(Ε.Μ. Βεντούρη, «Το νησί της Κίρκης», λάδια σε καμβά, 100Χ150 cm)

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ

Αυτό που λίγοι ξέρουν, είναι ότι η Κίρκη στον ελεύθερο χρόνο της, ύφαινε άντρες που ξέπεφταν στην πρόχειρη κατηγορία των χοίρων. Απολάμβαναν ξέφρενα λασπόλουτρα, μέσα στο παλάτι της νήσου Τόρε Πάολα, περιτριγυρισμένο από δύο σπήλαια, όπου προσάραζαν οι ναυτικοί τα κουρασμένα ιστιοφόρα τους.

Ναι, τους έκαμε όλους γουρούνια με λίγο κόκκινο κρασί και μπόλικη υπόσχεση για ευδαιμονία.

Οι άντρες άπραγοι τράβαγαν –όλους τους μήνες της απογοήτευσης– τα έντερά τους έξω, όπως κλωστή απ’ το ξηλωμένο μάλλινο του σώματος. Κατασκεύαζαν βλέπετε με δαύτα, αλλαντικά της Λουκανίας αντί για ταξίδια και εκστρατείες της Τροίας, που τα ύφαινε στον αργαλειό της πλάνης η ίδια η μάγισσα Κίρκη, η Κόρη του Ήλιου και της Ανατολίτισσας Πέρσης.

Στον χρόνο πάνω, οι άντρες ξαφνικά ξεμέθυσαν απ’ το ψυχοτρόπο κρασί. Τη μαρτύρησε ο Ευρύλοχος στον Οδυσσέα.

Την κατάλληλη στιγμή, έτρεξαν πίσω στο καράβι να δραπετεύσουν αφήνοντας πίσω την Κίρκη να αποτελειώνει μόνη το υφαντό της νύχτας με μαλλιά απ’ την εξαίσια κόμη της σκυφτής μελαγχολίας της.

(Ε.Μ. Βεντούρη, «Η Κενταυρίνα», λάδια σε καμβά, 120Χ80 cm)

Η ΚΕΝΤΑΥΡΙΝΑ

Είχε την ευκαιρία η Ευρυδίκη να ζωγραφίσει μετά θάνατον έναν Κένταυρο κατά παραγγελίαν, μα δεν τον απέδωσε ορθά. Πήρε το μισό πρυμναίο ενός καφέ αλόγου και το ένωσε με κολλητική φαντασία μ’ ένα ξύλινο θηλυκό σώμα απ’ τους γοφούς και κάτω στα μπροστινά του κενταύριου σώματος. Δε δίστασε να ξεθεμελιώσει μια αρχαιοελληνική προτομή και να την επικολλήσει για μπούστο με κομμένα χέρια.

Για αυτή την αμαρτία, ο Θεός Δίας την κατακεραύνωσε σ’ ένα αιώνιο ηλιοβασίλεμα ρομαντικής διάθεσης απουσία οποιασδήποτε μουσικής.

Εκείνη διαμαρτυρήθηκε σηκώνοντας το γυμνό της μπράτσο σε ακρωτηριασμό, κράζοντας με το απολωλόν της μέλος κατά των Ολύμπιων Θεών:

-Κενταυρίνα με λένε, Κενταυρίνα με φωνάζουν.

Πιο γρήγορη από άνθρωπο, πιο αργή από άλογο.

Πιο έξυπνη από άλογο, πιο αργή από άνθρωπο.

Αν δεν είμαι Κενταυρίνα, τι άλλο να μαι παρά Θεός;

Κι ο Δίας για το θράσος της και μόνο επέτρεψε στον Ορφέα της να γυρίσει πίσω και να τη δει ως νεκρό άλογο στην ύστατη ωδή του.

Βλέπετε στην Κενταυρομαχία κατά των Λαπιθών ηττήθηκε -λογικό ήταν- λιγότερο ο οίκος των ανθρώπων απ’ ότι το θάρρος των αλόγων.

(Ε.Μ. Βεντούρη, «Μαύρο-Άσπρο (Τρυφερότητα)», λάδι σε καμβά, 120×80 cm)

ΤΟ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ ΤΗΣ ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑΣ

Η νύχτα την αγκάλιασε στο προσκέφαλο μέσα, σαν να ήταν σκιά της. Τότε, το λευκό κορμί της χρειάστηκε το μαύρο της περίγραμμα για να την ορίσει. Ένα φεγγάρι κύλησε διακριτικά και αντικατέστησε το ραχιτικό μαξιλλάριον. Ο βράχος που τη στήριζε στην πλάτη δε φάνηκε ξανά σκληρός και άκομψος. Η γυναίκα εγκαταλήφθηκε μέσα στην αγκάλη της νύχτας. Σχεδόν εξαφανίστηκαν τα πορσελάνινα ίχνη του προσώπου της και η σκιά για πρώτη φορά μπήκε στο ιερό εφηβείο της αντρικής ενηλικίωσης. Έτσι, γαλάζια ζευγάρωσαν ο ουρανός με τη νέγρα νύχτα, συλλογίστηκε η γυναίκα και την κατέκλυσε μια απέραντη κοσμική τρυφερότητα.

(Ε.Μ. Βεντούρη, «Ερείπια μνήμης, λάδι σε καμβά, 110×160 cm)

ΕΡΕΙΠΙΑ ΜΝΗΜΗΣ

Είχαν γίνει ερείπιο. Στη σκακιέρα του ερημικού κόσμου απίθωναν το κουνιστό αλογάκι δίπλα στον Βασιλιά και τη Βασίλισσα Ιζαμπώ. Ένα πεθαμένο κοριτσάκι που δε θα ανέβαινε ξανά την κλίμακα της παιδικής κουκέτας, είχε εξοντωθεί ατυχώς από κάποιο πιόνι της μοίρας. Χάζευαν οι γονείς τα απομεινάρια του παιδιού σε μια χαρτόκουτα μέσα. Όταν τελείωσαν οι λιγοστές αναμνήσεις, συνέχισαν εις μάτην να σκάβουν. Ώσπου, ανακάλυψαν στα χώματα του πένθους τα λευκά σώματα νεκρών κυκλαδίτικων αγαλμάτων σε συμπαράσταση μήκους κύματος και κοσμοϊστορικής κλίμακας. Σε διάλυση κι αυτά έγιναν ένα με τον ερειπωμένο τους κόσμο. Το συντετριμμένο βασιλικό ζεύγος για πρώτη φορά αγκαλιάστηκαν πλευρικά ενώπιον της δημόσιας σκακιέρας, κι όπως αγγίχτηκαν ενώθηκε το μισό βάσανο του ενός με το άλλο μισό δεινό του άλλου. Κι εκεί ρίγησε η ρωγμή που είχαν για χαμόγελο…

 

(Ε.Μ. Βεντούρη, «Μέδουσα», λάδια σε καμβά)

ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ

Δεν το παινευόταν. Μα σαν οδηγούσε γινόταν μια άλλη. Φορούσε μάσκα τα γυαλιά της. Κοιτούσε τους δρόμους να ξετυλίγονται σαν αιώνιοι άνεμοι. Φορές σαν παρατηρούσε το είδωλό της στο παρμπρίζ διέκρινε μέσα από το στρογγυλό δίσκο του τιμονιού, να φανερώνεται μια μέδουσα που αντί για φίδια στα μαλλιά είχε τα έντερα της γαστέρας της. Αν σήκωνε το βλέμμα να τη δει, το είδωλό της κινδύνευε να πετρώσει. Κι εκείνη μετάνιωνε κι άφηνε στο παρακείμενο κόκκινο φεγγάρι τη μάσκα να τη λούζει στα σκοτεινά λιλά χρώματα ενός πράσινου λειμώνα.

Μέτρησε τότε τρία κυκλικά τελάρα. Ένα της Σελήνης και δύο της Μέδουσας. Στην επόμενη τετράγωνη πολιτεία αποφάσισε να παραδώσει τα ορθογώνια των πινακίδων. Αυτή η οδός δεν την οδηγούσε απαραίτητα στο κάπου…

—————-

ΣΤΟ ΧΡΩΜΑ

Ευρυδίκη Μαρία Βεντούρη. Εικαστικός. Γεννημένη στον Πειραιά, όπου και έλαβε τη Ελληνογαλλική παιδεία (σχολείο «Jeanne d’Arc»). Παρακολούθησε μαθήματα χαρακτικής κοντά στον καθηγητή Jacques Ramondot της σχολής Beaux Arts στη Ρουέν της Γαλλίας. Κατόπιν, συνέχισε για άλλα τρία χρόνια τις σπουδές στο Παρίσι αποφοιτώντας από την Ανώτατη Σχολή Αρχιτεκτονικής Porte de la Villette (ENSAPLV). Στη Γαλλία, ασχολήθηκε κυρίως με μελάνια και χαρακτικά σε μέταλλο με τις τεχνικές «eau forte» και «pointe sèche», ενώ με την επιστροφή της στην Ελλάδα επικεντρώθηκε στις ελαιογραφίες σε καμβά. Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα ομαδικών εκθέσεων Ελλάδας και Εξωτερικού και έχει κερδίσει βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς.

Ως καλλιτέχνης, ερευνά, αξιοποιώντας τα εύφορα εδάφη της φαντασίας και του υποσυνείδητου, έτοιμη να κατακτήσει νέους εκφραστικούς τ(ρ)όπους σύμφωνα με το υπερρεαλιστικό πρόταγμα του André Breton.

Κατ’ αντιστοιχία με την αυτόματη γραφή του υπερρεαλιστικού λόγου, οι πίνακες της Ε.Μ.Β. δεν είναι αφηγηματικοί, αλλά αποτελούν τα εξ’ ορισμού αντικείμενα προς αφήγηση. Ο δε ποιητικός χώρος απαρτίζεται από ανθρώπινα σώματα ανεξάρτητης δράσης. Δεν αφηγούνται τα ίδια κάποιο γεγονός, αλλά αποτελούν -στιγμιαία- το ίδιο το γεγονός εκθέτοντάς το στη διαχρονία της τέχνης.

Είναι τα περίφημα ανθρώπινα τοπία της ή διαφορετικά τα κερματισμένα συσσωματώματα ανθρώπων ως εικαστική προβολή ενός άλεκτου σωματικού θεάτρου εν χορώ.

ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι. Διηγηματογράφος, ποιήτρια, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, εικαστικός. Γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από το Κιάτο Κορινθίας και Γραβιά Φωκίδας. Κάτοικος Σαλαμίνας από το 2013. Εργάζεται στα Ναυπηγεία Περάματος. Έχει πτυχίο Πληροφορικής-Τηλεπικοινωνιών (Ε.Κ.Π.Α., 2008) και Διεθνών, Ευρωπαϊκών Σπουδών (Πανεπιστήμιο Πειραιά, 2023). Γνωρίζει πέντε ξένες γλώσσες. Αποφοίτησε το 2009 από το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος ως υπότροφος του ποιητικού εργαστηρίου. Έργα της έχουν συμπεριληφθεί σε τουλάχιστον 50 συλλογικά βιβλία (μεταξύ άλλων εκδ. Γαβριηλίδης, Θράκα, Βακχικόν, Ρώμη, Νίκας, κ.α.). Έχει συμμετάσχει σε διεθνή φεστιβάλ και εκθέσεις, ενώ το 2009 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Πεζογραφία [Μπιενάλε BJCEM Νέων Δημιουργών, 27 χώρες, Σκόπια]. Κείμενά της και κριτικές της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά (Δέκατα, Μανδραγόρας, Fractal, Ανωνύμως, Αποστακτήριο Λόγου & Τέχνης, Υδράνη, κλπ). Το 2024 αρθρογραφεί σταθερά στην Ελληνική εφημερίδα και Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami. Έχει βραβευτεί για ποίηση, διήγημα, θεατρικό, μυθιστόρημα. Από το 2024 είναι μέλος της Διεθνούς Εταιρίας Λογοτεχνών & Εικαστικών, Π.Ε.Λ.Τ., Ένωση Εικαστικών & Λογοτεχνών Ηλιούπολης και Εταιρία Αστρονομίας & Διαστήματος (παράρτημα Σαλαμίνας). Συγγένεια –λόγω γάμου– εξ αγχιστείας με τον Πολυχρόνη Λεμπέση (Σχολή του Μονάχου). Βαθιά φιλότεχνη με έντονες επιρροές απ’ τα σύγχρονα εγχώρια εικαστικά ρεύματα. Γράφει σε μαγικό ρεαλισμό με χρώσεις υπερρεαλισμού.