«Ανθολόγηση Jacques Prévert» (Εισαγωγή- Επιλογή – Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς)- Α’ ΜΕΡΟΣ

 

`

 

CHOSES ET AUTRES – (ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ)

ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ; (SAIT-ON JAMAIS ?)

Εκείνοι λένε τα ξέρουν όλα
Λένε για τη γη για το φεγγάρι
για το σύμπαν για το άπειρο
για το καλό το κακό
για τις απαρχές της ζωής
Λένε για τα πάντα σαν να μη τρέχει τίποτα
Αλλά όταν η συναίσθηση του ακατανόητου
τους μαγκώνει
τους πιάνει ο φόβος
κι αυτός ο φόβος αναποδογυρίζει το ομιχλώδες
των ιδεών τους
Τότε σταματάνε στον πρώτο σταθμό
στον πρώτο τερματικό
Και είναι πάντα το ίδιο δρομολόγιο
ο ίδιος τρόμος του κενού
Τότε έμπλεοι με θεία ουσία
ξεκινάνε πάλι
και πάνε όλο και πιο γρήγορα
για να φτάσουν
όλο και πιο λίγο μακριά.

*

ΠΑΡΑ ΤΗ ΘΕΛΗΣΗ ΜΟΥ … (MALGRÉ MOI…)

Προσλήφθηκα παρά τη θέληση μου
στο εργοστάσιο ιδεών
αρνήθηκα να εστιάσω
επιστρατευμένος κιόλας
στον στρατό των ιδεών
λιποτάκτησα
Ποτέ δεν κατάλαβα
κάτι μεγάλα πράγματα
δεν υπάρχουν ποτέ
μεγάλα πράγματα
ούτε μικρά
υπάρχουν άλλα πράγματα.
Άλλα πράγματα
είναι αυτό πού προτιμώ
αυτό πού μ’ αρέσει
κι’ αυτό πού κάνω.

*

ΗΜΟΥΝΑ ΠΑΝΤΑ ΑΝΕΓΓΙΧΤΟΣ ΑΠΟ ΘΕΟ …
(J’AI TOUJOURS ÉTÉ INTACT DE DIEU…)

Ήμουνα πάντα ανέγγιχτος από Θεό
και είναι τελείως στα χαμένα
πού οι απεσταλμένοι του,
οι επίτροποι του,
οι παπάδες του,
οι διαχειριστές της συνείδησης,
οι μηχανικοί του ψυχών
οι πεφωτισμένοι του
προσπάθησαν να με σώσουν.
Ακόμα μικράκι
ήμουνα ήδη κάμποσο μεγάλος
να σωθώ μόνος μου
καθώς τους έβλεπα να φτάνουν.
Ήξερα πού να τη κοπανήσω:
στους δρόμους
κι όταν τύχαινε να με συναντήσουν
δεν χρειαζόταν καν
να κουνήσω το κεφάλι
αρκούσε να τους κοιτάξω
για να πω όχι.
Καμιά φορά ωστόσο τους απαντούσα:
«Δεν είναι αλήθεια!»
Και ξεμάκραινα
εκεί πού γούσταρα
εκεί πού έκανε ξαστεριά
ακόμα κι όταν έβρεχε
κι αν κάποτε ξανάρχονταν
μασκαρεμένοι με λέξεις κλειδιά,
και ιδέες λουκέτα,
οι εξηγητές του ανεξήγητου,
οι ανασκευαστές του ανυπέρθετου,
οι αρνητές του αναντίρρητου,
χαμογελούσα κι επαναλάμβανα:
«Δεν είναι αλήθεια!» και
«Είναι αλήθεια ότι δεν είναι αλήθεια!»
Κι όπως με είχανε σκράπα με τις
χιλιόχρονες ψευτιές τους,
τους έδινα στο χιλιαπλάσιο
τις βασικές μου αλήθειες.

*

ΑΝΘΡΩΠΟΙ (DES HOMMES)

Οι άνθρωποι
λέει ένας άνθρωπος
Πάνε δυνατά
κι εγώ μαζί τους
κι όμως είναι τόσο αδύνατοι
οι άνθρωποι
Κοιτάξτε αυτόν εκεί
ανοίγει ένα παράθυρο
γέρνει
ξανακλείνει το παράθυρο
ήθελε να πηδήξει
δεν πηδάει
Κι εκείνος ο άλλος πού ξανακλείνει
ένα μπαούλο
είναι κάτι σ’ αυτό το μπαούλο
μάλλον κάποιος πού ήταν ζωντανός
Κι αυτός που διασχίζει ένα δρόμο
με μια γυναίκα αλά μπρατσέτα
κοιτάξτε τον
κοιτάξτε την
κοιτάξτε αυτό το γρήγορο αυτοκίνητο
το δυστύχημα έγινε
οι κραυγές εξασθένισαν
το αυτοκίνητο πέρασε
η γυναίκα πετιέται προς στιγμή
και ξαναπέφτει ματωμένη
ξεσκισμένη, σακατεμένη
Κοιτάξτε τον άντρα
αποσβολωμένος
αδιάφορος είναι
δε πιστεύει στα μάτια του
φεύγει για κάπου αλλού
να τρυπώσει
Κάποια δευτερόλεπτα τέλειας αδιαφορίας
κάποια δευτερόλεπτα διακοπών
μέχρι να καταλάβει
το μέγεθος της δυστυχίας
Μετά ξαναβρίσκοντας τον εαυτό του
επιστρέφει σ’ αυτή
και φωνάζει και κλαίει
ωρύεται στο γιατρό
και παρακαλάει τον Κύριο
και μαλακώνει το πόνο του
Η σύντροφος του κολυμπάει στο αίμα
κι αυτός μονολογεί
Τι θα γίνω τώρα;
Όμως η δυστυχία του με τη σειρά της
τον μαυλίζει και του λέει
Μη με κάνεις πιο δυνατή απ’ ότι είμαι
και μελιστάλαχτα προσθέτει
Μεταξύ μας την αγαπούσες τόσο;

*

ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ ΕΝΟΣ ΔΡΟΜΟΥ (AU COIN D’UNE RUE)

Είναι μεσημέρι,
όλα κατασκότεινα
και ξαφνικά κόκκινα
πού και πού
Στη γωνιά ενός δρόμου
πού δεν υπάρχει
ο θάνατος περιφέρεται
σαν στο σπίτι του.
Εγώ σκοτίστηκα,
περιμένω το ουράνιο τόξο
και το ουράνιο τόξο
είναι η ερωμένη μου
Ο έρωτας κρύβεται οπουδήποτε
ο έρωτας βρίσκεται οποτεδήποτε
ο έρωτας γίνεται οπωσδήποτε
ο έρωτας είναι πιο νέος
από το θάνατο
ακόμα κι αν έχουν δει
την ίδια στιγμή τη μέρα
Στη γωνιά ενός δρόμου
πού πια δεν υπάρχει
που μόλις προ ολίγου εξαφανίστηκε
ο θάνατος κάνει πεζοδρόμιο.
Εγώ σκοτίστηκα,
περιμένω το αίσθημα μου
είμαι σίγουρος
σήμερα γι αυτή
δεν υπάρχει πελάτης.

*

ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑ (LE BON JEUNE TEMPS)

Οι ποταμιές αστράφτανε
η θάλασσα καθάρια
το ψωμί τίμιο
οι εποχές ευάρμοστες
οι πόλεμοι ανάμνηση
και ο έρωτας αγάπη.

*

ΜΑΗΣ 1968 (MAI 1968)

Κλείνουνε!
Καρδιάς σπαραγμός των φυλάκων του μουσείου
άνθρωπος εξουθενωμένος
Καρδιάς σπαραγμός να μπολιαστεί
να επουλώσει
Σπαραγμός μιας καρδιάς στα λοίσθια
Κλείνουνε!
Κλείνουνε την Κινηματογραφική Λέσχη και τη Σορβόννη με
Κλείνουνε!
Κλειδαμπαρώνουν την ελπίδα
Μαντρώνουν τις ιδέες
Κλείνουνε!
O.R.T.F σφραγισμένη
Αλήθειες εγκάθειρκτες
Νεολαία φιμωμένη
Κλείνουνε!

Κι αν νεολαία ανοίξει το στόμα
απ’ τη δύναμη των πραγμάτων
από τις δυνάμεις της τάξης
της το κλείνουνε
Κλείνουνε!
Αλλά η νεολαία καταγής
χτυπημένη ποδοπατημένη
από δακρυγόνα τυφλωμένη
σηκώνεται για ν’ ανοίξει διάπλατα τις μεγάλες πόρτες
τις πόρτες παρελθόντος ψεύτικου
ληγμένου
Ανοίγουνε!
Ανοίγουνε στη ζωή
στην αλληλεγγύη
και στην ελευθερία της ξαστεριάς.

*

ΙΙ

Ο κόσμος αγανακτεί ότι το Οντεόν είναι υπό κατάληψη ενώ βρίσκουν εντελώς φυσικό ότι ένας ηθοποιός κάνει κατάληψη, μόνος του, στη Γαλλική-Κωμικοτραγωδία εδώ και χρόνια για να παίζει πρωί, νύχτα, βράδυ, και σε κλειστά γραφεία, το ρόλο της ζωής του, τον Άνθρωπο Πρόνοιας, ήρωα ενός πολύ παλιού δράματος του παγκόσμιου ρεπερτορίου: η Ιστορία σε αναδρομή.

 

 

 

*. 1. Τα αρχικά της Γαλλικής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης τη δεκαετία του 60.