Συμπληρώθηκαν πρόσφατα δέκα χρόνια από τη μονογραφία του Κώστα Κουτσουρέλη για τον ποιητή Κ. Π. Καβάφη (Κώστας Κουτσουρέλης, Κ. Π Καβάφης, Μελάνι, Αθήνα 2013), η οποία αναμφίβολα και τάραξε τα –στάσιμα για δεκαετίες– νερά των καβαφικών σπουδών και μελετών, προκαλώντας πλήθος σχολίων, αντεγκλήσεων, προβληματισμών, ακόμα και ξεκάθαρων προσωπικών επιθέσεων εναντίον του συγγραφέα και των όσων εκείνος πρεσβεύει. Του καταλογίστηκαν εμμονές, δικολαβίες και διαστροφές της πραγματικότητας, εγγενής προγραμματική διάθεση που δήθεν του υπαγορεύει να αποτελεί απλά μια φωνή αντίδρασης και αντιπολίτευσης στη –φερόμενη ως– ομόθυμη αποδοχή της καβαφικής ποιητικής, καθώς και πολλές άλλες συναφείς κατηγορίες. Συχνότατα δε, οι επιθέσεις αυτές συμπαρέσυραν και την ευρύτερη προσπάθεια της νεότερης έμμετρης ποίησης και λυρικής επαναμάγευσης του ποιητικού λόγου, περιχαρακώνοντας τη συζήτηση σε ένα ατυχές και εντελώς άστοχο δίπολο παράδοσης – νεωτερικότητας ή ελεύθερου – έμμετρου στίχου (τη στιγμή που σχεδόν το σύνολο του καβαφικού έργου είναι έμμετρο). Ελάχιστοι, ωστόσο, από τους επικριτές του μπήκαν όντως στη διαδικασία να εξετάσουν τα επιχειρήματα που ο συγγραφέας παραθέτει και να αντιπαρατεθούν μαζί του στην ουσία. Ας μη γελιόμαστε: η επίθεση στα γραφόμενα του Κουτσουρέλη δεν είχε ως στόχο την υπεράσπιση του ίδιου του Καβάφη, της μορφής και του έργου του, καθώς φαίνεται πως εντέλει οι πρώτοι διαφθορείς της παράδοσης του τελευταίου είναι οι ίδιοι οι αυτόκλητοι «θεματοφύλακες» και «υπερασπιστές» του.

Αν παρατηρήσει κανείς την εστίαση και τον πυρήνα των αντιδράσεων ενάντια στο βιβλίο του Κουτσουρέλη (όταν οι τελευταίες παρουσιάζουν μια στρωτή δομή κι επιχειρηματολογία και δεν αποτελούν απλά εκτέλεση μιας διατεταγμένης υπηρεσίας σε έναν άξονα προκατασκευασμένο, όπως συνέβη εκ νέου και πολύ πρόσφατα με αφορμή νεότερο έργο του), θα ανιχνεύσει ως βασικούς άξονες την αμφισβήτηση του προτύπου «μείζονα – ελάσσονα» που ο συγγραφέας μετέρχεται, καθώς και την απόπειρα να καταδειχθεί πως o τελευταίος προβαίνει ορισμένες φορές σε λογικά άλματα και σε λήψη του ζητουμένου. Κι αν τα επιχειρήματα αυτά ενδεχομένως να αποτελούν μια αφορμή έστω για καλόπιστη συζήτηση, κανείς τους δεν έκανε, από την άλλη, λόγο για την κομβικότερη όλων, κοινωνική διάσταση του θέματος Καβάφη και των όσων εκείνος έχει καταλήξει να συμβολίζει. Όταν ο συγγραφέας, ως αντικειμενικός παρατηρητής, μιλά για μια επιτυχία που εξηγείται κοινωνικά και κάλλιστα μπορεί να ατονήσει ή και να εξαφανιστεί ολότελα μόλις οι περιρρέουσες συνθήκες μεταβληθούν, καθίσταται προφανές πως μια ολόκληρη κάστα που ζει, τρέφεται και υφίσταται από αυτό θα ενοχληθεί και θα αντιδράσει, όπως, εξάλλου, η κάθε εξουσία που επιθυμεί την όσο πιο ανέφελη κι απρόσκοπτη διαιώνιση της κυριαρχίας της. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές πως ο Κώστας Κουτσουρέλης «έσπασε αυγά», επισημαίνοντας τον ελέφαντα στο δωμάτιο και τη γύμνια του Αυτοκράτορα πίσω από τα αόρατά του ρούχα –προσοχή: αυτό δεν αφορά την δήθεν ποιητική ανεπάρκεια του Καβάφη, όπως του καταλογίζεται (του οποίου, εξάλλου, τις αρετές πρώτος εκείνος εξήρε, μιλώντας ανοιχτά τόσο για τα προτερήματα όσο και για τα ψεγάδια του), αλλά του συστήματος που έχει μετά θάνατον δομηθεί γύρω από την περσόνα και τη μορφή του, αρνούμενο να δεχτεί την παραμικρή μομφή σε οτιδήποτε θα μπορούσε δυνητικά να κλονίσει ή να αμφισβητήσει τη διατήρηση της άνωθεν κατασκευασμένης δυναμικής του.

Πάνω στο όνομα του (καθ’ όλα συμπαθούς και τολμηρού για τα δεδομένα της εποχής του) ποιητή Κ. Π. Καβάφη, έχει διαχυθεί τις τελευταίες δεκαετίες από τους (αυτοπροσδιοριζόμενους ως) επιγόνους και «συνεχιστές» του ένα μείγμα μετανεωτερικών θεωριών, κακοχωνεμένης «νέας Αριστεράς», υποτιθέμενου αντισυστημικού ριζοσπαστισμού οργανικά ενταγμένου εντός του λογοτεχνικού/εκδοτικού (κι εντέλει μετακεφαλαιοκρατικά δυτικού) συστήματος, εφήμερων ιδεολογημάτων που επιδιώκουν να διαβάσουν κατά το δοκούν την ανθρώπινη Ιστορία στην ολότητά της, πασπαλισμένων πάντοτε με ένα χορό χρημάτων, γνωριμιών, Ιδρυμάτων και φορέων, δημοσίων σχέσεων και διαβατηρίων για βιογραφική ενίσχυση, λογοτεχνική καταξίωση και ακαδημαϊκή καριέρα. Μια τέτοια συνθήκη μπορεί μεν κάλλιστα να παρέχει σε νέα και φιλόδοξα άτομα (που κλείνουν το μάτι στη συντεχνία λέγοντας υπόγεια ή μη «είμαι κι εγώ μαζί σας») μια εύκολη και σχετικά ανώδυνη «σκάλα» για ατομική προώθηση και εφήμερη αναγνωρισιμότητα εντός ενός μικρού κύκλου ειδημόνων, καταλήγει, ωστόσο, να διαστρέφει απόλυτα το έργο του ίδιου του ποιητικού προτύπου που –υποτίθεται πως– αποτελεί το συνεκτικό ιστό και το όχημα πρόσδωσης κύρους και συνεκτικής αφήγησης στο υποκείμενο που το επικαλείται. Το έργο του Καβάφη εμφανίζεται ως εκμαγείο κι αποτελεί απλά το υπόβαθρο και τη γαρνιτούρα για την εκάστοτε ατομοκεντρική ανάγνωση κι επικαιρική θεωρία που προϋποθέτει το Μάη του ’68, προάγοντάς τον ως «ρήξη» στο διηνεκές, με αποτελέσματα το λιγότερο κωμικά και καταλήγοντας να θυμίζει και να αντιγράφει το μεσσιανισμό των θεωρημάτων που –υποστηρίζει πως– γκρέμισε οριστικά. Έτσι, ο Αλεξανδρινός καταντά ένα ιδιότυπο «ξόανο» που περιφέρεται κι εγγράφεται σε διαφορετικά μεταξύ τους και παραδειγματικά συμπαρατιθέμενα περιβάλλοντα, θυμίζοντας περισσότερο ένα πολύχρωμο πάρτυ επιλογής χαρακτήρα και πίστας σε βιντεοπαιχνίδι παρά την απόμερη, μεταιχμιακή στάση απομάκρυνσης και αποστασιοποίησης από τις «πολλές συνάφειες» που εκείνος συνειδητά κρατούσε.

Παρατηρούμε, επομένως, το σύνηθες φαινόμενο της εκμετάλλευσης της περσόνας του Καβάφη ως του προνομιακού εκείνου πεδίου που θα επιτρέψει στον/στην κάθε ποιητή/-τρια, καθηγητή-τρια, μελετητή/-τρια, ηθοποιό, performer, slammer, installation/visual artist και content creator να αξιοποιήσει στο έπακρο τα «15 λεπτά δημοσιότητας» που δικαιούται, ώστε να εγγράψει δίπλα στην ασφαλή καβαφική καταφυγή και τον δικό του διάττοντα αστέρα. Σειρές συνεδρίων που καταλήγουν να διυλίζουν τον κώνωπα και να προβαίνουν σε ατυχέστατες αναλογίες για να εκβιάσουν τη σύνδεση με τον «ιδρυτικό μύθο» σε ένα θέμα χιλιοεξαντλημένο απ’ όλες τις κατευθύνσεις, διπλωματικές εργασίες και διδακτορικές διατριβές από κοινού με πλήθος μονογραφιών, δημοσιεύσεων και υποτροφιών που αποτελούν απλά μια αναδιάταξη ψηφίδων με άλλο σχήμα σε ένα tempo χιλιοπαιγμένο, καλέσματα και διαγωνισμοί για καβαφογενή –ή μη– έργα που λησμονούνται στο δευτερόλεπτο υπό την αιγίδα των προαναφερθέντων φορέων, καθώς και κάθε λογής workshops, schools και ημερίδες γνωριμιών και εφαλτηρίων καριέρας καταλήγουν να διαμορφώνουν μια συνθήκη που υμνεί (ή καλύτερα αντιπολιτεύεται υποτιθέμενα) έναν κόσμο που δήθεν ο Καβάφης πρώτος προέβλεψε, προετοίμασε και διαμόρφωσε, μια ακαθόριστη «μοντέρνα εμπειρία» της οποίας υπήρξε υποτίθεται ο προπάτορας. Στην πραγματικότητα, βέβαια, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια πλήρη αντιστροφή του καβαφικού έργου, της περήφανης και μοναχικής στάσης κόντρα στην αναπόδραστη φθορά και λήθη, της ατομικής αξιοπρέπειας εντέλει κόντρα στην κυριαρχία της παρακμής.

Ο ίδιος ο ποιητής Καβάφης ήλπιζε βαθιά σ’ ένα διαφορετικό μέλλον, όπου το έργο του θα τύχαινε μιας μεγαλύτερης απήχησης από ένα κοινό πολύ πιο πεπαιδευμένο κι επαρκές. Ο Κώστας Κουτσουρέλης, μάλιστα, για να επιστρέψουμε εν είδει κύκλου στη μελέτη που προκάλεσε την πρώτη σπίθα του παρόντος άρθρου, απέφυγε με ένα δηκτικό σχόλιο να τοποθετηθεί επ’ αυτού, στην ουσία, ωστόσο, απαντώντας το στο ακέραιο. Ας μιλήσουμε, όμως, ανοιχτά: η (σχεδόν) ομόθυμη αγάπη του απλού αναγνωστικού κοινού στην ποίησή του είναι πλέον δεδομένη, έστω και αν οι όροι με τους οποίους διαμορφώθηκε και οι παράγοντες που πίεσαν προς αυτές τις κατευθύνσεις είναι ζητήματα που χρήζουν συζήτησης (και παρ’ όλη, επίσης, τη μη ευόδωση της ευχής του ποιητή ως προς την ολότητά της). Δεδομένη, ωστόσο, και διαρκής είναι και η εκμετάλλευση του ονόματος και της μορφής του από εκείνους που υποστηρίζουν ότι υπερασπίζονται την κληρονομιά και το όνομά του, εγγράφοντας επάνω του κάθε λογής ετεροκαθοριστικό και βραχύβιο θεώρημα. Ας μην ψάχνουν, λοιπόν, τους πολεμίους του καβαφικού έργου ανακαλύπτοντας φαντάσματα είτε στην κομβική πια μελέτη του Κουτσουρέλη είτε στο στρατόπεδο της νεότερης έμμετρης ποίησης. Αν όντως επιχειρούν να ανιχνεύσουν τους εχθρούς του Καβάφη και τους διαστροφείς της φυσιογνωμίας, της φωνής και του έργου του, ας κοιτάξουν, καλύτερα από την πλευρά των ίδιων των αυτόκλητων υπερασπιστών του. Μπορεί εντέλει, για να χρησιμοποιήσω μια περιώνυμη λατινική ρήση που επανεγγράφηκε και στο λεκτικό του τόσο προσφιλούς τους γαλλικού Μάη, να χρειαστεί τον «φυλάξουν από τους ίδιους του τους φύλακες»…