ΕΞΟΙΚΕΙΩΣΗ

Καταπίνουμε τις ειδήσεις αμάσητα.
Νεκροί σε σεισμούς
πλημμύρες
φωτιές
πολέμους
νεκροί σε γλέντια
ατυχήματα
οπαδοί, γυναίκες, gay, πρόσφυγες
δολοφονίες εν ψυχρώ, εκ προθέσεως, εν βρασμώ.
Από όλους τους έχει φύγει ο άνθρωπος από μέσα τους
ένα σώμα απέμεινε να φωνάζει να βρει το δίκιο του.
Μας τρώνε οι ειδήσεις βουλιμικά και μας ξερνάνε ανήλεα,
στο όνομα της αίσθησης του καθήκοντος
σε ζωντανά ρεπορτάζ και βραδινά δελτία δημοσιογράφων
κάθε μέρα, κάποιοι
παντού και διαρκώς
δεν θα είναι πια άνθρωποι,
θα είναι μόνο φωνές που θα διεκδικήσουν τη ζωή τους
σε μια άλλη ζωή ως κάτι άλλο
και οι ειδήσεις θα το σερβίρουν έτοιμο προς βρώση
και πια δεν θα παγώνουμε στο άκουσμα τους,
θα συνεχίσουμε το δείπνο
τον ύπνο
την οδήγηση
εξοικειωμένοι στο άκουσμα θανάτων.

ΠΛΑΣΤΙΚΟ ΠΟΤΗΡΙ

Να φωτίσω το σκοτάδι
να σου επιστρέψω τα δάκρυα
να σπάσω το κέλυφος της θλίψης
να μην αιμορραγεί η καρδιά μου
κάθε φορά που ακούω το όνομα σου,
αλλά έναν άγνωστο φωνάζουν.
Σε πλαστικό ποτήρι πώς να έπινα ευτυχία;
Κρυστάλλινο χρειαζόταν, να κάνει θόρυβο
όταν τσουγκρίζαμε τις μοναξιές μας
και μόνο τα δικά μου χείλη μάτωναν
σαν σε φιλούσα στα κρύα τα δικά σου.

ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Τα κόκκινα παπούτσια του Πάσχα,
ανάμνηση αφηρημένη πια,
με μπαρέττα, λουστρίνια ή καστόρινα
έναν περίεργο ήχο άφηναν στα πλακάκια
λες και η σόλα τους πατούσε τον θάνατο σαν τον Χριστό.
Τα κόκκινα παπούτσια του Πάσχα,
που καθόλου άνετα στο βάδισμα δεν ήταν,
ούτε που προλάβαινα να τα φορέσω παρά τρεις, τέσσερις φορές.
Τα λιωμένα της Λαμπρής κεριά επάνω τους
τα έστελναν υποχρεωτικά στο κουτί τους
και πλέον καμιά δεκαριά μαράζωναν στο πατάρι
σχεδόν απάτητα σαν τις κορυφές που δεν κατέκτησα.
Τα κόκκινα παπούτσια του Πάσχα
δεν με χωρούσαν το Πάσχα το επόμενο
σαν όλα μου τα όνειρα που ο χώρος τους ήταν μικρός
για τα μεγάλα πάθη.
Μεγαλώνοντας δεν φόρεσα κόκκινα τακούνια
μόνο ένα κόκκινο εσώρουχο αγόρασα κάποτε δειλά
που θάφτηκε και εκείνο στο πατάρι δίπλα σε άλλες άτολμες απόπειρες,
όπως εκείνο το ραντεβού που τελικά δεν εμφανίστηκα φορώντας το.
Η Ανάσταση από τότε περνάει ξώφαλτσα και με προσπερνάει
το μεσαίο της δάχτυλο υψώνοντας επιδεικτικά.