Αδιέξοδοι δρόμοι

Ένα φεγγάρι φυματικό,
Κίτρινο, χλομό
Σκέπασε ολόκληρη τη νύχτα.
Γεύση πικρή, θλίψη
Τα δύσκολα χρόνια της νιότης φευγάτα
Τα δύσκολα χρόνια που έρχονται
Αβέβαια και θλιβερά.
Ίσως και καταστροφικά.
Μόνη λύση η φυγή.
Αλλά για πού;
Οι δρόμοι κλεισμένοι από καιρό
Κι εγώ μονάχος στη μέση του πελάγους
Σε βάρκα δίχως κουπιά
Μονάχος, απελπιστικά μονάχος.
Να πετάξεις; Δεν γίνεται. Κομμένα τα φτερά.
Άλλωστε πού να πας; Και γιατί;
Όλοι οι δρόμοι αδιέξοδοι λοιπόν,
Φραγμένοι, για πάντα κλειστοί.
Υπομονή! Υπομονή! Υπομονή!

Η πανσέληνος

Με ρώτησες αν είδα την πανσέληνο
Ήταν το μεγαλύτερο φεγγάρι που είδαμε ποτέ
Στα χρόνια αυτά που ζούμε, μου είπες, κι ύστερα εγώ
Δεν είδα τίποτα, λυπάμαι, σου αποκρίθηκα
Πάει καιρός που τέτοια δεν τα βλέπω πια.
Εδώ ο κόσμος χάνεται, χρόνος για τέτοια δεν υπάρχει.
Συ ένα όνειρο παλιό σημερινός εφιάλτης πλέον
Και το φεγγάρι μία ανοιχτή πληγή
Με αίμα αντί για φως
Που συνεχώς κακοφορμίζει
Και περιλούζει την ψυχή μας με σκοτάδι
Την είδες λοιπόν με ξαναρώτησες με έξαψη
Και είναι περιττό να μου το κρύβεις.

Ο ίσκιος μας

Αλλάζει γρήγορα ο καιρός
Έρχεται σύντομα κάποιο μπουρίνι.
Με τόση συννεφιά που πλάκωσε
Στον ουρανό και στην ψυχή μας
Τόσος παγετός παντού
Τα χέρια μας κρυστάλλιασαν
Πώς να μετρήσουμε τον πόνο μας
Το μέγεθος του ίσκιου μας;
Και μέσω αυτού την απόσταση της Γης απ’ τη Σελήνη;
Σε τι μπελάδες μας έριξες για πάντα Ερατοσθένη!
Κρυώνουμε σαν τα αδύναμα σκυλιά
Μονάχοι στο πηχτό σκοτάδι και στην παγωνιά
Που μας σκεπάζει από παντού
Σαν πάπλωμα θανάτου.