποιους στίχους

που γεννήθηκαν μέσα απο την κουβέντα-μας,

γραμμένους στο χαρτι και άγραφους.

Μου ζητας ακέραιες να κρατήσω

τις μέρες της πορείας-μας μέσα στο φως,

να κρατήσω αισθήματα και σκέψεις,

εικόνες φωτος και την ελπίδα μιας αθανασίας

ή, έστω, μιας ψευδαίσθησής-της,

τόσο γνωστης στην ποίηση.

σ. 60

 

Στο μέρος αυτο, ο ποιητης μαζι με την ετοιμοθάνατη σύντροφό-του, που για δεκαετίες δεν υπήρξε μόνο σύζυγος και ομόκλινή-του, υπήρξε και η μεγάλη μούσα-του, παρα τον πόνο και την πίκρα που τους πολιορκούσε και τους βασάνιζε εκείνες τις δύσκολες στιγμες, βρίσκουν τη σωματικη και ψυχικη δύναμη και προβαίνουν σε μία ειλικρινη και υπέροχη αποτίμηση της κοινης συμπόρευσης και πορεία-τους, σαν ένα απολογισμο πεπραγμένων, με ότι ωραία τους είχε επιφυλάξει η ζωη και ο Θεος, για να οδηγηθουν στο τέλος, και πριν το οριστικο τέλος, πάντα με φιλοσοφικη διάθεση, ίσως για παραμυθία και ψυχικη ενδυνάμωση, σε μία εμβάθυνση πάνω στο θέμα του θανάτου και της απώλειας της ύπαρξης, με απώτερο στόχο την απαλλαγη-τους απο τον αντίμαχο φόβο, γεγονος που θα τους οδηγήσει και στην ποθητη, την επιδιωκόμενη λύτρωσή-τους. Θέματα ασφαλως που απασχολουν όλους τους συνανθρώπους-μας, γι’ αυτοκαι προτείνω όπως, αυτος ο στοχαστικος διάλογος τους ή καλύτερα η πλατια σπουδη-τους πάνω στο μυστήριο του θανάτου, αποτελέσει το ανάγνωσμα ή τον οδηγο και για άλλους συνάνθρωπούς-μας.

 

Σε μια γη στογγυλη

που όλο περιστρέφεται στο σύμπαν

ένας κύκλος είναι όλα. Η κάθε γέννα

φέρνει μαζι-της κι έναν θάνατο,

όπως η κάθε αυγη φέρνει το δείλι,

η μέρα φέρνει τη νύχτα,

το νέο στάχυ την ωρίμανση.

 

Ο καθένας και ο δικος-του κύκλος. Κάποτε

σπάζει πριν την ολοκλήρωσή-του,

όπως σπάζει το στάχυ πριν τον θερισμο.

Μικραίνει η μέρα, πλησιάζει το σκοτάδι,

απλώνεται στα σκαλοπάτια που ανεβαίνουμε,

στις στράτες που περπατούμε.

σ. 56

 

Για να επαληθευτει έτσι περίτρανα και το ρηθεν πως η ποίηση αποτελει «την πιο αληθινη έκφραση της ανθρώπινης εμπειρίας»!

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου που εφάρμοζε ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος