Δεν ξέρω πότε ζήλεψα περισσότερο, όταν, στην παρουσίαση του «Μονογράμματος» του Οδυσσέα Ελύτη, διάβαζε ο Τάκης Χορν τους υπέροχους στίχους, ή όταν ο Κωνσταντίνος Μαρκοράς διάβαζε τηλεοπτικώς στην Μαρίνα Κουντουράτου το ίδιο και αυτό ποίημα; Ας μην ψεύδομαι. Ξέρω.

Είναι κάποια ποιήματα που μες στα βιβλία στέκουν παράταιρα. Η θέση τους είναι στις στάσεις των λεωφορείων, στο γκράφιτι των πλινθόκτιστων τοίχων, στις υπόγειες διαβάσεις και τις στάσεις του μετρό. Κάποια ποιήματα φτιάχτηκαν για να παρεισφρύσουν όπου οι άνθρωποι περπατούν σκυφτοί και βιαστικοί, όπου οι ζητιάνοι ζητιανεύουν, όπου οι ναρκωμανείς ψάχνουν τη φλέβα τους. Τα ωραιότερα από αυτά είναι ποιήματα του έρωτα. Και τα ωραιότερα από τα ποιήματα του έρωτα μιλούν για χωρισμό.

Το ποίημα του Σωτήρη Παστάκα «Νήσος Χίος» είναι ένα από αυτά─ κι όπως τα περισσότερα από τα ποιήματα που πλάστηκαν με σπλάχνα, εσωτερικά όργανα, μεστά σωματικά υγρά, έχει προσπεραστεί από το φως. Ας είναι.

Το μνημειώδες ποίημα του νομπελίστα δεν το έφερα τυχαία στη συζήτηση. Παιγμένο, όπως όλα τα ποιήματα του ποιητή, με ορχήστρα συμφωνική, δικαίως βρίσκεται παντού. Είμαι, όμως, αρκετά, αναιδής και αυθόρμητος για να πιστεύω ότι το μπλουζ που μπορεί να παίξει μια ηλεκτρική κιθάρα, δεν μπορεί να παιχθεί από μια συμφωνική ορχήστρα, κι ότι στη φλέβα του ναρκωμανή δεν μπορεί να απευθυνθεί το πρώτο βιολί.

Υπάρχει μια στάση απέναντι στο γράψιμο και τα πράγματα που προϋποθέτει το τσαλάκωμα. Μια περιοχή στην οποία η έκφραση παρουσιάζει ελάχιστη συνείδηση της παράστασης που μοιραία δίδει και περιελίσσεται τόσο πηγαία όσο η ανεπεξέργαστη εξομολόγηση κάτω από το πετραχήλι της οδύνης.

Εδώ φύεται η «Νήσος Χίος» του Σωτήρη Παστάκα, ένα στριφτό τσιγάρο κάτω από μια λάμπα που τρεμοσβήνει.

Μετρώ τα δάκτυλα του δεξιού μου χεριού
και τα βρίσκω πέντε. Μετρώ τα δάκτυλα
των δύο μου χεριών και τα βρίσκω δέκα.
Μετρώ όλα τα δάκτυλα και τα βρίσκω είκοσι.
Τα δόντια τριάντα δύο. Τις αισθήσεις μου
πέντε. Ακέραιο, δεν μπορώ να πω, με άφησε
το πάθος σου κι η αγάπη μου για σένα.

Δεν μετρώ τα ποτά, δεν μετρώ τα τσιγάρα.

Στην αρχή του ποιήματος γίνεται ξεκάθαρο: ο αφήγητης είναι διαλυμένος. Δεν είναι, όμως, αυτό το στίγμα που έχει σημασία. Δίδεται μια υπόσχεση που πρόκειται με χειρουργική λεπτότητα να διερευνηθεί στη συνέχεια: πώς είναι ο χωρισμός όταν η αγάπη του ενός, η χωρίς ανταπόκριση, είναι η αγάπη του άνδρα;

«Αντίπαλο έχεις μόνον τον εαυτό σου»,
έλεγες, «τι σημασία έχουν οι αντεραστές,
με τον εαυτό σου πρέπει να μετρηθείς,
τον εαυτό σου κοίτα να νικήσεις».
Δεν καταλάβαινα. Δεν ήθελα να καταλάβω.
Αναλφάβητος των αισθημάτων ήμουν
κι ακόμη θεωρούμαι: τον εαυτό μου να υπερβώ,
να τον νικήσω; Κι εγώ τι θ’ απογίνω;

Μια γυναίκα χωρίζει γιατί στην προκρούστρεια κλίνη της φαντασίας της, το σώμα του ανδρός περίσσεψε. Σαφώς και υπάρχουν αρμοδιότεροι για να διερευνήσουν τη γυναικεία ψυχοσύνθεση από τους ποιητές (το λέω για τους κακεντρεχείς που θα διαβάσουν ως θέσφατο την προηγούμενη πρόταση, όπως και αρκετές από τις επόμενες), οι ψυχίατροι ας πούμε, όμως εδώ ο αφηγητής, εξ αμφοτέρων των ιδιοτήτων του, είναι ξεκάθαρος: πονά γιατί είναι αυτός που είναι, ανεπαρκής μιας φαντασιακής σύλληψης. Αναρωτιέμαι: πόσοι άνδρες χώρισαν επειδή η γυναίκα τους δεν έγινε άλλη από αυτή που φαντάστηκαν;

Η απόγνωση δεν είναι ακόμη πόνος.
Είναι θυμός, αντεκδίκηση,
ζώσα λάβα και ζωντανή χειρολαβή,
που σου προσφέρω να πιαστείς,
να σε τραβήξω πάλι κοντά μου.

Πυγολαμπίδα της αυγής
μεταλαβιά μου,
μαύρε κονδυλοφόρε μου
μην με παρεξηγήσεις: σε θέλω
ακόμη ζωντανή, γι’ αυτό
σε λούζει ο θυμός μου.

Η οργή του προδομένου άνδρα είναι κοινός τόπος για τους δικηγόρους διαζυγίων, τους αυτοκινητιστές, τους κουρείς και όλους όσοι περπατούν στον κόσμο. Αλήθεια, ποια γυναίκα οργίστηκε επειδή την εγκατέλειψαν;

Κάποιες σκέψεις αναπαράγονται
από μόνες τους, κάποιες ημέρες
ξεχωρίζουν κι από μία διαφορετική
επινόηση του ταλέντου σου,
μια προβοκάτσια: στο φως της ημέρας
να φαντάζεσαι σκοτάδια,
στις φωτεινές επιγραφές των δρόμων,
διάβαζα την αμετάκλητη καταδίκη μου,
έβλεπα στα κρυφά να σφουγγίζεις
ένα δάκρυ. Κάτι μέσα σου
με είχε καταδικάσει για πάντα.

Να είσαι ήρεμος μες σε πέλαγος ευτυχίας κι αίφνης να εμφανίζεται μια οριστική, αμετάκλητη καταδίκη, άγνωστης προέλευσης, άγνωστης ζύμωσης, δίχως και το παραμικρό ίχνος προηγούμενης νοσηρής συμπτωματολογίας. Αλήθεια, πόσες φορές μια γυναίκα εγκαταλείφθηκε δίχως να το περιμένει;

Δεν με νοιάζει ποιανού λύνεις
τα κορδόνια, τίνος το στήθος
θωπεύεις, παίζοντας με το πουκάμισο
και τα κουμπιά του. Δεν με νοιάζει
σε ποίον κατεβάζεις το φερμουάρ
και λύνεις το ζωνάρι. Σε ποίον
περιποιείσαι τα νύχια των ποδιών του,

πες μου.

Παρά την αναπτυγμένη φιλολογία της γυναικείας ανάγκης για προσοχή, αλήθεια, ποια γυναίκα αναπόλησε τη φροντίδα του ανδρός φεύγοντας; Αντιστρόφως: πόσοι άνδρες αναπόλησαν τη φροντίδα της γυναίκας φεύγοντας, ακόμη κι αν δεν ένιωσαν το παραμικρό για εκείνη;

Άρπαξες την τσάντα σου
κι έφυγες, μόλις μας έφεραν
την παραγγελία. Μένω.
Τον χαμένο σου έρωτα να μην τον
θεωρώ ακόμη χαμένο,
καθώς ιδρώνει ο φραπές
και παραμένει ορφανό
το καλαμάκι.

Να λυπάσαι περισσότερο κάποιον που απόμεινε μόνος σε ένα τραπέζι από κάποιον που γρονθοκοπήθηκε αλύπητα από εγκληματίες. Να είναι πιο επώδυνο ένα άρπαγμα τσάντας και ένα ορφανό καλαμάκι από έναν καρκίνο που σου κατατρώγει τα σωθικά. Αλήθεια, ποια γυναίκα πληγώθηκε ποτέ επειδή κάποιος άρπαξε την τσάντα του και έφυγε;

Όσο βρίσκεσαι μακριά μου, φοβάμαι
την κακοσμία του στόματος,
τους πενθοφορούντες όνυχες,
τις αποφορές του σώματος,
που πας μειλίχια να διορθώσεις.
Φοβάμαι, πως πολύ σύντομα
θα κατακτήσεις το υψηλό επίπεδο ερωτικής
τέχνης, που ενίοτε επιτυγχάνουν

μόνον οι γυναίκες που δεν αγαπήσανε ποτέ.

Για το περήφανο λιοντάρι που δάγκωσε τα οστά με όλη την ορμή της πείνας του, η απόρριψη διαρκεί ως κατάθλιψη. Εξαλείφει όλους τους πραγματικούς πόνους, αφήνοντας στη θέση τους το μίσος για τον εαυτό: να φοβάσαι να είσαι.

Μόνο καλό μου έκανες.
Κι από τότε που έφυγες
μ’ έκανες καλύτερο.

Η Αλαζονεία, η Ματαιοδοξία
παρέδωσαν τη θέση τους
στην Αλληλεγγύη, την Κατανόηση
την άφεση των ζώντων όλων.

Η αγάπη με είχε κάνει ψωροπερήφανο
η άρνησή σου με έκανε Ψυχίατρο.

Αυτή, λοιπόν, είναι η αγάπη του άνδρα: μια καταδικασμένη προσπάθεια να κατανοήσει αυτό που δεν μπορεί να κατανοηθεί, και που του ανοίγει την αγκαλιά για να χωρέσει τα πάντα˙ εκτός από τον εαυτό του.

Προφανώς δεν πρόκειται για κριτικό σημείωμα. Στον ποιητή, ούτως ή άλλως, απευθύνομαι. Καταλαβαίνω, καπτάνιο. Κι απόψε το βράδυ με φακό θα γράψω στον τοίχο του εσπερινού λυκείου:

Δεν θέλησες ομού να καταλήξουμε:
ελεύθερο μου άφησες τον στίχο…