ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από τον Πρόλογο

 

[…] Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δεν ξέφυγε –ευτυχώς- από αυτή τη διελκυστίνδα της δημιουργίας παράγοντας έργο και ζωή ως μια αισθητική παράσταση αλληλένδετων θεατρικών πράξεων. Πολλοί, πάμπολλοι οι χαρακτηρισμοί που του αποδόθηκαν και συνεχίζουν να αναδύονται κυρίως από τον βιογραφισμό του και όχι από το έργο του: Δανδής, μεγαλοαστός εστέτ, κοσμοπολίτης, αντιρρησίας συνείδησης, ηδυπαθής, ρομαντικός, νυχτόβιος, ομοφυλόφιλος προδρομικός queer δημιουργός, ναρκομανής, κομμουνιστής, ουτοπιστής, καταραμένος, ανεξίθρησκος, στοχαστής, περιθωριακός, εκκεντρικός, φιλοπαίγμων, καυστικός κ.ά.

Χαρακτηρισμοί που φανερώνουν τη διαχρονική ανάγκη μας, συγγραφείς,  κριτικοί λογοτεχνίας, συστηματικοί ή τυχαίοι αναγνώστες, αδαείς της τέχνης ή έμπειροί της, σκηνοθέτες και θεατές, συγγενείς, φίλοι και ξένοι, να περιχαρακώσουμε ένα ελευθέριο πνεύμα φιλτράρωντας το περιεχόμενο και ικανοποιώντας γραμματολογικές ανάγκες ή ταυτοτικές απεικονίσεις ιδεολογικού, σεξουαλικού ή οποιοδήποτε άλλου προσανατολισμού. Ιδίως για αυτούς που η τέχνη τους είναι η απομίμηση της ζωής των δρώντων δημιουργών ή των μυθολογικών ηρώων τους οποίους συνάντησαν στα βιβλία αποκτώντας ονειρώξεις ότι ταυτίζονται μαζί τους.

[…] O προσδιορισμός που ίσως εμπεριέχει όλες αυτές τις συνιστώσες του Λαπαθιώτη, θαρρώ πως είναι αυτός του ήρωα μιας αρχαίας τραγωδίας. Το έργο του ήταν απλώς η κορυφή του δόρατος που έμπηξε μέσα σε αυτά τα πενήντα έξι γήινα χρόνια που έζησε. Σήμερα, όγδοντα χρόνια μετά τον θάνατό του έχω την εντύπωση πως τα ποιήματά του όλο και λιγότερο μπορούν να σταθούν αυτόνομα ως αυθύπαρκτη ποιητική οντότητα  στο πλαίσιο μιας αναγνωστικής απόλαυσης με τις προεκτάσεις που μπορεί να επιφέρει στην καρδιά και την ψυχή ενός σύγχρονου αναγνώστη, ιδίως του πιο υποψιασμένου ποιητικά. Ή χειρότερα του σύγχρονου δημιουργού πού πληρώνει για να μάθει να γράφει «δημιουργικά» προτού αυτοβυθιστεί στα νερά της ανάγνωσης, γεμίζοντας το κεφάλι του με θεωρίες, τεχνικές, με τις ιδιαιτερότητες μορφών της νέας ψηφιακής κειμενικότητας, τις διαστάσεις της fanfiction, με οδηγούς «ανάγνωσης» κ.τλ.

Κι όμως αυτό δεν μειώνει τη σημασία των ποιημάτων του Λαπαθιώτη, τη θέση τους στα ελληνικά γράμματα, το τεκμήριο της εποχής που δημιούργησε, τη θέση του στα χείλη των ανθρώπων που τραγουδάνε σήμερα τους μελοποιημένους στίχους του –οι οποίοι όλο και πληθαίνουν- βρίσκοντας αυτοί οι στίχοι μάλλον μέσα σε αυτό το ηχητικό περιβάλλον την ουσιαστική λειτουργικότητά τους, την έμφυτη μουσικότητά τους και το ακαριαίο των συναισθηματικών απολήξεων, όπως ένα τραγούδι μπορεί να επιτύχει ξεπερνώντας ειδολογικούς, γραμματολογικούς, υφολογικούς και άλλων ειδών περιορισμούς.

Όπως, δηλαδή, συνέβη με σύγχρονά του τραγούδια τού ελαφρού τραγουδιού και τα ρεμπέτικα που έσπασαν το φράγμα του χρόνου και τα όρια της εποχής τους και συνεχίζουν να συγκινούν ακόμα με τις πρώτες ηχογραφήσεις τους.

Η παρούσα ανθολόγηση 100 ποιημάτων του Λαπαθιώτη που επιμελήθηκε ο Ηρακλής Κακαβάνης συνεχίζοντας τη σειρά αντίστοιχων εκδόσεων του παρελθόντος δεν αναζητά καινούρια ποιήματα στα κατάλοιπα, δεν προσπαθεί να είναι αντιπροσωπευτική και πέραν των ήδη δημοσιευμένων ποιημάτων (ιδίως από τις πολλές συνεργασίες του Λαπαθιώτη με όλων των ειδών τα μεσοπολεμικά περιοδικά), ακολουθεί απλώς την επιθυμία [και αυστηρότητα ή ανασφάλεια (;)] του ποιητή στην εκλογή του έργου που ήθελε εν ζωή να δουν το φως της δημοσιότητας. Ο σημερινός, λοιπόν, αναγνώστης αυτού του corpus μπορεί να αδιαφορήσει απέναντι σε αυτό, να κρίνει αρνητικά με όρους μεταμοντερνισμού μιλώντας για κατάργηση της διαφοράς ανάμεσα στο αισθητικό και στο μη αισθητικό, να μην μπορέσει να νιώσει την καθαρότητα εξαιτίας του «παραφουσκώματος» των σύγχρονων δημιουργημάτων, μπορεί να κλείσει ενοχλημένος το βιβλίο αναφωνώντας: «Έχουν δίκιο: είναι ελάσσων!».

Μπορεί όμως και να σταθεί σε έναν και μόνο στίχο και να νιώσει έναν ξεχασμένο παλμό, να επαναπροσδιορίσει τη θλίψη ως συναίσθημα που μπορεί να εκφραστεί πιο απλά από ό,τι ψάχνει σε ποιήματα νέων δημιουργών ή μέσα του, να «βυθιστεί» σε έναν κόσμο που δεν βιάζεται, δεν κρίνει, δεν φωνασκεί, δεν πενθεί ξένους πόνους. Πενθεί τον δικό του και μόνο δικό του.[…]

Το ποίημα «Εκ βαθέων» (αρχικός τίτλος «De profundis» κατά το γνωστό έργο του Ουάιλντ) γράφτηκε τα ξημερώματα 9 Ιανουαρίου του 1930 όπως σημειώνει ο Λαπαθιώτης στο χειρόγραφό του: «8-9/1/1930, Τετάρτη-Πέμπτη, ξημερώματα, μόλις γυρίζω, απ΄ έξω, έξαλλος, μόνος, στην κάμαρή μου». Πρωτοδημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία» τέσσερις μήνες μετά:

 

Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,

προτού η νύχτα πάλι βαριά ν’ απλωθεί,

ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,

ζητώντας εκείνο που δε θα βρεθεί!

 

Το 1939, σε μουσική Κώστα Γιαννίδη και στίχους Βασίλη Σπυρόπουλου και Πάνου Παπαδούκα ακουγόταν στην επιθεώρηση «Βιολέττα», μεγάλη επιτυχία του θιάσου Μηλιάδη- Κυριακού που παιζόταν στο θέατρο Σαμαρτζή,  ένα βαλσάκι που τραγουδούσε η Σοφία Βέμπο. Τίτλος του: «Πόσο λυπάμαι»:

 

Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα

πριν να γνωρίσω εσένα, που πρόσμενα καιρό,

μα πως φοβάμαι πως ίσως μια μέρα, σε χάσω

γιατί να σε ξεχάσω ποτέ δε θα μπορώ

 

 

 

*******************************************************************************************************