Βιώνοντας και συνθέτοντας  την Ελεγεία του Πένθους

 

 

Ο Κώστας Λάνταβος, ο γνωστος ανα το πανελλήνιο Λαρισαίος ποιητης, την τελευταία ποιητικη συλλογη-του, 15η στη σειρα, που κυκλοφόρησε το 2023 απο τις εκδόσεις Θράκα, την τιτλοφόρησε  «Το μέγιστο θαύμα». «Το μέγιστο θαύμα», όπως ο ίδιος μας πληροφορει σ’ ένα στίχο-του, στην αρχη της συλλογης-του, είναι ο άνθρωπος («Ιδου εγω, ο άνθρωπος, ο υιος της οδύνης, το μέγιστο θαύμα»), δάνειος χαρακτηρισμος απο τον Ερμη τον Τρισμέγιστο.

Εν ολίγοις, ο ποιητης μας προϊδεάζει για έναν σκληρα δοκιμαζόμενο άνθρωπο, απλο, αγνο, ταπεινο, που έχει, ή που προσπαθει, ν’ αποσβέσει πλήρως το Εγω-του, τ’ όνομά-του, τα πάθη, τις ορμες, τις επιθυμίες-του (σαρκικες και υλικες), γενικα την εύκολη ζωη-του και ο οποίος, αποκαθαρμένος και εξαϋλωμένος, αναμάρτητος και ενάρετος, οδηγείται ολοταχως προς την αγιότητα των αισθήσεών-του. Γράφει:

 

Απεκδύθην

Όλες-μου τις επιθυμίες,

τους πόθους-μου για έκφραση,

τη θέληση για μια εύκολη ζωη

με μια ωραία και εύκολη συνείδηση,

σ. 43

 

Και λίγο πιο κάτω:

 

Θέλω να ξεχάσω. Θέλω να ξεχάσω τ’ όνομά-μου.

Είναι μια σημαία που δηλώνει εκείνο που δεν είμαι,

είναι μια φυλακη που κρύβει αυτο που είμαι

είναι μια περίκλειστη λίμνη και εκει ουκ εισελεύσει άνθρωπος

μόνο πουλια που οσμίζονται της ύβρεως το λευκο σεντόνι.

 

Τ’ όνομά-μου πρέπει να σβήσει. Γιατι η καρδια πρέπει

να μείνει στο σωστο μέρος.

 

Η αγάπη μπορει να εξαντλήσει έναν άντρα.

Αλλα η σωστη αγάπη

μπορει να του δώσει μέλλον.

σ. 64

 

Μας συστήνει, δηλαδη, έναν άνθρωπο απαλλαγμένο απ’ όλα τα περιττα βάρη που πλάκωναν το σώμα και την ψυχη-του, αφήνοντας μόνο το αίσθημα της αγάπης και το εσωτερικο φως  να τον τροχοδρομουν στην σωστη κατεύθυνση αλλα και να τον εγκλιματίζουν σε μία νέα και αληθινηζωη. Έτσι, όπως μας το μεταφέρει στους ακόλουθους στίχους-του:

 

Θέλω να βγάλω όσο σκοτάδι απέμεινε εντος-μου.

(Πως είναι να καίγεσαι απ’ τον ψυχρο αέρα;)

να υψωθω στον περίβολο της Αγάπης

δεν είναι η αγάπη πολυτέλεια….

σ. 18

Σίγουρα, ο άνθρωπος που έχει σαν πρότυπό-του ο ποιητης Κώστας Λάνταβος, και τον οποίο βάλθηκε να ευξημνει περίτεχνα και να μας παρουσιάζει εξιδανικευμένο στη συλλογη-του, δεν προσομοιάζει και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με αυτο, «το αλλόκοτο ζωντανο όν», που περιγράφει ο Πωλ Βαλερυ στο έργο-του:

«Ο άνθρωπος είναι αυτο το ξεχωριστο ζώο, αυτο το αλλόκοτο ζωντανο ον που αντιτίθεται σε όλα τα άλλα, που επιβάλλεται σε όλα τα άλλα, με…τα όνειρά-του – με την ένταση, με τον ειρμο-του, με την ποικιλομορφία των ονείρων-του! Με τα υπερβολικα αποτελέσματα των ονείρων-του, που φτάνουν μέχρι του σημείου να τροποποιουν τη φύση-του – και όχι μόνο αυτη, αλλα και τη  φύση που τον περιβάλλει, την οποία προσπαθει ακαταπόνητα να υποτάξει στα όνειρά-του». (“Η κρίση του πνεύματος”, Μετάφραση- Επίμετρο Θανάσης Χατζόπουλος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1996, σ. 33).

Κατα βάθος, ο ποιητης, όπως διαπιστώνω, αποτυπώνει και εκθέτει στην καινούργια ποίησή-του το ίδιο το ποιον-του, τον βαθύτερο εαυτο-του («Ιδου εγω ο άνθρωπος»),που διακρίνεται απο βελούδινη ευγένεια και απαράμιλλο ήθος. Ακριβως, όπως είχε ονειρευτει αυτο τον αδαμάντινο χαρακτήρα και με επιμονη τον έχει καλλιεργήσει και τελειοποιήσει, και ο οποίος τώρα του δίνει το δικαίωμα να βρίσκεται σε διαρκη διάλογο με τον ευατο-του, τον διπλανο-του, την θρησκεία-του και κυρίως με τον ύψιστο και παντοδύναμο Θεο-Του, γιατι, όπως ομολογει «χωρις πίστη τίποτα δεν ζεσταίνει την ψυχη», σ. 15. Υπο αυτο το πρίσμα, λοιπον, κύριος στόχος-τουποιητη είναι να μετατρέψει την εμπεδωμένη θρησκευτικη βιοθεωρία-του σε υψηλη και θεόπνευστη λογοτεχνία!

Δηλαδη, ο ποιητης και άνθρωπος Κ. Λάνταβος είναι ένα θεοσεβες όν που, παρα τα πολλα ερωτηματικα που τον ταλανίζουν γύρω αποτην ανεπαρκη υπόσταση του Θεου, («Άν υπάρχει Θεος δε θα’ χει καμμία ομοιότητα με το Θεο / που όλες οι θρησκείες βεβαιώνουν πως υπάρχει. Πως να δεχτεις έναν ζηλότυπο Θεο»),τον αναζητει επισταμένα μέσα απο τα έργα-Του, τα οποία μόνο αυταείναι ορατα στους ανθρώπους, και όχι μέσα απο την ουσία-Του, που είναι αόρατη. Συγκεκριμένα, αναζητει τον Θεο της Αγάπης και του Ελέους. Τον αναζητει στα φωτισμένα  θρησκευτικα και εκκλησιαστικα κείμενα αλλα και μέσα στα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ακόμη, τον αναζητει μέσα απο τη ζωη και τις πράξεις του μεγάλου δημιουργήματος-Του, που είναι ο άνθρωπος, το «μέγιστο θαύμα», κατα τον ορισμο-του, καθως και μέσα στην απέραντη, μεγευτικη και χαρμόσυνη φύση, με ότι τη συναποτελουν: φως, σκοτάδι, χώμα, βουνα, θάλασσες, νερο, αέρας, πουλια κ.α., διασαφηνίζοντας πως «Κατέφυγα στον Στίχο για την κατανόηση του κόσμου», σ. 16.

Επομένως, δεν χρειάζεται ο αναγνώστης να καταβάλει μεγάλες προσπάθειες ή να έχει πολυ γυμνασμένο μάτι για να διακρίνει τα πολλα και διάφορα διακείμενα που επέλεξε και με τα οποία εμπλούτισε και ενδυνάμωσε τα δικα-του κείμενα. Αυτα, βέβαια, τα συγγενικα, προς την πίστη και την ποίησή-του, διακείμενα, πέραν του ότι είναι ορατα δια γυμνου οφθαλμου, ο ποιητης φρόντισε, δίκην δικαιοσύνης προς τους δημιουργους-τους, να τα υπομνηματίσει, με κάθε λεπτομέρεια, στο τέλος του βιβλίου-του. Συγκεκριμένα, επιλέγει και αξιοποιει διακείμενα απο τους ψαλμους του Δαυίδ, τον προφήτη Ιερεμία, την Γένεσις, την Έξοδο, τον Ακάθιστο Ύμνο, τον Ρωμανο τον Μελωδο, τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, την Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, απο κοντάκια της Μεγάλης Εβδομάδας, την Νεκρώσιμη ακολουθία του Ιωάννη Δαμασκηνου αλλα και απο το έργο του φιλόσοφου Εμπεδοκλη και κορυφαίων άλλων ευρωπαίων διανοούμενων, όπως του Jaun Ramon Jimenez και του Picodella Mirantola.

Όπως προκύπτει, όμως, απο την ποίηση που διαβάζουμε στην φρεσκοτυπωμένη συλλογη του Κ. Λάνταβου, η διαμόρφωση της αδρης, στιβαρης και τόσο ενδιαφέρουσας ποιητικης φυσιογνωμίας-του, οφείλει τα μέγιστα στη συνεχη επαφη και την ειλικρινη συνομιλία-του με αυτα τα ποικιλόμορφα κείμενα και πρώτιστα με την υπέροχη υμνολογία της ορθόδοξης θρησκευτικης παράδοσής-μας, με τα οποία φαίνεται καλα σπουδαγμένος, εκπαιδευμένος και εξοικειωμένος!

Ως εκ τούτου, απο τα πιο πάνω, αντλει τα θέματά-του, τα σύμβολά-του, τις ιδέες, το ύφος και τον βηματισμοπου συναντούμε τώρα στην ευρύχωρη ποίησή-του, κατορθώνοντας με αυτο τον τρόπο να συνθέσει και ο ίδιος μία σειρααπο αίνους, ύμνους και μικρεςπροσευχες προς τον μεγάλο δημιουργο του σύμπαντος κόσμου. Θέλω να σημειώσω πως σε αυτη τη συλλογη ο αναγνώστης παρακολουθει βήμα – βήμα τοναναβαθμοκαι τη δύναμη του στοχασμου-του, κατατη διάρκεια της δημιουργίας και ολοκλήρωσης του ποιητικου έργου-του.

Με άλλα λόγια, ο ποιητης σε αυτο το έργο-του μοιάζει μ’ έναν άνθρωπο που βρίσκεται στα δυσμας του βίου-του, εν ασκητεία και προσευχη, ασώματος και εξαϋλωμένος, που απευθύνεται νυχθημερον, με μεγάλο θρησκευτικο σέβας και αγάπη, στον Κύριον και Θεο-Του.

Ένας ποιητης, δηλαδη, με βαθια πίστη που βάλθηκε τώρα να κάνει τον απολογισμο της ζωης-του, ενώπιον Θεου και ανθρώπων, εκθέτοντας όσα έπραξε και δεν έπραξε, θετικα ή αρνητικα, στη ζωη-του. Ένας ποιητης που υποκλίνεται προς τον Θεο-Του αλλα και στο ύψιστο, το τέλειο και θαυμαστο δημιούργημα που έφτιαξε, το οποίο λέγεται αιώνιος άνθρωπος!

Σε αυτη όμως, τη μυστικιστικη πορεία-του, ο Κ. Λάνταβος«ο της θλίψες οδοιπόρος», άλλοτε πορεύεται μόνος-του και άλλοτε θέλει να μυήσει και να έχει μαζι-του, συνοδοιπόρους και συναθλητες-του, και άλλους συνανθρώπους-του, στους οποίους προσπαθει να εμφυσήσει ή να μεταδώσει το αίσθημα της θνητότητας και της ταπεινότητας που πλημμυρίζουνκαι τον ίδιον. Να κατανοήσουν, δηλαδη, πως σε αυτη τη γη είμαστε όλοι φιλοξενούμενοι ή, όπως πολυ σωστα το λέει ο γερμανος φιλόσοφος Μάρτιν Χάϊντεγκερ «είμαστε οι επισκέπτες της ζωης». Γράφει ο Κ. Λάνταβος:

 

-αείποτε και πάντα μόνος-

αναζητω το έρμα της ζωης

μέχρι το αδύνατο να γίνει δυνατο

 

Και να βρεθω μ’ αυτους που προσδοκουν

τη νέα ανθοφορία.

σ. 40

 

Ανοίγω τα χέρια-μου σε όλουςτιμω αυτους

που ενω ανέβηκαν, δίνουν το χέρι-τους

σ’ εκείνους που αγωνίζονται ν’ ανέβουν,

 

δίνοντας ο ένας στον άλλο

μιαν ιδέα ανακούφισης

έναν ίσκιο να ξαποστάσει

πόσο υποφερτος γίνεται ο κόσμος, πόσο βιώσιμος!

σ. 34

 

Επομένως, μας νουθετει πως πρέπει ν’ αντιληφθούμε πως τίποτα δεν είναι δικο-μας, τίποτα δεν είναι στην κατοχη ή την ιδιοκτησία-μας σε αυτο το σύντομο ταξίδι-μας στη γη. Συνάμα, όμως, ο ποιητης μάς προειδοποιει και για κάτι άλλο: Μας θυμίζει πως πρέπει την ώρα της μεγάλης κρίσεως να είμαστε όλοι καλα προετοιμασμένοι, με την ψυχη και τη συνείδησή-μας ολοκάθαρες, απαλλαγμένες απο τους ρύπους που συσσωρεύτηκαν μέσα-τους στη διάρκεια της επίγειας παρουσίας-μας.

Όπως έκδηλα διαφαίνεται, τον ποιητη τον βασανίζει και τον προβληματίζει η αίσθηση της φθορας και της φαρμακερης ματαιότητας, το άλγος του θανάτου και της απελπισίας που επιφέρει, που τώρα όλα έχουν μεταβληθει, όπως είπα, σε σύμβολα, που είναι όμως έντονα ευδιάκριτα στην καινούργια ποίησή-του. Μιλω βέβαια για όλα αυτα τα πικρα συναισθήματα που αποτελουν, θα έλεγα, τον «αόρατο εχθρο», που απο μέσα σκάβει αδιάκοπα το σώμα και την ψυχη-του.

Πιο δραστικος όμως, είναι ο ψυχοφθόρος φόβος του θανάτου, που πολιορκει τον ποιητη συνεχωςκαι απο διάφορες μεριες. Ο ακατάληπτος θάνατος που, κατα τον παράξενο αφορισμο του αξέχαστου Ανδρέα Καραντώνη, «είναι η πικρότερη ομορφια που δόθηκε του ανθρώπου να χαρει».

Με άλλα λόγια, η καινούργια ποίηση του Κ. Λάνταβου είναι στο σύνολό-της μία ποίηση πένθιμη, γεμάτη με γεύσεις θανάτου, γεμάτη με θανάσιμη μελαγχολία. Δηλαδη, ο θάνατος, όπως θα έλεγε και ο Γιάννης Ρίτσος, είναι η κυρίαρχη, «η αιώνια εξουσία», που καιροφυλακτει πίσω απο κάθε λέξη-του, πίσω απο κάθε εικόνα-του όπου, στο τέλος, όλα μαζι, συνιστουν μία ελεγεία του πένθους, ένα μεγάλο ύμνο εννοωμε περιεχόμενο και ύφος θρηνητικο, που αναβλύζει αδιάκοπα απο την ψυχη του ποιητη.

Όταν ρωτήθηκε κάποτε ο Νίκος Καρούζος αν, όντως, κυριαρχει στο έργο-του «η αγωνία του φθαρτου σώματος», ο βαθυστόχαστος ποιητης απάντησε ότι την έχει σε μεγάλο βαθμο. «Γιατι εκείνο που θα’ θελα», είπε, «είναι να ξεπεράσω τον θάνατο. Αλλα ο θάνατος δεν ξεπερνιέται. Εκείνο που ξεπερνα τον θάνατο είναι η αγιότητα. Τότε μονάχα μπορει ο άνθρωπος να βρεθει έξω απο τον φόβο και επομένως έξω και απ’ τον φόβο του θανάτου». Και, ακριβως, είναι αυτη την αγιότητα  που αναζητει και υποδηλοι στην καινούργια ποίησή-του και ο Κ. Λάνταβος, πιστεύοντας αταλάντευτα πως θα τον συνδράμειγια να υπερπηδήσει το σκοτεινο πέρασμα του θανάτου, που θα τον βγάλει στην άλλη, την αιώνια, την φωτεινηζωη, σε αντίθεση βέβαια με τον εμβληματικο στίχο του Αμερικανου ποιητη Άλλεν Γκίνσπεργκ που λέει πως «η ζωη είναι ένα πέρασμα μέσα απο / δύο πόρτες στο σκοτάδι». Στίχος πουαπηχει, νομίζω, και τον φιλοσοφικο στοχασμο του Νίκου Καζαντζάκη, όπως τον προσλαμβάνουμε μέσα απο το έργο-του ΄΄Ασκητικη΄΄: «Ερχόμαστε απο μια σκοτεινη άβυσσο καταλήγουμε σε μια σκοτεινη άβυσσο το μεταξυ-τους φωτεινο διάστημα το λέμε Ζωη».Και συμπληρώνει ο μεγάλος Έλληνας στοχαστης: «Σκοπος της ζωης είναι ο θάνατος». Με τον Κ. Λάνταβο να προσθέτει: «Ο θάνατος δίνει ζωη σ’ άλλη ζωη», σ. 47.

Κοντολογις, βρίσκω πως η ποίηση του Κ. Λάνταβου είναι διαποτισμένη απο τη μεταφυσικη αγωνία-του. Ο ίδιος διαπιστώνεται ως ένας μεταφυσικος διανοητης, με μυστικιστικές τάσεις που περνάνε και  στην ποίησή-του, δίνοντάς-μας μία σειρα απο τέτοια ποιήματα, στην προσπάθειά-του να διερευνήσει και να εξάξειασφαλη συμπεράσματα για το μυστήριο του θανάτου, όπως άλλωστε ήταν και ο Άγγελος Σικελιανος – παραλληλίζω, δεν αναλογίζω – γεγονος που τον τοποθετει στο πνευματικο κλίμα των μεγάλων μυστικων! Ας διαβάσουμε κάποιους μεμονωμένους στίχους-του που αποτελουν τη σπουδη-του πάνω στο μυστήριο του θανάτου:

 

Όταν σπέρνεις ζωη φυτρώνει θάνατος.

σ. 46

 

Ο θάνατος – παις αείποτε ζαβολιάρης –

φυτρώνει εκει που δεν τον σπέρνεις….

σ. 46

 

Πόσο είναι δύσκολο να υπάρχουμε;

Είν’ η ζωη μια φυλακη χωρις κανένα μέλλον;

Ο θάνατος είναι μέλλον;

σ. 66

 

Πρέπει να είναι κανεις απελπισμένος για να δεχτει

ως παρηγορια τη μετα θάνατον ζωη, όταν η επίγεια ζωη

βιώνεται ως Κόλαση και αφήνει μια γεύση πικρη.

σ. 67

 

Δεν ζω. Κάθε πρωι ξανάρχεται ο θάνατος.

σ. 78

 

Όταν κάποιος, όμως, έχει περάσει προ πολλου το μεσοστράτι της ζωης-του, όταν μάλιστα είναι κι ένας ευαίσθητος ποιητης, είναι επόμενο να βασανίζεται απο τέτοιους υπαρξιακους προβληματισμους και να διακατέχεται απο τέτοιες μεταφυσικες αγωνίες. Είναι, με άλλα λόγια, η εποχη που ο άνθρωπος αρχίζει πλέον να βλέπει τον ήλιο όχι λαμπερο αλλα θαμπο, που σταδιακα πάει να γίνει σκοτεινος. Άρα, εκείνο που του απομένει είναι ν’ αναζητήσει το εσωτερικο φως-του και την Θεία χάρη για να πορευθει ομαλα στην υπόλοιπηζωη-του.

Παρα τον πένθιμο και θλιβερο μανδύα που το περιβάλλει, αλλα και τον ελεγειακο τόνο που κυριαρχει στις σελίδες-του, «Το μέγιστο θαύμα» περικλείνει στον γενετικο-του κώδικα στοιχεία ποιητικου ανθρωπισμου τα οποία είναι διάχυτα απο την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα-του. Ακόμη, ξεχωρίζει ως μία συλλογη με αέρινη ποίηση, με καθαρη λυρικη ενότητα και αλληλουχία νοημάτων, που πρέπει να τη διαβάζει και να την χαίρεται ο αναγνώστης ολόκληρη, μονορούφι, και όχι κομματιαστα. Εδω ο ποιητικος λόγος, σίγουρα, είναι πιο απλος και πιο πυκνος που καταλήγει σ’ ένα βιβλίο που διαθέτει ισχυρη αντοχη στον αδέκαστο χρόνο. Θέλω να πω πως το σπάνιο μέταλλο αυτου του ποιητικου λόγου είναι απο εκείνα που δεν τα αλλοιώνει ο χρόνος.

Είναι βέβαια και μία συλλογη που μέσα-της δεν έχει απονεκρωθει η ελπίδα. Αντίθετα, μέσα απο τις σελίδες-της αναδύεται ολοπράσινη αυτη η ελπίδα, που φθάνει σε μεγάλες δόσεις στονσκληρα δοκιμαζόμενο και κουρασμένο άνθωπο. Και αυτο, κατα την άποψή-μου, είναι το σπουδαιότερο επίτευγμα του ποιητη. Γιατι, η ελπίδα, και γενικα η ζωη, όπως με σιγουρια αποφαίνεται, μπορει να ξεφυτρώσεικαι μέσα απο τα πιο μαύρα τοπία. Έτσι, όπως μας το μεταδίδει, δύο φορες μάλιστα, μέσα απο τους εξης επαναλαμβανόμενους στίχους-του:

 

Ακόμα και η πιο μαύρη νύχτα

δίνει τη θέση-της στην αυγη που ξημερώνει.

σ. 42 και σ. 49

 

Η συλλογη χωρίζεται σε τρεις χαλαρες ενότητες. Η πρώτη φέρει τον τίτλο ΄΄Φυγας θεόθεν…», που είναι θραύσμα απο τη γνωστη ρήση του Εμπεδοκλη. Η δεύτερη τιτλοφορείται ΄΄Η πέμπτη εποχη΄΄, που υπονοει, κατα την άποψή-μου, κάποιο μεταφυσικο στάδιο και η τρίτη΄΄Ο χρόνος΄΄, που περνα και δεν επιστρέφει. Η προσμέτρηση του χρόνου όμως εδω είναι διαφορετικη. Δηλαδη, εδω ο οριζόντιος χρόνος δεν προσμετρείται με την τακτικη προσμέτρηση των ρολογιων αλλα με το πύρωμα των αισθήσεων.  Το περισσότερο βάρος, βέβαια, το επιφορτίζεται η πρώτη ενότητα, εφόσον περιέχει και τα πιο πολλα ποιήματα.

Τις λέξεις, τις ποιητικες φράσεις και γενικα τον στίχο που συναντάμε σ’ αυτη τη συλλογη, ο ποιητης τα περνάει, όπως διαπιστώνω, απο τον αυστηρο έλεγχο της νηφάλιας κρίσης-του, με αποτέλεσμα, καθαγιασμένα να καταλήγουν σε αναμφισβήτητα δείγματα αισθητικης και ηθικης αξίας.

Προσωπικα, μου έδωσε μεγάλη ικανοποίηση και χαρα η επιλογη και η λειτουργικη ένταξη της σπάνιας λέξης «αγλαόκαρπο» (για δέντρο με πολλους και εύγεστους καρπους) στην ποίησή-του (και όχι μόνο αυτη τη λέξη), που είναι μία υπέροχη, αλλα αδρανοποιημένη, λέξη την οποία άντλησε απο τον ΄΄Ακάθιστο ύμνο΄΄. Γράφει ο Κ. Λάνταβος:

 

Ιδου εγω, θα τινάξω την σκόνη της γης απο πάνω-μου

θα ποδοπατήσω την οίηση, αγρυπνώντας να λάβω

την πεπρωμένη οδηγία αναρρίχησης

σε αγλαόκαρπα τοπία.

σ. 12

 

Και στον ΄΄Ακάθιστούμνο΄΄ διαβάζουμε:

 

Χαίρε δένδρον αγλαόκαρπον, εξ ου τρέφονται πιστοι

χαίρε, ξύλον ευσκιόφυλλον, υφ’ ου σκέπονται πολλοι

 

 

 

 

 

 

Εντύπωση, πάντως, προκαλει και ο συμβολισμος που δίνει στη λέξη «κάμπος», την οποία συναντούμε, με διττη μάλιστα στόχευση, (και) σε αυτη τη συλλογη-του, χωρις να μάς διαφεύγει  πως παλαιότερα ο ποιητης ονόμασε μία ολόκληρη συλλογη-του ΄΄Η δωρεα του κάμπου΄΄. Η λέξη «κάμπος» όμως, πιστεύω πως χρημοποιείται στην ποίηση του Κ. Λάνταβου, άλλοτε με την κυριολεκτικη και άλλοτε με τη μεταφορικη σημασία-της. Μπορει με τη λέξη αυτη να εννοει τον πλατυ και εύφορο κάμποτης Λάρισσας και γενικα της Θεσσαλίας (κυριολεκτικα) αλλα πιθανον να εννοει και ολόκληρη την Ελλάδα ή ακόμη και ένα απέραντο νεκροταφείο (μεταφορικα). Έτσι συμβαίνει και με την ΄΄Έρημη χώρα΄΄, του Τ. Σ. Έλιοτ – παραλληλίζω, δεν αναλογίζω – που δεν ξέρεις αν ο ποιητης με τις λέξεις ΄΄Έρημη χώρα΄΄εννοει την Αγγλία, τον δυτικο κόσμο και πολιτισμο ή, ακόμη, και την ίδια την ψυχη-του.Παραθέτω κάποια αποσπάσματα απο «Το μέγιστο θαύμα», για του λόγου το αληθες:

 

Ό,τι μου δόθηκε: τα όρια της γλώσσας-μου κι ένα στάχυ στον κάμπο

σ.17

 

Γεννήθηκα καταμεσης του κάμπου,

μιαν άνοιξη που προμήνυε μια νύχτα σε ανοιχτο ορίζοντα,

με καρποφόρα δάκρυα κι ανήμερη γαλήνη.

σ. 31

 

Απο μικρο παιδι ήθελα οι σκέψεις-μου να μυρίζουν καλοκαίρι

να τις φωτίζει η ανταύγεια τ’ ουρανου

ο αντίλαλος της φωνης-μου να τραγουδα μες στο λιοπύρι

και ύστερα να σβήνει ξέπνοος στον κάμπο,

σ. 37

 

Σ’ αυτον εδω τον τόπο, στον αμείλικτο κάμπο

όπου άλλοι αγριεύονται και άλλοι ημερεύουν,

 

Καταθέτω όλες-μου τις επιθυμίες.

σ. 54

 

αυτος ο κάμπος είναι το δικο-μου σπίτι

 

Έχω το αρχαίο δικαίωμα να σεργιανω

στου κάμπου την απεραντοσύνη,

να συναντω την αύρα τού λυγμικου-του άσματος

όταν ο ήλιος αποσύρεται και μοναχος ματώνει.

σ. 57

 

Καταλήγοντας, να τονίσω πως ΄΄Το μέγιστο θαύμα΄΄ αποκαλύπτει σίγουρα ένα συγκροτημένο ποιητη, με πλατια και ποικίλη παιδεία αλλα και ένα στέρεο έργο, με ξέχωρο και ρωμαλέο πρόσωπο. Παράλληλα, αποκαλύπτει και έναν άνθρωπο εντυπωσιακης ευθύτητας, πνευματικης ακεραιότητας και εντιμότητας, του οποίου η ποίηση, αν έχω καλα καταλάβει, είναι η πρώτη, η γενικότερη αξία στη ζωη-του. Μία ανεκτίμητη αξία που την καταθέτει τώρα στο ΄΄κοινοταμείο΄΄ του πολιτισμου-μας για να έχουν την ευκαιρία να την καρπώνονται και να την χαίρονται όλοι οι συνάνθρωποί-του.

 

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου που εφάρμοζε ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος