Εύθραυστη η ανθρώπινη υπόσταση «επί σχοινίου περιπατεί» ακροβατώντας…/

 

Με τον τίτλο  της ενδέκατης ποιητικής του συλλογής, ο Νίκος Μυλόπουλος μας προσκαλεί να παρακολουθήσουμε την καθηλωτική και συγκινησιακή πορεία επί «σχοινίου περιπατείν» ενός ακροβάτη, ο οποίος αποδέχεται την επικινδυνότητα του εγχειρήματός του· ενώ πορεύεται ανάμεσα στις συμπληγάδες των εξωτερικών πιέσεων και των εσωτερικών του κραδασμών, έχοντας ως «πτέρνα ευάλωτη» την αμέριστη αγάπη προς το εύθραυστο των ανθρώπινων καταστάσεων, καθώς μεταβάλλονται οι ιστορικο-κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες και αναπροσαρμόζεται η συνείδηση απέναντί τους.

Σκιαγραφείται λογοτεχνικώς η πολύπλευρη προσωπικότητα του σχοινοβάτη, ο οποίος ακροβατεί μετέωρος ανάμεσα σε διαψεύσεις, στη ζωή που πάλλεται, στη φθορά του χρόνου, εστιάζοντας στην εσωτερικότητα της ύπαρξης και στον αντίκτυπο που προκαλούν οι συνεχόμενες εξωτερικές ανατροπές. Λήθη και μνήμη, φως και σκοτάδι, φωτίζουν και ενώνουν τις αντιθέσεις που συνυπάρχουν στον εσώτερο ψυχισμό του. Καθώς οι ηλιακές ακτίνες φτάνοντας στην ατμόσφαιρα της γης πέφτουν πάνω στα σωματίδια της σκόνης ή στα σταγονίδια του νερού που αιωρούνται τα οποία και τις διασκορπίζουν με πολλές ανακλάσεις που δημιουργούν, χρωματίζουν τον ουρανό σε γαλάζιο. Το χρώμα τούτο συμβολίζει τη γαλήνη, το άπειρο, την ηρεμία, επικρατεί και στο εικαστικό έργο του Κώστα Ξανθόπουλου που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου αποτυπώνοντας τη χρονική στιγμή, κατά την οποία ο σχοινοβάτης, προσπαθώντας να ισορροπήσει, διατείνει τα χέρια του με τις παλάμες ανοιχτές, έχοντας μέτωπο προς το κοινό, ενώ το σχοινί κάμπτεται από το βάρος. Ωστόσο, ένα φτερό και ο αέρας, που φαίνεται από την κίνηση του ρουχισμού του, τον κρατάνε σταθερά μετέωρο.

Ενταγμένοι οι άνθρωποι σε ιστορικο-κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα ως πύκνωμα, συστάδα θάμνων, λόγω της κοινής πορείας αλλά και μοναχικές ιδιαίτερες προσωπικότητες ενωμένες με τη γη, αλλά και με το φως του ήλιου, πορεύονται «ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΟΧΜΕΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ» έχοντας τη σιωπή των πνευστών ως «Άλλοθι και καταφύγιο μαζί η σιωπή των πνευστών» υπονοώντας ίσως τον έρωτα, καθώς η δυναμική του εκφράζεται πολλές φορές με λέξεις ανείπωτες που εμπεριέχονται και διαποτίζουν αισθησιακά τη σιωπή. Ως Βαρδάρης, ο έρωτας πνέει με μεγάλες ταχύτητες, επιφέρει απότομες και ακραίες αλλαγές θερμοκρασίας, παρασέρνει με βιαιότητα ό,τι συναντήσει στο πέρασμά του, καταφέρνοντας να αναμορφώσει το θνησιγενές σε ερωτόβιο, όντας ανατρεπτικός και αναγεννησιακός: «Έξω ο Βαρδάρης σαρώνει ανθρώπους, πάθη και αισθήματα/ Το θνησιγενές μετατρέποντας σε ερωτόβιο».

Συνειδητή επιλογή και σκόπιμη απόσυρση ενίοτε η μοναχικότητα, αποτελεί για τον ποιητή έναυσμα ενδοσκόπησης, στοχασμού, δημιουργίας εν μέσω θέρους όταν η φυλλοβόλα σκιά της συκιάς καθίσταται κρυψώνα απρόσιτη από πιέσεις και ήχους απρόσωπων κυμβάλων: «Κι ο συριγμός του θέρους στης συκιάς τη σκιά /κρυψώνα απρόσιτη». Άστεγη και περιπλανώμενη η θλίψη, περιφέρεται και διαχέεται παντού, διαπνέει τις αισθήσεις και την ποιητική γραφή, συνενώνεται με τον ήχο της φύσης  και τότε η μούσα ως φυτό αναρριχάται και περιβάλλει με το άρωμα των ανθέων της διαγείροντας ερωτικά. Ο «ΦΛΟΙΟΣ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ» διαρρηγνύεται με την κίνηση βοστρύχων -λέξη που μέσα στην αδρότητα της εκφοράς, εμπεριέχει το γυναικείο κάλλος, τη θηλυκότητα, την ανεμελιά, τη νεότητα της ψυχής, τον έρωτα-, όμως, η πρόκληση της ζωής αδυνατεί να καταστήσει την ελπίδα βεβαιότητα και απόμακρη παραμένει ως θύμηση και ανάμνηση, εμπεριέχοντας, βέβαια, πάντα τη δύναμη της ποίησης που εξομολογείται και στοχάζεται.

«Το όλον γεννιέται για να χαθεί/Κι ο χρόνος εξανεμίζεται /Γιατί δεν υπάρχει» είναι το καταλυτικό έντονα φιλοσοφικό-θεολογικό τρίστιχο από το ποίημα «Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ».Η γέννηση εμπεριέχει τη δημιουργία και η δημιουργία το θάνατο, διότι υπόκειται στη φθορά αυτό το οποίο δεν είναι αιώνιο και η κτίση έχει σαν φύση της το μηδέν και το θάνατο.Η έννοια «όλον» θα μπορούσε να νοηθεί ότι αναφέρεται στον άνθρωπο ως υπόσταση καθώς θεωρείται το τελειότερο δημιούργημα επί γης αλλά ίσως αναφέρεται και στην πληρότητα που μπορεί να νιώσει ο άνθρωπος σε μια κοινωνία σχέσης.

Η έννοια της μοναχικότητας αναλύεται ποιητικά στο ποίημα «ΟΙ ΡΑΓΕΣ», όπου ως ζεύγος παράλληλων σιδηροτροχιών, η πορεία ζωής του ανθρώπου αδυνατεί να επικοινωνήσει και να συγκλίνει τέμνοντας, καθώς οι ράγες αυτές είναι «Στρωμένες από χέρια καταδίκων». Έργο κατασκευής ανελεύθερων και υπό πίεση ανθρώπων, συμβολικά αναφέρονται στο ποίημα επιτείνοντας την τραγικότητα της φθοράς και του θανάτου, αλλά και την τραχύτητα και τη δεινότητα του βίου λόγω των δυσκολιών που υφίσταται. Επιπλέον, ως ράγα μπορεί να νοηθεί και η βαθύτερη εσωτερική διαδρομή στοχασμού και διανόησης του κάθε προσώπου, που ακόμη κι αν βρίσκεται σε παράλληλη τροχιά εντασσόμενο σε ζεύγος από σιδηροτροχιά, συμβολικά υπονοεί την αδυναμία ουσιαστικής κοινωνίας σχέσης. Ωστόσο, η αναμονή και η προσδοκία δεν εκλείπει, καθώς «Περιμένουμε να περάσουν από πάνω μας/Πολύχρωμα τα βαγόνια και τα αισθήματα». Ήχοι, χρώματα και αισθήματα είναι σε θέση να μεταβάλλουν και να αναδημιουργήσουν τις ράγες όταν χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό τον οποίο έγιναν, δηλαδή, τη διέλευση τραίνων γεμάτων από χαρούμενες φωνές ανθρώπων που ταξιδεύουν και έτσι να ενταχθούν και οι ράγες στη ζωή αλλιώς παραμένουν «Δυο σκιές άηχες/Ακίνητες στεκόμαστε για πάντα/Άσαρκες ακούγοντας νότες»  καταλήγει το ποίημα.

Αν και είναι έκδηλη και διάχυτη η απογοήτευση στο ποίημα «ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ», ωστόσο από τον πρώτο κιόλας στίχο, καταφαίνεται η συνεχής και αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπου να ξεπεραστεί ο φράχτης και ο θάνατος που περιορίζει κάθε έννοια ελευθερίας και με τη θέρμη της φωτιάς εκεί που φαινομενικά η ζωή φθάνει σε τέλμα, η ποίηση πορεύεται για να μετουσιώσει κάθε τέλος σε απαρχή.

Ο ποιητής και στις τρεις ενότητες της συλλογής κατορθώνει να συνενώσει το λυρικό λόγο με τον ρεαλισμό, τη νηφαλιότητα με το πάθος, την απογοήτευση με την βεβαιότητα και την ελπίδα. Για να εκφράσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του,  συνδυάζει αριστοτεχνικά ρεαλιστικά με υπερ-ρεαλιστικά στοιχεία, καθώς και μεταφορικές εκφράσεις, χρησιμοποιώντας σύμβολα. Ελεύθερες οι εικόνες από τους νόμους της φυσικής πραγματικότητας σπάνε τις μορφές της ύλης, αφαιρούνται οι εντυπώσεις των αισθήσεων για να προβληθεί η βαθύτερη ουσία των ποιημάτων, αιφνιδιάζοντας ταυτόχρονα τον αναγνώστη με το απροσδόκητο που δημιουργούν. Το ύφος είναι ιδιαίτερο και προσωπικό, ζωντανό, γοργό, παραστατικό, μεγαλοπρεπές και άλλοτε πάλι απλό και λιτό, ενώ ο στίχος διακρίνεται για το εύρος και την πυκνότητα των νοημάτων του. Μια κατάθεση υπαρξιακής αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου με λέξεις προκλητικά ανατρεπτικές, δημιουργώντας υπερ-ρεαλιστικές εικόνες, εύκολα όμως αναγνωρίσιμες, λόγω της δύναμης και της  αλήθειας που ενέχουν.

Τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί στον ποιητικό του λόγο, χαρακτηρίζονται από πολλές παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις, παρηχήσεις, κυρίως, όμως, μεταφορές, οι οποίες είναι εξαιρετικά τολμηρές όπως π.χ «ανοχύρωτος ναυαγός», «λόχμες πανσελήνου», «αόρατη θάλασσα», «απροσκύνητους παλμούς», «ανεγχείρητος έρως», «σεληνόφως πνιγμένο», «στεγνή ματαιότητα», «γενέθλιο φως». Έτσι, η πραγματικότητα μετασχηματίζεται από την προσωπική αίσθηση του ποιητή, προσδίδοντας στους στίχους πνοή ελεύθερης ζωής, χωρίς λογικές δεσμεύσεις και προβλέψιμα λογικά σχήματα.

Σε όλες τις ενότητες της συλλογής, κυρίαρχοι θεματικοί άξονες είναι: οι ανθρώπινες σχέσεις, ο έρωτας, η φθορά, ο θάνατος και το τέλμα των καταστάσεων, η μοναξιά μέσα σε μία συνέχεια ζωής, σαν να παρακολουθούμε την πορεία του ανθρώπου από την κοινωνία σχέσεων στη μοναξιά αναζητώντας την αγάπη και τον έρωτα κινητήρια δύναμη των πάντων. Ειδικά όμως στην δεύτερη ενότητα «Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΚΑΘΙΩΝ» το παρόν ανασυντίθεται μέσα απ’ το πρίσμα της ενδοσκόπησης του παρελθόντος με έκδηλη την απογοήτευση. Θεωρείται μυθοπλασία ο έρωτας, βιώνεται το τέλος του ως σταύρωση ενώ τ’ αγκάθια του πληγώνουν και προκαλούν αιμορραγία. Ανυπόφορος ο κάθε χωρισμός, αφήνει σκιές ακαθόριστες και σηματοδοτεί καθοριστικές αφετηρίες. Η αποδοχή της κατάστασης αυτής θεωρείται πράξη εντιμότητας και επιβάλλει γενναιότητα. Ωστόσο, η θύμηση του πάθους αδυνατεί να ξεχαστεί και προκαλεί βραχνά ευζωίας που συνεπαίρνει. Αλλά ακόμη κι όταν ο έρωτας βιώνεται, η ανασφάλεια και ο φόβος του πεπερασμένου και του χωρισμού διαποτίζει τη σκέψη και τους στίχους, μην επιτρέποντας να βιωθεί ολοκληρωτικά η χαρά του παρόντος. «Αγαπημένο χρώμα το κόκκινο/Των ελαχίστων στιγμών χρυσαλλίδα».

Ο Νίκος Μυλόπουλος, εμπνέεται από το περιβάλλον της πόλης του, το οποίο αποδίδει με λιτά εκφραστικά μέσα και καταφεύγει στην ποίηση ως πράξη ζωής και θανάτου όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον συνδιαλέγονται σ΄ ένα ποιητικό τοπίο αδέσμευτο από χρονικές και τοπικές δεσμεύσεις. Με αγωνιστικό φρόνημα, διάθεση και πάθος απέναντι στη ζωή, ευαισθησία στην ομορφιά, θάρρος και δύναμη απέναντι στις συνεχείς διαψεύσεις, παρομοιάζει τη ζωή με ποίημα αναφέροντας χαρακτηριστικά στο «ΖΩΗ ΣΑΝ ΠΟΙΗΜΑ»:

 

 

Ρίχνουμε σκόρπια γράμματα σε χαρτί ηλεκτροφόρο

Το πασπαλίζουμε με τόνους και σημεία στίξης ελάχιστα

Και τότε η κάμαρα ευωδιάζει

Απ’ τη γέννηση του ποιήματος.

Το πληκτρολόγιο κατάκοπο απ’τις ωδίνες

Κόκκινα ξεφυσά και γκρίζα πλήκτρα.

Λογχίζοντας τρεμουλιαστά την κάθε λέξη

Δηλώνουμε το όνομά του στον ληξίαρχο χρόνο

Καταχωρώντας το στα μητρώα σιωπής .

Μεγαλώνοντας η μορφή του έχει σφυγμό

Άνθος θυμίζει του αγρού με αθόρυβη ερμηνεία

Καθώς εμείς με κυνηγού βελούδινα βήματα

Υποχωρούμε προς το φεγγάρι.

Ξεδιπλώνονται τότε μνήμες τυραννικές που δεν συστρέφονται.

Λέξεις

Φωτογραφίες παλιές που δεν μεγάλωσαν ακόμη.»

 

 

Όπως κάθε λογοτεχνικό ή εικαστικό έργο μετά το πέρας της δημιουργίας του, αφήνεται ελεύθερο και αυτόνομο να πορευθεί. Έτσι  ταξιδεύει  στις καρδιές των αναγνωστών που δίνουν σ’ αυτό την ερμηνεία, ενίοτε με βάση τα προσωπικά τους βιώματα και τις εμπειρίες, επιτείνοντας ταυτόχρονα, το αίσθημα της ερημιάς για τον δημιουργό, που συνεχίζει το μοναχικό του δρόμο αναζητώντας να λυτρωθεί από μνήμες και προσμονές πολλές φορές ανέφικτες.

Ο ποιητής ανασυνθέτει στιγμές σιωπής και στοχάζεται, αναπολώντας βλέμματα που συναντήθηκαν, καταστάσεις, ανθρώπους που έφυγαν, με αίσθημα ωριμότητας, ευθύνης, γνώση αλλά και οδύνη αναζητώντας τον χαμένο ανθρωπισμό. Πρόσωπα εύθραυστα, εγκλωβισμένα  στη μοναχικότητα της ύπαρξης, συναντιόνται σε κάποια στιγμή, ανταλλάσσουν βλέμματα, ενώνουν ζωές, καθιστώντας την ουτοπία πραγματικότητα.

Σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, συναντούμε χρήση του α’ πληθυντικού προσώπου, που σημαίνει ότι ο ποιητής εντάσσει τον άνθρωπο σ’ ένα γεγονός σχέσης και κοινωνίας, βιώνοντας και επαναφέροντας ποιητικά την αρχική σημασία του όρου «πρόσωπο» προς και όψιν, ότι δηλ. έχει όψιν προς κάποιον, αναφέρεται σε κάποιον, συν-υπάρχει , συμπάσχει μαζί του, εντάσσει και αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από  μια αγαπητική κοινωνία και σχέση ανεπανάληπτη, χωρίς όμως να καταργεί την ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπου. Η σχέση αυτή, άλλοτε εννοείται στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου ως ερωτική, και άλλοτε εκλαμβάνεται ως σχέση ενός ενεργού μέλους μιας κοινωνικό-ιστορικής-πολιτικής  πραγματικότητας.

«ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ» ή απηλιώτης (= αυτός που σχετίζεται με τον ήλιο) είναι ο άνεμος που φυσάει από την ανατολή που βγαίνει ο ήλιος, είναι φθινοπωρινός ευχάριστος άνεμος  και  σύμφωνα με τη μυθολογία εικονίζεται να κουβαλά καρπούς στον μανδύα του. Στη συλλογή αυτή αποτελεί τον τίτλο του πρώτου ποιήματος της τρίτης ενότητας «ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ». Ιδιαίτερα ερωτική η ενότητα τούτη, καθώς ο έρωτας στην ποίηση του Ν.Μυλόπουλου συμπίπτει με την αναζήτηση του αδύνατου, καθώς έρχεται σε σύγκρουση με την καθεστηκυία τάξη των πραγματικότητας, προκαλεί επανάσταση αισθήσεων και καταστάσεων, προϋποθέτει τόλμη και πίστη στη βεβαιότητα της πιο ανατρεπτικής ουτοπίας. Παρουσιάζεται με ποικίλες αντιθετικές εκφάνσεις: εφήμερος αλλά και ανεγχείρητος χρόνιος έρως», ανεκπλήρωτος «φιλιά και χείλη που δεν κάρπισαν», εύπιστος, ευάλωτος, ανασφαλής, αναπόφευκτος, πληγώνει και πληγώνεται, απεκδύεται την πραγματικότητα, άλλοτε φευγαλέος και εφήμερος και άλλοτε βιώνεται ως αιώνιος μέσα στις στιγμές του και έντονος, αναστατώνει τη σκέψη και το σώμα με τη δύναμή του, αφήνει απογοήτευση με την απομάκρυνσή του αλλά ακόμη και τότε εμπεριέχει την ελπίδα και την προσμονή μιας επερχόμενης συνάντησης.

Κυρίαρχη θέση κατέχει η γυναίκα, στην ερωτική ποίηση του Ν.Μυλόπουλου, καθώς σκιαγραφείται η μορφή της μέσα από συμβολισμούς εικόνων «ακουμπώντας στο άνθος σου θα πορευθώ» από το ποίημα «ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ»,  «Δυό όμικρον συμμετρικά στο υπερώο/Την πρύμνη στίλβουσα σαν σπέρμα αχινού», από το ποίημα «ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΑΠΟΠΛΟΥΣ», ακουμπά με τους στίχους του τη μορφή της ως χάδι, εκθειάζοντας την ομορφιά της ως υπόσταση, άλλοτε υπαρκτή και άλλοτε ανύπαρκτη, αναζητώντας την μέσα απ’ την ιστορία και τις αναμνήσεις του βίου του, συνθέτοντας ταυτόχρονα έναν ύμνο προς τη ζωή.

 

 

Α΄ δημοσίευση: Περιοδικό «Νόημα» τχ.19, Οκτώβριος 2023