Άσπρες κηλίδες πάνω στο άσπρο. Μια ανέκδοτη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου. Ολοκληρωμένη, έτοιμη για έκδοση. Η συλλογή (110 ποιήματα) γράφτηκε στο διάστημα 1.XII-27. XII.85. Η βʹ γραφή έγινε στο διάστημα 20-29.VII 1986. Η α´ γραφή στην Αθήνα και η β´ γραφή στο Καρλόβασι της Σάμου.

Τα χειρόγραφα ανακάλυψε η Maria Caracausi ανάμεσα στις εκδομένες συλλογές που βρίσκονται στα Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη. Εκείνη πρώτη δημοσίευσε τη συλλογή σε μια δίγλωσση έκδοση – στα ιταλικά και στα ελληνικά – που πραγματοποιήθηκε από τον εκδοτικό οίκο Torri del Vento, στο Παλέρμο της Ιταλίας.
Το ποίημα υπ’ αριθμ. 46, που υπήρχε στην αʹ γραφή και από παραδρομή δεν συμπεριλήφθηκε από τον ποιητή στη βʹ γραφή, μπήκε στη θέση του στην παρούσα έκδοση.

 

 

Πότε πότε
καθώς γράφεις
πέφτει στό χαρτί
μιά ὑδάτινη σταγόνα.
Σέ λίγο στεγνώνει.
Δέ φαίνεται τίποτα.
Ἐκεῖ ἀκριβῶς ὑπάρχει
κάποιο κενό δυσανάγνωστο
κι ἡ ἀκριβής λέξη.

Ἀθήνα, 2.XII.85

**

Μ’ εὐγένεια ὑποκλίνονται.
Τά χέρια τους, τό πρόσωπό τους
πάντα πλυμένα.
Λιγομίλητοι.
Στόν νιπτήρα τους εἶδα
μιά γραμμή αἷμα.
Τούς ἀγάπησα.

 

**

 

Ἄναψαν φωτιές μέ τά ξερόχορτα,
σήκωσαν τό πήλινο λαγήνι,
ἤπιαν τό ἀμίλητο νερό
καί τραγούδησαν.

Ἀθήνα, 1.XII.85

 

**

 

Ἐγώ – εἷπε –
μεταφέρω αὐτό τό κιβώτιο
πολύ βαρύ.
Δέν ξέρω τί περιέχει.
Ὅταν κουράζομαι
κάθομαι πάνω του,
καταφεύγω στόν ὕπνο
γιά νά κρύψω
τά τρύπια μου παπούτσια.

 

**

Γι’ αὐτό περίμενες.
Δέν ἦρθε.
Ἄς εἶναι.
Φτάνει πού περίμενες
καί περιμένεις
κόβοντας τά νύχια σου,
μελετώντας τά ὁδόσημα
ἄγνωστων δρόμων.

 

**

Ποιός ἄφησε
πάνω στό τραπέζι μου
τά γάντια τοῦ πυγμάχου;
Τώρα
γεμίζω αὐτά τά γάντια
μέ λουλούδια καί πούπουλα.
Ἄν τά φορέσω
θά πετάξω.

Ἀθήνα, 3.XII.85