Ο Ρομπέρτο Φερνάνδες Ρεταμάρ (Roberto Fernández Retamar) ήταν ποιητής, δοκιμιογράφος, εκδότης και καθηγητής Πανεπιστημίου. Γεννήθηκε το 1930 στην Αβάνα, όπου και πέθανε το 2019. Εξελίχθηκε σε εθνικό ποιητή της Κούβας μετά την επικράτηση της Επανάστασης, το 1959. Ακολούθησε τα βήματα του συμπατριώτη του ποιητή και αγωνιστή Χοσέ Μαρτί, ενώ επηρεάστηκε και από άλλους παλαιότερους και σύγχρονούς του Κουβανούς ποιητές. Έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για την Ελλάδα και τον πολιτισμό της και είχε πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στη χώρα μας κατά τη δεκαετία του 1950 συγχρόνως ή λίγο μετά από τις σπουδές του. Εντούτοις, είναι ένας ποιητής σχεδόν άγνωστος στο ευρύ ελληνικό αναγνωστικό κοινό.  Αφορμή για το παρόν κείμενο στάθηκε το βιβλίο Roberto Fernández Retamar, Πέντε ελληνικά και άλλα ποιήματα σε μετάφραση του Ρήγα Καππάτου, το οποίο κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις Εκάτη το 2009, όσο ήταν ακόμη εν ζωή ο ποιητής. Ο Ρήγας Καππάτος εκτός από την εκλογή και την υποδειγματική μετάφραση των ποιημάτων που αποτελούν τη δίγλωσση αυτή έκδοση (Ισπανικά – Ελληνικά) συγγράφει και έναν σύντομο αλλά κατατοπιστικό πρόλογο με στόχο να εισαγάγει τον αναγνώστη στα βασικά συστατικά στοιχεία της ποίησης του Ρεταμάρ. Φυσικά, δεν είναι αρκετό αυτό μόνο, για να γνωρίσει κανείς έναν ποιητή που το όνομά του συνδέθηκε αναπόσπαστα με την Κουβανική Επανάσταση αλλά και την ιστορία του νησιού με γνώμονα, φυσικά, τη λογοτεχνία. Αποτελεί, ωστόσο, μια αρχή για τον αναγνώστη που θα θελήσει να έρθει σε επαφή με το έργο του Ρεταμάρ και να επεκτείνει τον ορίζοντα προσδοκιών του στη μακρά ποιητική παράδοση της Κούβας. Όσον αφορά στον Ρεταμάρ, εκείνος επηρεασμένος σαφώς από τον Μαρτί εντάσσεται αρχικά στο αισθητικό ρεύμα του μοντερνισμού, εξελίσσοντας και ανανεώνοντας σημαντικά την ποίηση του νησιού.

Η ποίηση του Ρεταμάρ παρακολουθεί τα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα από τον Ισπανοαμερικανικό πόλεμο του 1898 μέχρι και τη στιγμή που ο ποιητής φεύγει από τη ζωή. Δημιουργεί, δηλαδή, ένα έργο με συνέπεια απέναντι σε γεγονότα – ορόσημα στην ιστορία της Κούβας και σε λόγο απλό, σαφή, ειλικρινή και συζητητικό. Ωστόσο, ο Ρεταμάρ δεν είναι μόνο ένας πολιτικός ποιητής. Μια τέτοια διαπίστωση θα αδικούσε κατάφωρα την τρυφερή, ρομαντική και ευαίσθητη πτυχή της ποίησής του. Έτσι, η ποίησή του – με βάση και την επιλογή του Ρήγα Καππάτου – θα μπορούσε να διαιρεθεί σε τέσσερα διακριτά μέρη, στα οποία θα αναφερθούμε παρακάτω εκκινώντας με τη σχέση του ποιητή με την Ελλάδα. Ο Ρεταμάρ επηρεάστηκε από τον Μεξικανό ελληνιστή ποιητή Αλφόνσο Ρέυες (1889 – 1959) και τον Νικαραγουανό ποιητή Ρουμπέν Δαρίο (1867 – 1916). Όπως αυτοί οι δύο ποιητές – σχετικά άγνωστοι, επίσης, στην Ελλάδα – έτσι και ο Ρεταμάρ υπήρξε «ένθερμος μύστης της ελληνικής σκέψης και ποίησης από την οποία κατά καιρούς εμπνέεται»[1]. Η αγάπη του για την Ελλάδα βρίσκει την αφετηρία της στα φοιτητικά του χρόνια και τις σπουδές του στη φιλοσοφία και τη φιλολογία σε Πανεπιστήμια της Αβάνας, του Παρισιού και του Λονδίνου. Διαβάζει Όμηρο, Αλκμάνα, Ανακρέοντα, προσωκρατικούς φιλοσόφους και τραγικούς ποιητές με προτίμηση στον Αισχύλο. Εμπνέεται και γράφει ποιήματα με έκδηλη την ελληνικότητά τους αλλά και ενσωματωμένα κοινωνικοπολιτικά σχόλια σε μια, ομολογουμένως επιτυχημένη, προσπάθεια σύνδεσης της ελληνικής παράδοσης με τα τεκταινόμενα στην Κούβα. Στην έκδοση της Εκάτης περιλαμβάνονται πέντε ελληνικά ποιήματα. Το πρώτο ήδη από τον τίτλο του, «Βελλερεφόντης», μάς παραπέμπει στους στίχους της Ιλιάδας:

 

Τῷ δὲ γυνὴ Προίτου ἐπεμήνατο δῖ᾽ Ἄντεια

κρυπταδίῃ φιλότητι μιγήμεναι· ἀλλὰ τὸν οὔ τι

πεῖθ᾽ ἀγαθὰ φρονέοντα δαΐφρονα Βελλεροφόντην.

Ἣ δὲ ψευσαμένη Προῖτον βασιλῆα προσηύδα·

τεθναίης ὦ Προῖτ᾽, ἢ κάκτανε Βελλεροφόντην,

ὅς μ᾽ ἔθελεν φιλότητι μιγήμεναι οὐκ ἐθελούσῃ.

Ὣς φάτο, τὸν δὲ ἄνακτα χόλος λάβεν οἷον ἄκουσε·

κτεῖναι μέν ῥ᾽ ἀλέεινε, σεβάσσατο γὰρ τό γε θυμῷ,

πέμπε δέ μιν Λυκίην δέ, πόρεν δ᾽ ὅ γε σήματα λυγρὰ

γράψας ἐν πίνακι πτυκτῷ θυμοφθόρα πολλά,

δεῖξαι δ᾽ ἠνώγειν ᾧ πενθερῷ ὄφρ᾽ ἀπόλοιτο.

 

(Ζ, 160-170)

 

Με απλότητα και σαφήνεια στον λόγο το ποίημα του Ρεταμάρ που έχει γραφεί πριν την Επανάσταση, το 1954, εκμεταλλεύεται την αρχαία ελληνική μυθολογία και, συγκεκριμένα, τη μετάβαση του Βελλερεφόντη στη Λυκία μετά από διαταγή του βασιλιά Προίτου και την αντιμετώπιση εκεί της Χίμαιρας, ενός ανίκητου έως τότε τέρατος που ο Όμηρος περιγράφει με κεφάλι λιονταριού, σώμα κατσίκας και ουρά φιδιού. Ο Βελλερεφόντης κατάφερε να θανατώσει τη Χίμαιρα, ενώ με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς δάμασε τον Πήγασο. Σε λίγους πυκνούς στίχους ο Ρεταμάρ παρουσιάζει την ιστορία αυτού του ήρωα, ενώ δεν αποκλείεται να χρησιμοποιεί τον μύθο αλληγορικά και ως προπομπό για τους ηγέτες – αγωνιστές της Επανάστασης που θα γινόταν πράξη λίγα χρόνια αργότερα. Στο αμέσως επόμενο ποίημα της έκδοσης, «Εν πλω. Ιθάκη» με λόγο συζητητικό και δωρικό ο ποιητής μιλά εκ πρώτης όψεως για τον πολυμήχανο Οδυσσέα, όταν ένας ναύτης που φθάνει στην Αβάνα αναγγέλλει από την κουπαστή του πλοίου ότι ο Οδυσσέας πέθανε. Το πολιτικό σχόλιο είναι ενσωματωμένο στο τελευταίο δίστιχο του ποιήματος: Και στο αναμεταξύ/ Οι μετανάστες επιβιβάζονταν σαν άλογα. (σ. 15) Στο τρίτο ελληνικό ποίημα, «Επίδαυρος», πρωταγωνιστεί το ομώνυμο αρχαίο θέατρο, με έμφαση στην καταπληκτική ακουστική του και συνεκδοχικά στο μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, του οποίου τις διδαχές επιζητούν οι άλλες χώρες που “γέρνουν” προς την Επίδαυρο, για να πάρουν μια γεύση απ’ το απόγειο της τέχνης. Εντύπωση προκαλεί ο ευρηματικής σύλληψης, εντός παρενθέσεως, στίχος: Τότε, κατεβαίνοντας τα σκαλιά που ανέβαιναν σαν σκυλιά τα εξάμετρα,/ Σκέφτεσαι: ποιος ακούει όταν/ Κάποιος ανάβει μια φωτιά ή λέει ένα τραγούδι; (σ. 17) Στο ποίημα «Η επίκληση του τυφλού», ο Όμηρος παρουσιάζεται με εντελώς ανθρώπινη υπόσταση ως ένας αόμματος που κάθεται σε μια γωνιά ενός πρωτόλειου σπιτιού. Δύο πράγματα μπορούμε να παρατηρήσουμε εξαρχής. Το πρώτο που σχετίζεται και με το προηγούμενο ποίημα, το αφιερωμένο στην Επίδαυρο, έχει να κάνει με την αυξημένη αίσθηση της ακοής, καθώς αναπληρώνει την έλλειψη όρασης. Το δεύτερο έχει να κάνει με το πρωτόλειο σπίτι, το οποίο θα μπορούσαμε να συνδέσουμε με τις απαρχές της λογοτεχνίας, των οποίων κορυφαίο και υψηλό απόσταγμα αποτελούν τα ομηρικά έπη. Ο Όμηρος, ως μη βλέπων, είναι παραγκωνισμένος και ανώφελος στο σπίτι, όμως ακούει προσεκτικά όσα συμβαίνουν και ψαύει όσα του προκαλούν το ενδιαφέρον και θέλει να αξιοποιήσει το μερτικό που του αναλογεί στη ζήση. Η ποίηση τού δίνει τον μοχλό, για να κινήσει τη ζωή του βγάζοντάς τον από την αφάνεια και τη σιωπή. Ο θρίαμβος της ποίησης βρίσκει την πραγμάτωσή του στον τυφλό ποιητή που γίνεται επίκεντρο της προσοχής όλων. Το ποίημα γράφτηκε το 1959, όταν είχε ήδη επικρατήσει η Κουβανική Επανάσταση. Ο Ρεταμάρ επιλέγει ως μαγιά της ποίησής του στοιχεία αντλημένα από την ελληνική παράδοση, για να τα συνδέσει με τα κοσμογονικά γεγονότα που συμβαίνουν στον τόπο του. Σημειώνει ο Καππάτος στον Πρόλογο: «Γι’ αυτόν (ενν.: τον Ρεταμάρ) οι αρχαίοι είναι σύγχρονοι και οι σύγχρονοι είναι οι νέοι αρχαίοι.»[2] Στο τελευταίο από τα ελληνικά ποιήματα της έκδοσης με τίτλο «Τον ρώτησαν για τους Πέρσες», ο ποιητής τεχνουργεί στίχους υμνητικούς για τον ελληνικό τρόπο ζωής, ο οποίος είναι διαμετρικά αντίθετος με τη χλιδή, την ξιπασιά, την υπερβολή και τη μεγαλομανία της Περσίας. Οι “κοακισμοί” των Περσών σε τίποτα δεν συγκρίνονται με το φως και το χώμα, τον λόγο και τη γλώσσα, τις πολιτείες και τα έπη των Ελλήνων. Βεβαίως, το ποίημα αυτό, γραμμένο το 1964, αποτελεί μια πολιτική αλληγορία. Εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι στην αντίληψη του Ρεταμάρ η σύγκριση Ελλάδας – Περσίας είναι κατ’ ουσίαν μια σύγκριση Κούβας – ΗΠΑ, όπου η Ελλάδα και η Κούβα συνδέονται στο όνομα του πολιτισμού, των ιδανικών και των αξιών, ενώ η Περσία και οι ΗΠΑ διακρίνονται για την πολεμική τους εξάρτυση, την οικονομική δύναμη και την πολεμοχαρή διάθεση.

Φεύγοντας από τη θεματική των ελληνικών ποιημάτων, προχωρούμε σε ποιήματα με ξεκάθαρο τον κοινωνικοπολιτικό στοχασμό τους, από τα οποία, εντούτοις, δεν απουσιάζει η τρυφερή και ρομαντική διάσταση. Ένα τέτοιο δείγμα συμπυκνώνει το ποίημα «Ο χρόνος των θυγατέρων» (σ. 17).

Η μεγάλη μας κόρη έχει την ηλικία

Της Επανάστασης‧

Η μικρότερή μας κόρη

Την ηλικία της νίκης του κόλπου των Χοίρων.

Υπάρχουν άλλοι τρόποι να μετρηθεί ο χρόνος;

Αυτός είναι εκείνος που προτιμά η καρδιά.

Ο ποιητής Ρομπέρτο Φερνάνδες Ρεταμάρ (Archivo Fotográfico de la Casa de las Américas / Abel Carmenate). Πηγή: https://www.unesco.org/en

 

Ο Ρεταμάρ ήταν παντρεμένος με την κριτικό τέχνης Αδελάιδα ντε Χουάν, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, εκ των οποίων η μία είναι ψυχίατρος και η άλλη ιατρός παθολόγος και συγγραφέας. Στο ποίημα φαίνεται ότι η γέννηση της μιας κόρης συμπίπτει με την Κουβανική Επανάσταση (1959) και της άλλης με το έτος 1961, οπότε έλαβε χώρα η αποτυχημένη στρατιωτική επέμβαση στην Κούβα από μια παραστρατιωτική ομάδα υποστηριζόμενη από τη CIA. Ο ποιητής συνδυάζει δύο σημαντικότατα για την πατρίδα του πολιτικά γεγονότα με τη γέννηση των θυγατέρων του. Ο λόγος είναι αδιαμφισβήτητα τρυφερός και αφοπλιστικά ειλικρινής, όπως συμβαίνει και στο «Τότε γράφεις ένα ποίημα» (σ. 25), όπου το ποίημα πηγάζει από τη συνάντηση του δημιουργού με ένα μοναχικό δένδρο με ροδαλά άνθη που μοιάζει με ένα χέρι ή μια φιλική σκέψη. Το όμορφο και απλό δέντρο συναντά τη χαρά του ποιητή, του οποίου η όραση επιβεβαιώνει την τελειότητα. Η ευτυχία, μόνη και αδύνατη, μοιάζει με το ανθισμένο δέντρο. Είναι απαραίτητη και ανύπαρκτη χωρίς το μάτι που βλέποντάς τη χαίρεται χαρίζοντάς της υπόσταση. Για τον Ρεταμάρ η εγκατάλειψη του Παρισιού στο ομώνυμο ποίημα μοιάζει με εγκατάλειψη του εαυτού. Για τον ποιητή η πόλη του φωτός είναι η αρχαιότερη πόλη του μέλλοντος. Η εγκατάλειψή του μοιάζει με θάνατο, ενώ στο απαράμιλλης αισθητικής αξίας ποίημα «Με τα ίδια χέρια» ο ποιητής, καθώς απευθύνεται στο αγαπημένο πρόσωπο που μπορεί να είναι η σύζυγος ή οι κόρες του, προχωρεί σε μια συναισθηματικά έντονης στη σύλληψή της, βαθιάς και ειλικρινούς διαπίστωσης. Με τα ίδια χέρια που κανακεύει το αγαπημένο πρόσωπο, με τα ίδια αυτά χέρια βοηθά στο χτίσιμο ενός σχολείου. Όταν άνδρες και παιδιά κοιμούνται σε ένα μισοερειπωμένο κτήριο με κρεβάτια εκστρατείας και σανίδια, ο ποιητής μαζί με παιδιά κουβαλά πέτρες αποζητώντας να θητεύσει στην απλή δουλειά των απλών ανθρώπων.

[…] Ύστερα είχα το φτυάρι μου και ήπια το νερό της πηγής των εργατών,

Και, κουρασμένος, σε σκέφτηκα σ’ εκείνη τη φορά

Που δούλευες στη συγκομιδή ως με που θόλωσαν τα μάτια σου

Σαν τα δικά μου τώρα.

Πόσο μακριά βρισκόμαστε από τα αληθινά πράγματα,

Αγάπη μου, πόσο μακριά – όσο ο ένας απ’ τον άλλο! –

Η συζήτηση και το μεσημεριανό φαγητό

Κερδήθηκαν δουλεύοντας, όπως και η φιλία του τσοπάνη.

Υπήρχε ακόμα κι ένα ζευγάρι ερωτευμένων

Που κοκκίνιζαν όταν τους δείχναμε γελώντας,

Στο τσιγάρο, μετά από τον καφέ.

Δεν υπήρξε στιγμή

Που να μη σ’ έχω στο νου μου.

Σήμερα ίσως περισσότερο,

Κι ενώ βοηθάω να κατασκευάσουμε τούτο το σχολείο

Με τα ίδια χέρια που σε κανακεύω.

 

Το ποίημα «Ο άλλος» αποτίνει φόρο τιμής στις δυνάμεις των Κουβανών επαναστατών –  με πρωτεργάτες τους Φιντέλ Κάστρο, Ραούλ Κάστρο, Τσε Γκεβάρα, Καμίλο Σιενφουέγος, Χουάν Αλμέιδα – οι οποίες την Πρωτοχρονιά του 1959 μπήκαν θριαμβευτικά στην Αβάνα, ενώ την προηγούμενη μέρα ο δικτάτορας Φ. Μπατίστα είχε εγκαταλείψει τη χώρα αποδεχόμενος την ήττα του. Πρόκειται για ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Ρεταμάρ και έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες, ακόμα και στα βιετναμέζικα. Παράλληλα, στο ποίημα «Επιτύμβιο ενός εισβολέα» με λόγο σκωπτικό και δηκτικό ο ποιητής αναθεματίζει τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ για εισβολή στην Κούβα συλλήβδην μέσω του παραδείγματος του Τ.Φ. Κένεντι. Ακόμα, το ποίημα «Σονάτα για να περάσουν εκείνες οι μέρες και πιάνο» περιγράφει με λόγο γεμάτο αγωνία, συναισθηματική ένταση αλλά και πίστη στον αγώνα, την επικρατούσα ανησυχία εκείνων των δεκατριών ημερών τον Οκτώβριο του 1962, που διήρκησε η Κρίση των πυραύλων της Κούβας μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και ΗΠΑ. Από το ποίημα δεν λείπει η σάτιρα προς τον Τ.Φ. Κένεντι και η ειρωνεία απέναντι στη στάση, τις πρακτικές, τις συζητήσεις και τις διατυπώσεις των ΗΠΑ σχετικά με την Κρίση. Βρεθήκαμε στο χείλος τού να θερμοπυρηνιστούμε όλοι στον πλανήτη. […] Στις οχτώ έπρεπε ν’ αποχαιρετήσεις μπορεί για πάντα./ Την τρίτη ή τέταρτη φορά που το έκανες, η εικόνα του Έκτορα και της Ανδρομάχης είχε αδυνατίσει πολύ.[…] Στις εβδομήντα δύο ώρες, είχαμε μάθει το σκοπό:/ Θανάσιμος κίνδυνος-ξημέρωμα-απαισιοδοξία-λίγο φαΐ-πιθανότητα-ύπνος-/Θανάσιμος κίνδυνος και τα λοιπά. (σ. 35/37) Ο ποιητής αποτινάζει τις σκέψεις αυτές και βρίσκει καταφύγιο και παρηγοριά στο πιάνο, στη μουσική, στην ποίηση.

Τα ποιήματα «Διαθήκη» και «Μακάριοι οι ισορροπημένοι» διακρίνονται για το πηγαίο και ευρηματικό χιούμορ του Ρεταμάρ, χωρίς να λείπουν οι τρυφερές, ειλικρινείς και βαθιές ρανίδες ποιητικού λόγου. Στο πρώτο ο ποιητής αφήνει μετά θάνατον τα φτωχά και απλά υπάρχοντά του στον εαυτό του και μόνο σε αυτόν, γιατί μόνο εκείνος μπορεί να αντιληφθεί την αξία τους, μόνο εκείνος μπορεί να δει τα ευτελή ωσάν πολύτιμα. Ρούχα, παπούτσια, βιβλία. Στο δεύτερο το χιούμορ αφορά σε όλους αυτούς που θεωρούνται ευτυχισμένοι άρα και ισορροπημένοι και αντιστρόφως. Είναι παράξενα όντα αυτοί οι άνθρωποι που μάλλον έχουν κερδίσει μια θέση στον παράδεισο, ενώ οι άλλοι, αυτοί για τους οποίους ο ποιητής διεκδικεί την ελευθερία τους και φτιάχνουν κόσμους και όνειρα και πλάθουν αυταπάτες, συμφωνίες, λέξεις, αρκούνται σε μια θέση στην κόλαση. Τούς φτάνει. Στο ποίημα «Ένας άντρας και μια γυναίκα» τον πρώτο λόγο έχει ο έρωτας. Ποίημα αισθαντικό που δημιουργεί το πλαίσιο, όπου ένας άντρας και μια γυναίκα με το πέρασμά τους σταματούν τον χρόνο, παγώνουν τη στιγμή. Η καταλυτική διάσταση του έρωτα εξακτινώνει όσους τον παρατηρούν να καρπίζει και το ξάφνιασμα που προκαλεί έγκειται στο λίγο που διαρκεί. Στην ίδια γραμμή αλλά με διαφορετική αφορμή κινείται και το ποίημα «Επέτειος». Τα είκοσι δύο χρόνια συνύπαρξης του ποιητή με τη σύζυγό του παράγουν ένα ποίημα τρυφερό για το αγαπημένο πρόσωπο και την οικογενειακή θαλπωρή που απολαμβάνει μαζί με τον δημιουργό. Οι χωροχρονικές σταθερές καταλύονται, όπως συμβαίνει και σε άλλα ποιήματα του Ρεταμάρ, και το παρελθόν συνυπάρχει με το παρόν στο ίδιο ποίημα. Συχνά η ανάμνηση στρώνει και προλειαίνει το έδαφος, ώστε η πένα να αναφερθεί στο τώρα και να αποτιμήσει τη συγκομιδή του χρόνου. Η βεβαιότητα της αμφίδρομης αγάπης προσφέρει την ανεξάντλητη λάμψη στο αγαπημένο πρόσωπο, ενώ η επέτειος δεν είναι παρά η αφορμή: Αλλά πάνω απ’ όλα θα γιορτάσουμε με μια μέρα όπως όλες οι μέρες αυτής της ζήσης./ Αυτής της μακράς κιόλας ζήσης, όπου μοιραστήκαμε τόσα πράγματα […] (σ. 49) Στα λυρικά και ρομαντικά ποιήματα με τον τρυφερό και ευαίσθητο λόγο ανήκει και το ποίημα «Στην αγαπημένη μου», όπου περιγράφεται με μεγάλη λεκτική μαεστρία η πατρική αγάπη προς την κόρη, η οποία με τον σύντροφό της φεύγει, καθώς την καλεί το καθήκον του ιατρού σε χώρες της Αφρικής που έχουν μεγάλη ανάγκη από ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ιατρικό προσωπικό. Ο πατέρας αποχαιρετά συγκινημένος αλλά και περήφανος την κόρη του. Επιπλέον, το ποίημα «Η επιβλητική κουβανεζική ομορφιά» είναι ένα ποίημα εντοπιότητας, όπου η πατρίδα του ποιητή, η όμορφη Κούβα, απέχει παρασάγγας από την αφιλόξενη, ψυχρή, πολύ διαφορετική Νέα Υόρκη. Ίσως το ποίημα αυτό να αποτελεί ένα είδος συνομιλίας, γράμματος ή απεύθυνσης του ποιητή προς την κόρη του ενημερώνοντάς την για τα νέα του νησιού. Στο ποίημα «Βικτώρια» παρατηρείται ξανά η μετατόπιση στον χώρο και τον χρόνο με αφορμή μια κοπέλα από το παρελθόν, μια παλιά συμφοιτήτρια του ποιητή, που πλέον δε ζει. Ο ποιητής γράφει το ποίημα αυτό για να συγκρατήσει στη μνήμη του αλλά και να φέρει στον νου των αναγνωστών αυτό που έχει πραγματικά σημασία. Τα χαρακτηριστικά, τα αιτήματα, τις ανάγκες, τις αναζητήσεις αυτής της κοπέλας. Εκείνη με την αλησμόνητη μελαχρινή ομορφιά της,/ Η ευφυής, η σοβαρή, η τολμηρή. […] Η ομορφιά της δεν θα ανήκε σε κανένα./ Σε κανένα η απληστία της για μάθηση, η ανάγκη της για δικαιοσύνη./ Ή σε όλους. (σ. 71). Ίσως αυτή η κοπέλα να ενσάρκωνε στα μάτια του ποιητή την persona της ιδεατής γυναίκας. Από την ιδιωτική σφαίρα και τα μεμονωμένα παραδείγματα από την προσωπική ζωή, το ποίημα «Ένα γεράκι άλλων καιρών» μεταφέρει τον αναγνώστη στην ανθρωποκεντρική διάσταση της ποίησης του Ρεταμάρ. Ένα ποίημα γεμάτο κατανόηση για την ανθρώπινη υπόσταση, τη θέληση, το πείσμα του ανθρώπου και την τελική δικαίωση των κόπων του.

Τα ποιήματα «Ακούοντας ένα δίσκο του Benny Moré» και «Το προνόμιο του να βλέπεις να πεθαίνουν» συλλαμβάνουν το θέμα της φιλίας με ευρύτερες προεκτάσεις το καθένα. Εντούτοις, και τα δύο κινούνται σε έναν μελαγχολικό έως πένθιμο τόνο που συνοψίζεται στο ζήτημα της απώλειας και της διαχείρισής της. Κυριαρχεί το συναίσθημα του απολογισμού και της οδύνης, το οποίο νομοτελειακά προκύπτει όταν αποδημεί ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ειδικά στο δεύτερο ποίημα, ο ποιητής αποχαιρετά τον παιδικό του φίλο με τον οποίο μοιραζόταν τόσο πολλά, μοιραζόταν την ίδια τη ζωή. Ο Καππάτος στον Πρόλογο της έκδοσης σημειώνει: «Ο θάνατος, μέσα σ’ ένα συγκρατημένο συναίσθημα οδύνης, γίνεται αιτία ενός βαθύτερου τραγικού απολογισμού για το τι μένει από αυτήν τη σχέση ζωής και φιλίας.»[3] Ο ποιητής βιώνει την απώλεια μέσα από τις θύμησες, μέσα από στιγμές που έζησε με τον φίλο του και τώρα τις φέρνει στον νου του. Θυμάται ακόμα τον ιδιαίτερο τρόπο επικοινωνίας, με γκριμάτσες και χειρονομίες, τον τρόπο που συνεννοούνταν και γελούσαν, χωρίς να χρειάζεται να μιλήσουν. Δεν τρέφει φρούδες ελπίδες. Δεν υπάρχει ίχνος θρησκευτικής ή μεταφυσικής αντίληψης στο ποίημα. Ο θάνατος έχει νικήσει, αυτό είναι δεδομένο. Τώρα αυτό που απασχολεί είναι το απόσταγμα αυτής της φιλίας. Το νόημα όλων αυτών των στιγμών, αυτής της βαθιάς και πηγαίας γνώσης του ενός από τον άλλον και αντίστροφα. Τι μένει από όλα αυτά; Την απάντηση τη δίνει το ποίημα. Όλα αυτά ήταν λοιπόν για να έχεις το προνόμιο/ Να είσαι αυτός που έσφιξε το χέρι στο τσαλακωμένο κρεβάτι νοσοκομείου/ Όπου ο ένας από τους δύο ξεψυχάει ενώ προσπαθεί να χαμογελάσει. (σ. 65)

Πολύ συχνά ο Ρεταμάρ στα ποιήματά του αναφέρεται σε αγαπημένους ομοτέχνους του ποιητές που άσκησαν, σίγουρα, σημαντική επίδραση στην προσωπικότητά του και το έργο του αρχής γενομένης με το ποίημα – ύμνο στον Φ.Γ. Λόρκα. Κατά τον ποιητή η φωνή του Λόρκα ενσάρκωνε την ίδια την ιδέα της ποίησης που πρέπει να διαφυλαχθεί στη μνήμη σαν πολύτιμο κειμήλιο. Κι ας κατακρεουργήθηκε με τον πιο βίαιο και άτιμο τρόπο. Όταν το Φεδερίκο ήταν ένα ηλεκτρισμένο όνομα,/ Μια φλόγα που αναβοσβήνει στο σκοτάδι,/ Ένας θησαυρός, ένας αλησμόνητος φίλος που τον άρπαξε η νύχτα που μ’ αυτή άρχισε ο χειμώνας. (σ. 55) Αλλά ακόμα κι όταν η φωνή του αηδονιού της Ανδαλουσίας λησμονηθεί, πρέπει να επανορθωθεί η αδικία που υπέστη εν ζωή. Να τιμηθεί από τους απλούς ανθρώπους και, κυρίως, από τους ποιητές. Οι λέξεις από σάρκα και οστά που έκαναν να ανατριχιάσει ο κόσμος/ Ίσαμε τον Αύγουστο του 1936, πριν τριάντα χρόνια,/ Όπου τα θηρία που πάντα καραδοκούν σε τουφέκισαν γιατί ναι,/ Γιατί όλα,/ Γιατί έτσι τελειώνουν οι ποιητές. (σ. 57)  Το ποίημα «Εις μνήμην Ιεζεκιήλ Μαρτίνες Εστράδα» του 1964 αφιερώνεται, όπως δηλώνει και ο τίτλος, στη μνήμη του Αργεντίνου ποιητή και δοκιμιογράφου, η επιδραστικότητα του οποίου στην ψυχή του Ρεταμάρ είναι θεμελιώδης, καθώς όπως δηλώνει ξεκάθαρα πριν τον γνωρίσει και τον αγαπήσει ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Η επαφή με τον Αργεντίνο ποιητή ήταν τόσο καταλυτική για το ήθος, τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του Ρεταμάρ, που τον μετέβαλε ως άνθρωπο και ως δημιουργό. Ο Ρεταμάρ στο ποίημά του δεν αναλίσκεται σε θρήνους, οιμωγές και βαρύγδουπες εκφράσεις. Αποδέχεται πλήρως τη νεκρότητα της σάρκας αλλά αφιερώνει τον χώρο που έχει στην αποτύπωση των στοιχείων εκείνων της ευγενούς ψυχής και του αποστάγματος των «φλεγόμενων γραφτών» του Ιεζεκιήλ Μαρίνες Εστράδα. Προχωρώντας παρακάτω συναντούμε το αφιερωμένο ποίημα στον Κουβανό ποιητή και πεζογράφο Χοσέ Λεθάμα Λίμα. Ο Ρεταμάρ με τον γνωστό συζητητικό και απλό ποιητικό του λόγο μαζί με τη σύζυγό του συναντούν τη μητέρα του Λίμα, με εκείνη να τους καθησυχάζει ότι ο γιος της θα είναι παρών στο γνωστό εστιατόριο – στέκι τους στην Αβάνα. Η επίσκεψη και το δείπνο στο εστιατόριο Καντόνα μοιάζει με ιεροτελεστία για τους συνδαιτημόνες. Και είναι αυτά τα δείπνα ο καλύτερος τρόπος, για να μάθει κανείς τους ποιητές. Απευθυνόμενος στον Λίμα ο Ρεταμάρ διαπιστώνει: Δυστυχισμένοι όσοι θα μάθουν για σένα μόνο απ’ ό,τι προτείνουν (μ’ αυτό που μοιραία ψεύδονται) οι πνιχτές φωνούλες του μελανιού‧/ Αυτοί που δε γνώρισαν τη ναυτική γιορτή,/ Αέρινη, λουλουδάτη, υπερβολική, απαραίτητη, Μια νύχτας στο εστιατόριο Καντόνα – μιας νύχτας του κόσμου […] (σ. 81) Από το ποίημα παρελαύνουν Κουβανοί ζωγράφοι (λ.χ. Μαριάνο, Διάγκο, Άρτσε), ενώ ξεχωρίζει η διακριτική αναφορά στον σημαντικό Μεξικανό ποιητή Αλφόνσο Ρέυες. Στον ίδιο τόνο με διαφορετική, βέβαια, σκηνοθετική ματιά, αλλά με την ίδια θέρμη κινείται και το ποίημα «Χουάνα» αφιερωμένο στην Αδελφή Χουάνα Ινές ντε λα Κρουθ, Μεξικάνα ποιήτρια και πεζογράφο και βαθιά γνώστρια της ελληνικής παιδείας και μυθολογίας, η οποία κληροδότησε έργο υψηλής λογοτεχνικής αξίας, καλαισθησίας και πνεύματος. Ο Ρεταμάρ με λόγο υποβλητικό και γεμάτο σεβασμό για αυτή την λογοτέχνιδα του 17ου αιώνα αναφέρεται στη διαχρονικότητα και τη σημαντικότητα του έργου της, στη φωτιά του που καίει ακόμα και θα καίει για πάντα.

Η φροντισμένη έκδοση της Εκάτης ολοκληρώνεται με ένα απρόσμενο ποίημα, ένα ποίημα, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί mutatis mutandis ως ποίημα ποιητικής, όπου ο ποιητής δηλώνει πως η ταυτότητά του βρίσκεται έξω από την ποίηση. Δεν πιστεύει – αυτό είναι φανερό και από τα υπόλοιπα ποιήματα – σε δόξα και αθανασία, σε εγκώμια και βερμπαλιστικούς φανφαρονισμούς. Οι γραμμές του διερευνούν την αυταξία τους, το νόημά τους μες στο πολύ παράξενο άπειρο (σ. 85), ενώ ο ίδιος συγκρούεται και με τον εαυτό του αλλά και με τη γνώμη που έχουν σχηματίσει οι άλλοι γι’ αυτόν διατεινόμενος ότι τα γραπτά του έχουν παρανοηθεί από τα φιλόδοξα λεξικά και τις φιλόδοξες λογοτεχνικές ιστορίες. Ο Ρεταμάρ βλέπει και αποτιμά το έργο του ως μια διάφανη αλληγορία της φτωχής καρδιάς ενός παιδιού που το μόνο που ήθελε είναι τα απλά καθημερινά πράγματα, όπως το να ευτυχήσει με μια κοπέλα. Η θλίψη, η μοναξιά, η απελπισία συνέδραμαν για να γραφτούν οι τέλειες σελίδες μου,/ Αλλά εγώ θ’ αντάλλαζα τόσες και τόσες από εκείνες τις σελίδες/ Για να φιλήσω τα χείλη που επόθησα. […] Μου απόδωσαν την ανεπιθύμητη πατρότητα/ Φωνακλάδικων λογοτεχνικών αιρέσεων και συμπόσια δειπνοσοφιστών,/ Όταν εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να είμαι πατέρας γιων και θυγατέρων από σάρκα και οστά. (σ. 87) Ωστόσο, αποδίδει στην ποίησή του μια άλλη διάσταση. Γράφοντας τα ποιήματά του, σκύβοντας μέσα του και αντιμετωπίζοντας τον τρόμο που ανάβλυζε από την αναμέτρηση με τον εαυτό του, αποδείχθηκε γενναίος μπροστά σε αυτή τη σκληρή αντιξοότητα. Η ποίηση είναι το δικό του κατόρθωμα στη μάχη με τον χρόνο, με την κοινωνική αδικία, με τα επαμφοτερίζοντα συναισθήματά του, με τον εαυτό του. Τούτο το κείμενο, το οποίο σαφώς δεν εξαντλεί όσα θα μπορούσαν να ειπωθούν για τα μεταφρασμένα από τον Ρήγα Καππάτο ποιήματα του Κουβανού δημιουργού, θα ολοκληρωθεί με την ευχή να αποτελέσει την αφορμή και το εφαλτήριο να έρθουν σε επαφή περισσότεροι αναγνώστες με το έργο του Ρεταμάρ και, γενικότερα, με τη σημαντική και ενδιαφέρουσα ποιητική παράδοση της Κούβας και να υπάρξουν στο άμεσο μέλλον περισσότερες μεταφράσεις στην ελληνική γλώσσα ποιητών από την Κούβα.

*Ο Δημήτρης Μπαλτάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999. Είναι φιλόλογος, ποιητής και υποψήφιος διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας. Ποιήματα και κριτικά κείμενά του για την ποίηση έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ έχει συμμετάσχει με ποιήματά του σε συλλογικά έργα. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές Η Αρχή (Οσελότος, 2019), Μελωδίες λήθης (Αποστακτήριο, 2021), Το όνομα του έρωτα (Αποστακτήριο, 2022), Περιγραφές του ανεκπλήρωτου (Κάκτος, 2022), Τα λεπτά της σιωπής (Κάκτος, 2023).

[1] Βλ. Ρήγας Καππάτος (2009) στο Roberto Fernández Retamar, Πέντε ελληνικά και άλλα ποιήματα, «Πρόλογος», Αθήνα:Εκάτη, σ. 9.

[2] Βλ. ό.π. σ. 10.

[3] Βλ. ό.π. σ. 10.