Απόσπασμα 834-876

ΚΗΡΥΞ

[…] ὦ πάντες ἀστοί, —νῦν γὰρ οὕτω ταῦτ᾽ ἔχει—,
χωρεῖτ᾽, ἐπείγεσθ᾽ εὐθὺ τῆς στρατηγίδος,
ὅπως ἂν ὑμῖν ἡ τύχη κληρουμένοις
φράσῃ καθ᾽ ἕκαστον ἄνδρ᾽ ὅποι δειπνήσετε·
ὡς αἱ τράπεζαί γ᾽ εἰσὶν ἐπινενησμέναι
ἀγαθῶν ἁπάντων καὶ παρεσκευασμέναι,
κλῖναί τε σισυρῶν καὶ δαπίδων νενημέναι.
κρατῆρας ἐγκιρνᾶσιν, αἱ μυροπώλιδες
ἑστᾶσ᾽ ἐφεξῆς· τὰ τεμάχη ῥιπίζεται,
λαγῷ᾽ ἀναπηγνύασι, πόπανα πέττεται,
στέφανοι πλέκονται, φρύγεται τραγήματα,
χύτρας ἔτνους ἕψουσιν αἱ νεώταται.
Σμοῖος δ᾽ ἐν αὐταῖς ἱππικὴν στολὴν ἔχων
τὰ τῶν γυναικῶν διακαθαίρει τρύβλια.
Γέρων δὲ χωρεῖ χλανίδα καὶ κονίποδα
ἔχων, καχάζων μεθ᾽ ἑτέρου νεανίου·
ἐμβὰς δὲ κεῖται καὶ τρίβων ἐρριμμένος.
πρὸς ταῦτα χωρεῖθ᾽, ὡς ὁ τὴν μᾶζαν φέρων
ἕστηκεν· ἀλλὰ τὰς γνάθους διοίγνυτε.
ΑΝ. οὐκοῦν βαδιοῦμαι δῆτα. τί γὰρ ἕστηκ᾽ ἔχων
ἐνταῦθ᾽, ἐπειδὴ ταῦτα τῇ πόλει δοκεῖ;
ΧΡ. καὶ ποῖ βαδιεῖ σὺ μὴ καταθεὶς τὴν οὐσίαν;
ΑΝ. ἐπὶ δεῖπνον.

ΧΡ. οὐ δῆτ᾽, ἤν γ᾽ ἐκείναις νοῦς ἐνῇ,
πρίν γ᾽ ‹ἂν› ἀπενέγκῃς.

ΑΝ. ἀλλ᾽ ἀποίσω.

ΧΡ. πηνίκα;
ΑΝ. οὐ τοὐμόν, ὦ τᾶν, ἐμποδὼν ἔσται.

ΧΡ. τί δή;
ΑΝ. ἑτέρους ἀποίσειν φήμ᾽ ἔθ᾽ ὑστέρους ἐμοῦ.
ΧΡ. βαδιεῖ δὲ δειπνήσων ὅμως;

ΑΝ. τί γὰρ πάθω;
τὰ δυνατὰ γὰρ δεῖ τῇ πόλει ξυλλαμβάνειν
τοὺς εὖ φρονοῦντας.

ΧΡ. ἢν δὲ κωλύσωσι, τί;
ΑΝ. ὁμόσ᾽ εἶμι κύψας.

ΧΡ. ἢν δὲ μαστιγῶσι, τί;
ΑΝ. καλούμεθ᾽ αὐτάς.

ΧΡ. ἢν δὲ καταγελῶσι, τί;
ΑΝ. ἐπὶ ταῖς θύραις ἕστως—

ΧΡ. τί δράσεις; εἰπέ μοι.
ΑΝ. τῶν ἐσφερόντων ἁρπάσομαι τὰ σιτία.
ΧΡ. βάδιζε τοίνυν ὕστερος· σὺ δ᾽, ὦ Σίκων
καὶ Παρμένων, αἴρεσθε τὴν παμπησίαν.
ΑΝ. φέρε νυν ἐγώ σοι ξυμφέρω.

ΧΡ. μὴ μηδαμῶς. δέδοικα γὰρ μὴ καὶ παρὰ τῇ στρατηγίδι,
ὅταν κατατιθῶ, προσποιῇ τῶν χρημάτων.
ΑΝ. νὴ τὸν Δία, δεῖ γοῦν μηχανήματός τινος,
ὅπως τὰ μὲν ὄντα χρήμαθ᾽ ἕξω, τοισδεδὶ
τῶν ματτομένων κοινῇ μεθέξω πως ἐγώ.
ὀρθῶς ἔμοιγε φαίνεται· βαδιστέον
ὁμόσ᾽ ἐστὶ δειπνήσοντα κοὐ μελλητέον.

 

*****************************************************************

ΚΗΡΥΚΑΣ


Συμπολίτες, αλλάξανε τα πράγματα.
Τρεχάτε βιαστικά στης Στρατηγίνας
να τραβήξετε κλήρο πού ο καθένας
θα του λάχει να κάτσει να δειπνήσει.
Στρωμένα τα τραπέζια περιμένουν
γεμάτ᾽ απ᾽ όλα των θεών τα ελέη.
Στα κρεβάτια προβιές και μπατανίες.
Τα κροντήρια γεμάτα· τα κορίτσια
με τ᾽ αρώματ᾽ αραδιασμένα στέκουν.
Φέτες ψάρια στη θράκα σιγοψένονται,
λαγοί στη σούβλα και στο φούρνο πίτες.
Εδώ στεφάνια πλέκονται, παρέκει
στραγάλια καβουρδίζονται. Οι κοπέλες,
οι παρανιές, βράζουνε φάβα. Ο Μάκης
φορώντας τη στολή του καβαλάρη
των γυναικώνε τρίβει τα τσανάκια.
Κι ο Γέρος με μπερτόνι και σκαρπίνια
χαχανίζοντας πάει μ᾽ ένα κοπέλι,
αφού πέταξε πέρα τις αρβύλες του
και το τρύπιο ταμπάρο του. Βιαστείτε.
Σας περιμένουν τα ζεστά καρβέλια.
Ανοίχτε τις μασέλες σας κι ομπρός!
ΑΝΤ. Τί κάθομαι λοιπόν; Θα πάω κι εγώ.
Έτσι θέλ᾽ η πατρίδα και διατάζει.
ΧΡΕ. Πού πάς, αφού δεν έχεις παραδώσει
τα υπάρχοντά σου; 

ΑΝΤ. Πάω να φάω κι εγώ.
ΧΡΕ. Δεν μπορείς. Οι γυναίκες δε γελιούνται.
Να παραδώσεις πρώτα. 

ΑΝΤ. Φυσικά!
ΧΡΕ. Και πότε; 

ΑΝΤ. Μη φοβάσαι. Απ᾽ τη δικιά μου
αργοπόρια η δουλειά δε θα σκοντάψει.
ΧΡΕ. Τί λες; 

ΑΝΤ. Κι άλλοι πολλοί καθυστερούνε.
ΧΡΕ. Κι όμως τρέχεις να φας! 

ΑΝΤ. Και τί θα πάθω;
Έχουνε χρέος οι γνωστικοί να κάνουν,
όσο μπορούν, της πολιτείας το θέλημα.
ΧΡΕ. Κι αν σε διώξουν; 

ΑΝΤ. Θα σκύψω το κεφάλι
και θα περάσω. 

ΧΡΕ. Κι αν σε δείρουν; 

ΑΝΤ. Μήνυση.
ΧΡΕ. Κι αν σε περιγελούν τα θηλυκά;
ΑΝΤ. Στεκάμενος στην πόρτα…
ΧΡΕ. (τον διακόπτει)
Τί θα κάνεις;
ΑΝΤ. Θ᾽ αρπάζω τα φαγιά των αλλωνών.
ΧΡΕ. Ακλούθα με λοιπόν.
(στους δούλους του)
Εσείς οι δυο,
ο Φάπας και ο Κλάπας, φορτωθείτε
στον ώμο σας τα πράματά μου κι άιντε.
ΑΝΤ. Θες κι εγώ να βοηθήσω; 

ΧΡΕ. Θεός φυλάξοι,
γιατί μπορείς μπροστά στη Στρατηγίνα
να κάνεις πως δικά σου είναι τα πράματα.
(Παίρνει τα πράματά του με τους δούλους του και φεύγει.)
ΑΝΤ. Πρέπει να σοφιστώ κανένα κόλπο,
να κρατήσω τα πράματά μου κι όμως
με τους άλλους μαζί να φάω κι εγώ.
(συλλογιέται λίγο)
Με κάθε τρόπο ανάγκη να δειπνήσω.
(στον εαυτό του)
Εμπρός λοιπόν, περπάτα, μην κιοτεύεις!