Γεννήθηκα το 1942, τη χειρότερη χρονιά του πολέμου. Η γενέτειρα μου ήταν ένα χωριό του Ντεβονσάιρ. Έχω ακούσει ιστορίες για τους βομβαρδισμούς των λιμανιών του Ντέβον και για το πως τα πολεμικά αεροσκάφη που συνόδευαν τα βομβαρδιστικά πυροβολούσαν αδιάκριτα στόχους αμάχους. Ένας από αυτούς τους στόχους ήταν και το μικρό νοσοκομείο που είχα γεννηθεί μια μέρα νωρίτερα. Η μητέρα μου και οι υπόλοιπες γυναίκες, η καθεμιά με ένα νεογέννητο στην αγκαλιά, βρήκαν καταφύγιο κάτω από τα κρεβάτια τους.

 

Οι πρώτες μου μνήμες ήταν, εν μέρει, μνήμες πολέμου, απολογισμοί πολέμου και μαρτυρίες πολέμου. Έχω ακούσει ιστορίες για τον πατέρα της μητέρας μου που στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δέχτηκε επίθεση αέριων – αν και επέζησε, πέθανε νέος ως αποτέλεσμα. Ο πατέρας μου υπέστη σοβαρά τραύματα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από τα οποία δεν κατάφερε να αναρρώσει πλήρως πότε. Μου πήρε καιρό να συνειδητοποιήσω πως η καθημερινή του δουλειά κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν να σκοτώνει και να κινδυνεύει να σκοτωθεί. Ότι το πιο σύνηθες του συναίσθημα ήταν αυτό του φόβου. Κάθε μέρα, καθόλη τη διάρκεια του πολέμου του. Φόβος. Κάθε μέρα ένα θείο ‘κορώνα-γράμματα’. Καθώς μεγάλωνα ίσα που καταλάβαινα τους πολλούς πολέμους που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πολέμο. Όπως πολλοί της γενιάς μου, βγήκα και εγώ στους δρόμους για να διαμαρτυρηθώ ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Τώρα, όπως και τότε, μου ’ρχονται στο νου στίχοι του Robert Lowell από το «Ξυπνώντας Νωρίς Κυριακή Πρωί» («Waking Early Sunday Morning»):

 

…ειρήνη στα παιδιά μας καθώς πέφτουν / σε ένα μικρό πόλεμο που ακολουθεί ένα μικρό / πολέμο…

 

Το έργο μου, αν και δεν έχει τον πόλεμο ως πρωταρχικό θέμα, έχει υπάρξει συχνά στη σκιά του πολέμου. Το 2005 δημοσίευσα τη συλλογή Λεγεώνα (Legion). Ο ομώνυμος κύκλος ποιημάτων εκείνου του βιβλίου συγκεντρώνει φωνές από διάφορες εμπόλεμες ζώνες. Πιστεύω πως η προέλευση και η εξέλιξη εκείνων των ποιημάτων είναι συνδεδεμένη με τους ρυθμούς και τις εικόνες δικών μου αγγλικών αποδόσεων των ποιημάτων του Goran Simić που έγραψε όταν ζούσε με την οικογένεια του στο πολιορκημένο Σεράγεβο. Αφότου διάβασε τη Λεγεώνα ο Seamus Heaney με ρώτησε: “Που βρήκες όλες αυτές τις φωνές;” Αναφερόταν στη ποικιλομορφία των ποιημάτων. Στο ότι κάποια αντλήσαν τις αφηγήσεις και εικόνες τους από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάποια άλλα από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάποια αδιαμφισβήτητα από τους Βαλκανικούς πολέμους ενώ άλλα πάλι περιγράφουν τις θηριωδίες που συμβαίνουν τυχαία κατά τη διάρκεια ενός πολέμου. Ιδιαίτερες φωνές εξιστορούν ιδιαίτερες ιστορίες. Πρόσφατα δημοσίευσα τις αγγλικές μου αποδόσεις ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου. Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν τη δεκαετία του ’60 και στις αρχές του ’70 όταν ήταν κρατούμενος σε στρατόπεδα φυλάκισης ή υπό κατ’ οίκον περιορισμό την περίοδο της Ελληνικής στρατιωτικής χούντας. Μου φαίνεται πως τελικά είναι δύσκολο να αποφευχθεί η έννοια της σύγκρουσης. Μου φαίνεται πως πρόκειται για μια αναπόφευκτη ανθρώπινη προδιάθεση.

 

Το ότι ο πόλεμος, και η σκιά του πολέμου, μοιάζει να ακολουθεί τη δουλειά μου δε με εκπλήσσει. Ερμηνεύω τον κόσμο μέσα από την ποίηση. Τα τέσσερα μακροσκελή ποιήματα, που κατά κάποιο τρόπο αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της συλλογής μου Τραγούδια της Φωτιάς (Fire Songs), προσφέρουν ποικίλες αλλά συνδεδεμένες αφηγήσεις ενός πολέμου πιο τρομακτικού και καταστροφικού από μια ένοπλη σύγκρουση. Το πρώτο Τραγούδι της Φωτιάς αφορά την Anne Askew, μία προτεστάντισσα μάρτυρα που κάηκε στην πυρά ως αιρετική. Στη δική μου εκδοχή του μαρτυρίου της, η φωνή της Anne, είναι προφητική. Συναντώντας την Anne σε ένα όνειρο, ο αφηγητής του ποιήματος είναι δίπλα της όσο την τυλίγουν οι φλόγες, και λέει:

 

…το μόνο που μπορεί να μου πει μέσα από τη κάμινο, καθώς σκύβω

προς εκείνη, είναι ναι, θα είναι φωτιά, θα είναι φωτιά, θα είναι φωτιά…

 

Η προφητεία της Anne Askew μιλάει για έναν πόλεμο στον οποίο είμαστε όλοι μαχητές, στον οποίο δεν υπάρχει πρώτη γραμμή και από τον οποίο φαίνεται να μην υπάρχει διαφυγή: ο πόλεμος ενάντια στη Φύση.

 

 

***

 

Αυτός ο πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και πολύ καιρό. Στις 14 Αυγούστου 1912, μια εφημερίδα στη Νέα Ζηλανδία δημοσίευσε ένα άρθρο προειδοποιώντας για τις συνέπειες της καύσης άνθρακα στο κλίμα της Γης. Η προειδοποίηση αυτή αγνοήθηκε. Το βιβλίο της Rachel Carson, Σιωπηλή Άνοιξη (Silent Spring) εκδόθηκε καμιά πενηνταριά χρόνια πιο μετά και πραγματεύεται την αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων και το αντίκτυπό τους στην ορνιθοπανίδα. Ο τίτλος μιλάει από μόνος του. Μια ακόμη προειδοποίηση που αγνοήθηκε. Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα παρακολούθησα μια σειρά από συνέδρια που επικεντρώθηκαν σε εκείνα τα σημεία καμπής πέρα από τα οποία η υπερθέρμανση του πλανήτη θα ήταν πια κρίσιμης σημασίας. Και αυτές οι προειδοποιήσεις αγνοήθηκαν επίσης. Και τώρα έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο. Η φύση εξακολουθεί να δέχεται επίθεση και η Γη είναι πλέον επικίνδυνα κοντά στο να μην είναι ένας βιώσιμος πλανήτης. Αν δεν είχαμε χάσει την επαφή με τη φύση, με τα πλάσματα της γης, με τη γη την ίδια, δε θα είχαμε φτάσει σε αυτή την κρίση. Την οποία συνεχίζουμε να αγνοούμε.

 

Ο James Lovelock πρότεινε την υπόθεση της Γαίας (Gaia hypothesis) που λέει πως ο πλανήτης που κατοικούμε και τα πλάσματα με τα οποία τον μοιραζόμαστε διαμορφώνουν ένα αλληλοεξαρτώμενο σύστημα, αρμονικό και καλοήθες. Η εμφανής άρνηση της ανθρωπότητας να αποδεχτεί ή να γίνει κομμάτι αυτής της αρμονίας  φαίνεται να πηγάζει από την αντίληψη ότι ο πλανήτης υπάρχει για να υπηρετεί τις δικές μας ανάγκες και ότι μπορούμε να τον εκμεταλλευτούμε όπως και όποτε εμείς επιλέξουμε. Δε στεκόμαστε με δέος, όπως οφείλουμε, μπροστά στα διακριτικά μυστήρια του φυσικού κόσμου.

 

Με ελκύει η εικόνα των πουλιών εν ώρα πτήσης. Με ελκύουν ιδιαίτερα τα αρπακτικά. Έγραψα ένα ποίημα – «Bowland Beth» («Η Μπεθ του Μπόουλαντ», μτφ Παναγιώτη Ιωαννίδη) – για έναν βαλτόκιρκο (προστατευόμενο είδος) που πυροβολήθηκε παράνομα σε έναν χερσότοπο με αγριόγαλους. Η πολυτελής αυτή δραστηριότητα του κυνηγιού αγριόγαλων για ευχαρίστηση δεν ανέχεται την ύπαρξη φυσικών θηρευτών – μια περαιτέρω απόδειξη του πόσο προβληματική είναι η σχέση μας με τη φύση. Με ελκύει επίσης ο λαγός, η μυθολογία του λαγού ως όχημα μεταμόρφωσης και συντρόφου μαγισσών, η πολιτιστική του ιστορία αλλά και το ίδιο το ζωντανό πλάσμα ως ενσάρκωση αυτών των μυστηρίων. Στη σειρά ποίηματων μου «Lepus» («Λαγός») ο λαγός που εμφανίζεται ως μια φιγούρα απατεωνίσκου που σε ένα ποίημα με τίτλο «Ο λαγός ως κακός οιωνός» προφητεύει ένα μέλλον ζοφερό, εφόσον η περιβαλλοντική καταστροφή συνεχίσει να αγνοείται. Ο λαγός μιλάει για:

 

… εκείνα που παρά

τις καμπάνες και τα κεριά σας, παρά

τα ημίμετρα, τα λίγα σας βήματα οπισθοχώρησης, θα έρθουν, θα έρθουν, θα έρθουν.

 

Μόνο τώρα διαπιστώνω ότι ο τελευταίος στίχος, γραμμένος δώδεκα χρόνια νωρίτερα, φέρει την ίδια ρυθμική παρόρμηση με εκείνη της προφητείας της Anne Askew.

 

Η καταδίωξη των βαλτόκιρκων έχει θέσει αυτό το πτηνό ανάμεσα στα πιο απειλούμενα είδη μας. Η καταστροφή του οικοτόπου του Ευρωπαϊκού λαγού έχει προκαλέσει σοβαρή μείωση στον πληθυσμό του και παρόλα αυτά το παράνομο κυνήγι λαγών με κυνηγόσκυλα συνεχίζεται. Παρόλο που βρίσκω την απειλή αυτού του συγκεκριμένου πλάσματος ιδιαίτερα συμβολική, ο κατάλογος των πλασμάτων που απειλούνται με εξαφάνιση είναι μακρύς. Η εξαφάνιση των ειδών καταστρέφει αμετάκλητα το οικοσύστημα. Αυτό συμπεριλαμβανει και τη μείωση των εντόμων. Αν πεθάνουν οι επικονιαστές, πεθαίνουμε και εμείς. Οι απειλές αυτές είναι ανθρωπογενείς. Έχουμε ενταχθεί εθελοντικά στις τάξεις των ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση. Κάποιες φορές η επίθεσή μας στη φύση μοιάζει κάπως με επιθυμία θανάτου.

 

Αρκετές δεκαετίες παλιότερα, οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων έκαναν τις δικές τους εκτιμήσεις για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Οι επιστήμονες τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η καύση ορυκτών καυσίμων θα έχει «δραματικό αντίκτυπο στο περιβάλλον» και πρόσθεσαν πως το ενδεχόμενο πρόβλημα είναι «σημαντικό και επείγον». Οι απόψεις τους αποσιωπήθηκαν από τις εταιρείες τις οποίες εκπροσωπούσαν. Οι γεωεπιστήμονες έχουν υπάρξει σαφείς εδώ και χρόνια σχετικά με το τι θα συνέβαινε αν ο πόλεμος ενάντια της φύσης συνεχιζόταν. Λέγεται ότι βρισκόμαστε στα μισά της Έκτης Μαζικής Εξαφάνισης, μια κατάσταση που αναμφισβήτητα οφείλεται αποκλειστικά στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Παρόλα αυτά ελάχιστα συμβαίνουν, εώς και τίποτα, για να ελεγχθεί ή να αποτραπεί η εξέλιξη της. Γιατί;

 

Μήπως η προφανής αδιαφορία για την Ολόκαινο Εξαφάνιση είναι στην πραγματικότητα η παραίτηση της ανθρωπότητας που δέχεται ότι είναι πια πολύ αργά; Ότι ο τρόπος που λειτουργεί ο κόσμος δεν μπορεί τώρα να αλλάξει, και ας γνωρίζουμε με ποιο τρόπο θα μπορούσε αυτό να γίνει ή τουλάχιστον να ξεκινήσει να γίνεται; Θα συνεχίσουν οι άνθρωποι να προσκολλώνται στα δοκιμασμένα και αμετάβλητα πρότυπα ζωής τους;

Καθώς τα τελευταία πλάσματα, ψάρια, έντομα, εξαφανίζονται από τη Γη, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε τηλεόραση, να ζητωκραυγάζουμε τις ποδοσφαιρικές μας ομάδες, να επιβιβαζόμαστε σε αεροπλάνα, να ακούμε μουσική, να πηγαίνουμε για ψώνια, να γιορτάζουμε τη γέννηση των παιδιών μας… Θα συνεχίσουν άραγε τα εργοστάσια παραγωγής – μέχρι και την τελευταία σπίθα ενέργειας – να κατασκευάζουν αυτοκίνητα, ψυγεία, κλιματιστικά; Θα καθαρίσουν οι υλοτόμοι μέχρι και την τελευταία σειρά δέντρων στο τροπικό δάσος; Θα συνεχίσουν οι εργοστασιακές φάρμες να παχαίνουν τα ζώα τους και τα σφαγεία να σφάζουν;

 

Γράφοντας αυτή την επιστολή στην Ευρώπη – και θεωρώ τον εαυτό μου Ευρωπαίο, παρά την αναληθή, θηριώδη ιδιοτέλεια που απευθύνθηκε σε ξενοφοβικές και ρατσιστικές τάσεις στη χώρα μου και προκάλεσε το Brexit – αναφέρομαι ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση. Μπορεί όντως να ισχύει, όπως πολύ πειστικά λέγεται κάποιες φορές, ότι ο κόσμος κυβερνάται από κακούς ανθρώπους, ότι η απληστία και η εξουσία πάνε χέρι-χέρι, ότι ο καπιταλισμός εκμεταλλεύεται τους φυσικούς πόρους, τους αναδιαμορφώνει και μας τους πουλά πίσω ως προϊόν. Ίσως όντως η πρόσφατη ανθρώπινη ιστορία να είναι απόδειξη μιας επιστήμης απερίσκεπτης που ακολουθείται ταχύτατα από τεχνολογία ριψοκίνδυνη. Αλλά όπως υπάρχει η επιστήμη, η τεχνολογία και κυρίως τα χρήματα για να επιβραδυνθεί και να σταματήσει αυτό που μπορεί μόνο να περιγραφεί ως ο θερμικός θάνατος του πλανήτη, πρέπει ανάμεσα σε αυτούς που έχουν κυβερνητική εξουσία και επιρροή να υπάρχουν επίσης κάποιοι που μπορούν να δουν ευκρινώς την άκρη του γκρεμού στην οποία στεκόμαστε. Η δική μου παράκλησή ή, καλύτερα, η παράκληση του αγέννητου, είναι προς τον κόσμο. Αλλά αυτή εδώ είναι μια επιστολή προς την Ευρώπη.

 

Όπως όλες οι προφητείες, έτσι και η προφητεία της Anne Askew ήταν ένα όραμα: ένα ζοφερό όραμα, όσο ζοφερά είναι και τα δικά μου οράματα όταν αναλογίζομαι τις αναφορές από το περιβαλλοντικό μέτωπο. Ένα τέτοιο όραμα, το οποίο κάθε μέρα προσπαθώ να ξεχάσω, είναι αυτό ενός πλανήτη που στερείται κάθε είδους ζωής. ‘Οπου μια οθόνη τροφοδοτούμενη αποκλειστικά από ένα τεράστιο υπόλειμμα απληστίας συνεχίζει να καταγράφει την άνευ ορίων αύξηση του συλλογικού πλούτου των πάλαι ποτέ ελίτ ενός εξαφανισμένου κόσμου. Αυτή είναι η μόνη μας κληρονομιά, καθώς τα χρήματα κάνουν τα χρήματα να βγάζουν χρήματα.

 

Μόνο εκείνοι που κυβερνούν μπορούν να κάνουν αυτά τα οράματα να ξεθωριάσουν. Αυτή είναι μια επιστολή προς την Ευρώπη, αλλά πιο συγκεκριμένα προς αυτούς που κυβερνούν την Ευρώπη. Πρέπει να υπάρξει σημαντική αλλαγή και μάλιστα πολύ σύντομα. Κάποιος πρέπει να αναλάβει τα ηνία – κάποιος που έχει τον τρόπο και τη θέληση. Δεν έχω καμία συμβουλή, τίποτα να προσθέσω στα όσα έχω γράψει ήδη εδώ. Εκτός, ίσως: προσέχετε τα παιδιά σας όσο κοιμούνται. Προσέχετε τα εγγόνια σας όσο κοιμούνται.

 

 

*Η Ανοιχτή Επιστολή προς την Ευρώπη (Open Letter to Europe) αποτελεί μέρος του ArtAct project, το οποίο συγχρηματοδοτείται από το πρόγραμμα «Δημιουργική Ευρώπη» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.