Cavalocalamus Poeta

 

ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ τα σκατὰ των παιδιών
με την πράσινη μύγα.

Οδυσσέας Ελύτης

Έξω απ’ την πόρτα βρέθηκα του Ελύτη κάποια μέρα!
Ένα στεφάνι λουλουδιών είχε αποξηραμένο
που κρέμονταν. Το χάζευα, κοιτώντας σαν χαμένο,
κι απ’ το μυαλό μου πέρναγαν σκέψεις χιλιάδες σφαίρα

και στίχοι απ’ το Άξιον Εστί. Εδώ το ’γραψε, τάχα,
πίσω απ’ την πόρτα την κλειστή σαν χάνος που στέκομουν;
Εδώ και το Μονόγραμμα; Ω, το κουράγιο να ’χα
να χτύπαγα, να μ’ άνοιγε, μπροστά του να βρισκόμουν!

Όμως μπορεί και να ’γραφε την ώρα αυτή, διότι
είχε ησυχία φοβερή, λες κι η έμπνευση ερχόταν
από ψηλά κι από μακριά, μα θα ’θελα, γαμώτη,
να χτύπαγα, να μ’ άνοιγε, μπροστά μου να στεκόταν.

Δεν χτύπησα, και σκέφτηκα να οπισθοχωρήσω
σιγά-σιγά. Κι ως έφτανα στο τελευταίο σκαλάκι,
θόρυβο ακούω τρομερό στην πόρτα του από πίσω.
Τι να ’ναι; Ω, Θέ μου, τράβηξε κάποιος το καζανάκι…

Αμάν, ο Ελύτης έχεζε! Τι τύχη, ορισμένως,
να μην χτυπήσω και χαθεί η αύρα της μαγείας,
καθώς μπροστά μου θα ’βγαινε, μάλλον μισοχεσμένος,
κρατώντας στο ’να χέρι του ένα χαρτί υγείας.

Γαμώτο, χέζουν κι οι ποιητές, ας είν’ και νομπελίστες!
Ω, Μούσα, να ’τανε αλλιώς τα πράγματα φκιαγμένα
και να ’τρωγαν αστρόσκονη χρυσή σ’ ουράνιες πίστες.
Κι η Μούσα μου αποκρίθηκε: «Μα ποιος σε χέζει εσένα;»

Γράφω το περιστατικό στο e-mail της Ιουλίτας,
βεβαίως δίχως χέσιμο, θα ήταν αφροσύνη.
Μου απαντά «ευχαριστώ», με ύφος ψηλομύτας,
λέω «κι εγώ ευχαριστώ», που μ’ έχεσε κι εκείνη!

 

 

 

 

****

 

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΚΛΕΒΕΙ Ο ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ;

Στον Κώστα Κουτσουρέλη

Γρίφο μεγάλο κληθήκαν οι ποιητές να λύσουν,
π’ ούτε ένας μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να λύσει.
Αν αποτύχουν, θα ’πρεπε για πάντα να σιωπήσουν
προτού το μέγα ερώτημα την σκέψη τους διαλύσει.

«Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός;» Ιδού η απορία!
Τι τον ωθεί στην πράξη αυτή; Τόσος μεγάλος κόπος
για να γραφτεί με γράμματα χρυσά στην Ιστορία
ουδόλως – φευ! – σαν ποιητής αλλά ως λογοκλόπος;

Εκεί, προς το δημοτικό, ξύλο πολύ είχε φάει
απ’ τον μπαμπούλα δάσκαλο, απ’ τα παιδιά στην μπάλα;
Στα νιάτα του χυλόπιτες; Να δοξαστεί ζητάει
κλέβοντας, όπως του ’κλεψαν κι οι άλλοι όλα τ’ άλλα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός, αφού τον ξεφωνίζουν
οι πάντες; Ή μην τάχατες αυτό ήθελε – οϊμένα:
οι πάντες τα βιβλία του πάντα να ξεφυλλίζουν
μετά δεούσης προσοχής να βρούνε τα κλεμμένα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Ο Κώστας Κουτσουρέλης
στον «Φάκελο Λογοκλοπή», του Νέου Πλανοδίου,
την τρίχα σου σαν κάγκελο σηκώνει, θες δεν θέλεις –
βρίσκει περσότερες κλεψιές κι απ’ του Βατοπεδίου!

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Για πλάκα να γκουγκλάρεις
έναν και μόνον στίχο του, παίζει να είν’ κλεμμένος!
Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Το επώνυμό του αν πάρεις,
θα βρεις μια βλάβη! Πιθανόν να είναι και βλαμμένος;

Μπα! Ποιος βλαμμένος έδρεψε αμέτρητα βραβεία
για όλα όσα έκλεψε κι εκείνα που θα κλέψει;
Ποιος την δημοσιότητα την έκανε συμβία
τόσο, που ίσως το Νομπέλ κι εκείνο να το δρέψει;

Μα, ναι! Βλαμμέν’ είμαστε εμείς, που γράφουμε δικά μας
ποιήματα! Το σκέφτομαι πρώτη φορά μου, μάλλον:
αντί να σμπαραλιάζουμε για στίχους τα μυαλά μας,
δεν θα ’ταν προτιμότερο να κλέβαμε των άλλων;

«Μα, Βλαβιανοί να γίνουμε;» θα με ρωτήσει κάποιος.
«Η Ιδέα της ποιήσεως ιερή κι όχι χυδαία!»
θα πει ένας άλλος, ηθικός – απ’ όλους ο πιο σάπιος.
Να κλέψουμε τον Βλαβιανό, ρε μάγκες, είν’ η ιδέα!

«Κι αν κλέβοντας τον Βλαβιανό, κλέψουμε κάποιον άλλο
που έκλεψε ο Βλαβιανός, δεν θα ’ναι αδικία;»
Ω, δεν το είχα αυτό σκεφτεί! Άσ’ το να πάει στο διάλο –
δεν κλέβεται ο Βλαβιανός, αυτή ’ν’ η μαλακία!

 

 

***

 

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ

Πεινάει ο Γιος του Λύκου για γυναίκα.
Πείνα παλιά τον σπρώχνει στο κυνήγι.
Στο έλκηθρό του ζεύει σκύλους δέκα.
Απάντηση «η Γυναίκα», καταλήγει.

Θεοδόσης Βολκώφ

Τον λεν «αγγελοπρόσωπο», οι θείτσες «ομορφούλη»,
οι γκόμενες οι λαϊκές «τεκνό», άλλες «κουκλάκι».
Στον δρόμο τον φωνάζουνε «παίδαρο» και «μανούλι»
και όλες βάζουνε γι’ αυτόν το βράδυ δαχτυλάκι.

Τους ξεγελάει το «Βολκώφ». «Βούλγαρος μάλλον θα ’ναι»
σκέφτονται, μα ψευδώνυμο είναι αυτό μονάχα.
Τ’ αληθινό του όνομα να μάθουνε ρωτάνε,
αλλά όμως τρέχα-γύρευε, ποιος να το ξέρει τάχα;

Γόνος αριστοκρατικός κάποιοι πως είναι λένε
ευήλιου κι ευάερου βορείου προαστίου,
πως τους δικούς του άφησε ή πως πια δεν τον θένε
γιατί απαρνήθη την χλιδή – αυτό εν είδει αστείου.

Μα ο Βολκώφ είναι ποιητής – κι αυτό δεν είναι αστείο –
και μάλιστα από τους καλούς, μπορεί κι απ’ τους σπουδαίους.
Πώς θα ’θελα να του ’μοιαζα και να ’μενα στην μνήμη…
«Του κόσμου;» Α, μπα, των γυναικών. Να ’μουν απ’ τους ωραίους!

 

 

***

Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΚΑΛΙΑΚΑΤΣΟΥ

Ένα φεγγάρι γνώρισα κι εγώ τον Καλιακάτσο,
εκδότη λινοτυπικής, εμπειρογνώμων ήτοι,
αλλά στο μάγουλο ένιωσα πως έφαγα έναν μπάτσο
όταν να εκδώσει ποιητή του πήγα ίδιο Ελύτη.

Μου ’πε πως ήτανε καλός, για την Στιγμή όμως λίγος,
κι εγώ με σέβας άκουγα την έμπειρή του γνώμη.
Όμως δυο-τρεις μήνες μετά, ένιωσα κάποιο ρίγος
καθώς εξέδωσε ποιητή για χέσιμο – συγγνώμη!

Και είπα: είναι της στιγμής η κρίση, η πουτάνα,
που η τύχη σου χαμογελά ή σου γαμεί το σπίτι
και το μουνί της αδερφής και το μουνί απ’ την μάνα –
δεν πά’ να είναι κι η αδερφή κι η μάνα του Ελύτη!

 

***

 

ΠΟΙΗΤΗΣ ΘΑ ΠΕΙ ΠΑΡΕΞΗΓΙΑΡΗΣ

Ποιητής θα πει παρεξηγιάρης
μέχρι αηδίας, τι να λέμε;
Φταίει αυτός; Ε, και; Ζητάμε
εμείς συγγνώμη, λες και φταίμε!

Με τι στραβώνει; Μ’ έναν στίχο
δικό του, που δεν μας αρέσει,
μ’ έναν ποιητή που προτιμάμε
κι ούτε δεν θέλει να τον χέσει.

Με μια κουβέντα, μ’ ένα αστείο,
με μία λέξη, μ’ ένα νεύμα,
με μια βλακεία, τέλος πάντων,
π’ ούτε έχει σχέση με το πνεύμα.

Αυτός τους πάντες να τους κρίνει,
επί της Γης Θεός και βάλε…
Κι ο άλλος λόγο τού απευθύνει
έτσι: «Πω, πω, τι είπες, μεγάλε!»

Λοιπόν, μεγάλος δεν νομίζω
πως είμαι και παραξηγιάρης
και δεν στραβώνω κι αν με βρίσεις
ούτε ακόμα κι αν με γδάρεις.

Τώρα, βεβαίως, που το λέω,
μες στην αμφιβολία κείμαι:
μήπως αν δεν παραξηγιέμαι,
ουδόλως ποιητής δεν είμαι;

Το θέμα, όμως, είναι άλλο
πιο τρομερό και πιο μεγάλο
απ’ το αν είμαι ποιητής.
Το θέμα είσαι εσύ, που είσαι
ποιητής, κι ευθύς παρεξηγείσαι –
φαντάσου να… σατιριστείς!