Πώς βρέθηκε σ’ αυτή τη θέση, ούτε η ίδια κατάλαβε, πόσο μάλλον όλοι εμείς οι υφιστάμενοι. Το μόνο σίγουρο που ξέραμε ήταν πως έπρεπε στο εξής να την υφιστάμεθα. Πες η βαμμένη αφέλεια στο μέτωπο, που πλαισιώνει δυο ημίκλειστα μάτια… πες τα μονίμως σφιγμένα χείλη ή το δεξί ποδάρι που το σέρνει σαν κατάδικος που κουβαλάει αλυσίδες… Μπορεί καιτίποτα απ’ αυτά, μόνο και μόνο οι συνεχείς υποδείξεις προς όλουςμας, να ‘μαστε υπάκουοι στο petitrien, αρκούν να την κάνουν αφόρητη.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, το Ίδρυμα όπου εργαζόμαστε είναι κοινωφελούς σκοπού και ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Όταν όμως το κοινωφελές και ψυχαγωγικό περνάει μες απ’ τα γρανάζια της γραφειοκρατίας, τότε μένει απλά εκεί, μασιέται και μετατρέπεται σε ανώφελο και καταναγκαστικό. Φυσικά όλοι οι διευθύνοντες και ιθύνοντες είναι κι αυτοί, με τη σειρά τους, υπηρέτες εντολών κι εγγράφων, κι επειδή οι πλείστοι δεν έχουν ιδέα από νομοθεσίες κι ερμηνείες νόμων, αντίθετα διακατέχονται από ένα μεταφυσικό δέος στη θέα κάποιας εγκυκλίου, αυτοσχεδιάζουν διαρκώς, απευθύνονται για ψύλλου πήδημα στους ανωτέρους τους, με άλλα λόγια τρέμει η ψυχή τους – όντας καρδερίνες – μη βρεθούν εκτεθειμένοι. Αλλά πάνω και πέρα απ’ όλα παραμένουν απόλυτα αισιόδοξοι ότι θα τα καταφέρουν. Θα καταφέρουν να στρογγυλοκάθονται, σαν τους τσάρους στο θρόνο τους, να μιλάνε με τις ώρες στο τηλέφωνο, να ελέγχουν πρωτόκολλα κι αλληλογραφία. Τώρα, όσον αφορά την κοινή ωφέλεια και την αγωγή ψυχής… αυτά πια…είναι ψιλά γράμματα που δεν περιέχονται σε καμιά εγκύκλιο. Κι αν κάνει κάποιος το λάθος να τους ρωτήσει ποιος είναι ο απώτερος στόχος όλης αυτής της τυπολατρείας, η απάντηση θα ‘ναι παραπάνω από αναμενόμενη: «Αυτές είναι οι εντολές… έτσι οφείλουμε να κάνουμε… το γράμμα του νόμου… όλοι μας στο ίδιο καζάνι βράζουμε…» Ειδικά η τελευταία διατύπωση είναι πέρα για πέρα λάθος. Ο καθένας βράζει στο δικό του καζάνι, αλλά μερικά καζάνια είναι πιο ευρύχωρα, και γι’  αυτό ξεχειλίζουν…

Λοιπόν, ήρθε η στιγμή που το καζάνι του Ιδρύματος ξεχείλισε. Δεν ήταν η πρώτη φορά, υποψιάζομαι ούτε η τελευταία. Βλέπετε, τα καζάνια έχουν την αποκλειστικά δικιά τους μοίρα: να ξεχειλίζουν. Είναι σαν τα ποτάμια. Τι να σκεφτούν τα ποτάμια; Ότι θα πλημμυρίσουν; Θα πάρουν φόρα κι ό, τι βρεθεί μπροστά τους, θα το σαρώσουν; Λέτε να σκέφτονται έτσι; Ποιος κατάλαβε ποτέ του νερού τις μύχιες σκέψεις;

Αλλά για να μην ξεφύγω και πολύ απ’ το θέμα που υποδηλώνει ο τίτλος – θα μπορούσε παρεμπιπτόντως να ‘ναι μια μόνο μοδάτη λέξη: διοικητισμός-η νέα προϊσταμένη του Ιδρύματος, μας μάζεψε ένα μεσημέρι, με άκρως φιλική και συναδελφική διάθεση, μάλιστα πολύ διακριτικά μετά το πέρας του ωραρίου, να μας μιλήσει de profundisγια τη νέα της στοχοθέτηση, για τα εργασιακά της οράματα, αλλά και για τους αβάστακτους προβληματισμούς της.

«Συνάδελφοι» έτσι στεγνά ξεκίνησε το λογύδριό της, με μια λέξη κενή, που την έχει ακούσει κι επαναλάβει άπειρες φορές, μάλλον για να νιώσει την οικειότητα που  αδυνατεί να νιώσει και η ίδια.

«Πρέπει να αναμορφώσουμε κάποια κακώς κείμενα, προέχει η εύρυθμη λειτουργία του Ιδρύματος…» και κάπως έτσι συνέχισε:«Κατ’ αρχήν, όσα λέγονται και διαμηνύονται εδώ, μένουν εδώ, είναι σαφές αυτό; Το Ίδρυμα πρέπει να προστατεύσει την εχεμύθειά του. Είναι το αδιαπραγμάτευτο κάτι που περιμένω απ’ όλους σας. Είμαστε ένας καθρέφτης της τοπικής κοινωνίας, οφείλουμε να την υπηρετούμε. Εχέμυθα πάντα! Εντάξει;»

Είχε χάσει το παιχνίδι εξ αρχής, δεν το καταλάβαινε κι επέμενε. Σε τι; Μα στο να πείσει, όχι εμάς, αλλά τον εαυτό της, πρώτα απ’ όλα, ότι καλώς βρίσκεται εκεί που βρίσκεται και λέει αυτά που λέει, αφού υπάρχουν κάποιοι που την ακούνε.Όμως στην τελική, ν’ ακούσουμε τι; Αφού νήπια του χρόνου είμαστε όλοι, φορτωμένοι μ’ έγνοιες κι απλήρωτους λογαριασμούς.Ή μήπως ξεφεύγει κανείς απ’ τις τράπεζες και τον θάνατο; Με τα υπόλοιπα όμως…τι γίνεται; Υπάρχει κάποια διαφυγή; Μια ανάσα τέλος πάντων…

Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο, το πήρε, και με το πόδι βαρύ απ’ το άχθος του χρέους σηκώθηκε κι έφυγε… λόγω εχεμύθειας, φαντάζομαι. Κοιταζόμασταν όλοι. Μετά από λίγο, σαν άλλη Μαρία Τερέζα, εμφανίστηκε πάλι.

«Λοιπόν, συνάδελφοι» επανέλαβε «τι λέγαμε; Ναι, θα υπάρξουν αλλαγές, για να γίνουμε πιο λειτουργικοί, να ανταποκρινόμαστε καλύτερα στις προσδοκίες του κοινού και των ανωτέρων μας. Αυτό είναι εξάλλου το ζητούμενο στο λειτούργημά μας. Βέβαια και… βεβαίως, πάνω απ’ όλα προέχει ο σεβασμός… γι’ αυτό και είναι απόλυτα αναγκαίο να κρατάμε τους στοιχειώδεις τύπους… Για παράδειγμα, ο πληθυντικός της ευγένειας είναι εκ των ουκ άνευ… Δεν θα επιτρέψω καμιά παρεκτροπή όσον αφορά τους κανόνες υπαλληλικής δεοντολογίας, ισχύουνγια όλους, απαρεγκλίτως. Και δεν είναι τυπικό αυτό, είναι δείγμα πολιτισμού. Είμαστε σύμφωνοι;»

Όχι μόνο ήμασταν σύμφωνοι, δεν βλέπαμε την ώρα να ξεκουμπιστούμε. Προσωπικά ένιωσα να ‘μαι στο νηπιαγωγείο και με βάζουν τιμωρία στο «καρεκλάκι της σκέψης». Τελικά, ίσως θα ‘πρεπε να ‘μαι ευγνώμων γι’ αυτόν τον απρόσμενο διακτινισμό. Πρόκειται ομολογουμένως για σπάνια εμπειρία!

«Είμαστε σύμφωνοι, συνάδελφοι; Εντάξει ως εδώ; Να προχωρήσουμε τώρα στο διά ταύτα;» ρώτησε επίμονα η Υψηλοτάτη, λες και θα ‘παιρνε σοβαρά τη γνώμη μας.Μετά έριξε μια ματιά στο υπερπέραν, κοίταξε το κινητό της, και με μια βαθιά ανάσα που προμήνυε έναν ασυγκράτητο Παραινετικό, θέλησε ν’ αποτελειώσει το έργο της ημέρας της.

Με το που ακούσαμε το «διά ταύτα», αρχίσαμε τότε ένας-ένας ν’ αποχωρούμε, σιωπηλά, χωρίς προ-συνεννόηση, χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία, σαν φουσκωμένο ποτάμι, σαν καζάνι που βράζει, υδάτινοι ακόλουθοι μιας αυθόρμητης εγγύτητας.

Με μάτια γουρλωμένα μας κοίταξε, κάτι πήγε να ψελλίσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Μπορεί και να βούρκωσε. Βλέπετε, το απρόσμενο συγκινεί, φέρνει στην επιφάνεια αντιδράσεις που η πρωταρχή τους χάνεται στα βάθη του περασμένου. Αλλά, στο κάτω-κάτω, τι σημασία έχουν όλα αυτά για τους άλλους;

Την ώρα που φεύγαμε, γυρνάω και λέω, δε θυμάμαι σε ποιον, μπορεί και στον άνεμο: «Για οίκτο δεν είναι;»

«Για ίκτερο μήπως;» ήταν η απάντηση.

Είτε με οίκτο, είτε με ίκτερο, θα συνεχίσουμε όλοι να σεργιανάμε στα ίδια τοπία, ν’ ασχολούμαστε με το εφήμερο, με τη στραβοκάνα καθημερινότητα. Τι άλλο μας μένει; Υπάλληλοι ενός κοινωφελούς και ψυχαγωγικού Ιδρύματος  θα ‘χουμε και τις εγκάρδιες στιγμές μας, μακριά από γραφεία, πρωτόκολλα και καρδερίνες. Με μουσικές ωραίες και συντροφιές, με γέλια και κουβέντες. Κάτι δεν είναι κι αυτό; Κάτι, έστω φευγαλέο, σαν στιγμιαία εφίδρωση… σαν ωδή που τη σβήνει η αμείλικτη πραγματικότητα.

ΥΓ. Για να μην παρεξηγηθώ,  εδώ και χρόνια συμβιώνουμε οικογενειακώς με καρδερίνες. Η κόρη μου τις λατρεύει. Πρόκειται για ωδικά με χαρούμενη προσωπικότητα, όχι αστεία.