ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Ζακ Πρεβέρ δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία  των γαλλικών γραμμάτων, της τέχνης γενικότερα αφού ασχολήθηκε και με τον κινηματογράφο,  ένας ποιητής  ερωτικός, τρυφερός, ενίοτε εμβριθής, ανατρεπτικός, με τον τρόπο του αριστερός (χωρίς να είναι «στρατευμένος» όπως ο Αραγκόν ή ο Ελυάρ),  αντισυμβατικός.

Ο Ζακ Πρεβέρ είναι χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της γαλλικής λογοτεχνίας των πρώτων δεκαετιών του μεταπολέμου, αν και η πρώτη του έκδοση Paroles (1946) είναι ουσιαστικά συλλογή γραμμένη πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Επηρεάστηκε και διαμορφώθηκε τόσο από το υπερρεαλιστικό κίνημα την δεκαετία του ’30, την μαχόμενη αριστερή λογοτεχνία την εποχή της κυβέρνησης του λαϊκού μετώπου στα τέλη της ίδιας δεκαετίας,  τον ηρωισμό των χρόνων της αντίστασης,  μέχρι τον μεταπολεμικό οργασμό του φιλοσοφικού υπαρξισμού, του nouveau roman και της κινηματογραφικής nouvelle vague.

Είναι ένας βάρδος της ζωής του Παρισιού, του υπέροχου εκείνου κλίματος φιλοσοφικών, υπαρξιακών, αισθητικών και πολιτικών αναζητήσεων κυρίως των δυο πρώτων δεκαετιών μετά τον πόλεμο.

Επέλεξα να μεταφράσω κάποια ποιήματα  από την πρώτη και πολύ γνωστή συλλογή Paroles (εκδ. Gallimard, 1949), έπειτα την Histoires et dautres histoires (εκδ. Gallimard, 1963), την προτελευταία συλλογή Choses et autres  (εκδ. Gallimard, 1976),  και την τελευταία Soleil de nuit  (εκδ. Gallimard, 1980),  πού θεώρησα ότι καλύπτουν ένα σημαντικό μέρος της γκάμας και κυρίως της ποιητικής μανιέρας του Πρεβέρ. Πολύ πιθανόν αρκετά απ’ αυτά να είναι αμετάφραστα στα ελληνικά.

Σημειώνω με πολύ ενδιαφέρον ότι πρόσφατα διάβασα σε blog ότι ο πυρήνας του παλιού και πολύ αγαπημένου επαναστατικού τραγουδιού του Σαββόπουλου Εγερτήριο από τον πρώτο δίσκο του Φορτηγό (1966), είναι από το ποίημα του Ζακ Πρεβέρ, Ο Χαμένος Καιρός (Le Temps Perdu) . Το έχω περιλάβει στην επιλογή αυτή, σημειώνοντας ωστόσο ότι η χαλαρή διασκευή του Σαββόπουλου μεταφέρει το μήνυμα του εξαίσια.

Η επιλογή της ποίησης του Πρεβέρ, που είναι ένα κομμάτι της συνολικής ανθολόγησης που έχω κάνει, θα παρουσιαστεί από την σελίδα τού Ποιείν λόγω έκτασης σε τρία μέρη.

Σαν κατακλείδα αναφέρω επιγραμματικά την προσωπική μου θέση ότι η ποίηση είναι ένα ταξίδι εικόνων, λέξεων, συμβόλων, φαντασίας που φτάνει μέχρι τις παστέλ εικόνες των παιδικών χρόνων,  πόθων φανερών και ανομολόγητων, μαστιγωμένων ονείρων και προσωπικών πλανταγμών, προσωπικής και συλλογικής ιστορικής μνήμης.

Ένα ταξίδι που σου ανοίγει διάπλατα το μονοπάτι της μέθεξης των αισθήσεων και της φαντασίας ξεκινώντας ο καθένας από το δικό του μικρό επαρχιακό σιδηροδρομικό σταθμό αργά τη νύχτα στην έρημη σάλα αναμονής φωτισμένη στο  κίτρινο φως του αλογόνου για το άπειρο και ταυτόχρονα για το πουθενά.

Το πρώτο μέρος ακολουθεί.

 

                                                                          Σ. Λ.  

Πάτρα 27/9/2023

 

************************************************************************************************

Α΄ΜΕΡΟΣ

 

 

PAROLES – ΛΟΓΙΑ

Η Ωραία Εποχή (La belle saison)

 

Για την πού χάθηκε

παγωμένη μικρή

ένα κορίτσι δεκάξη χρονών

όρθια ακίνητη

Πλατεία Κονκόρντ

Μεσημέρι δεκαπενταύγουστου.

 

*

Αλικάντε (Alicante)

 

Ένα πορτοκάλι στο τραπέζι

Το φόρεμα σου στο χαλί

Κι εσύ στο κρεβάτι μου

Γλυκιά παρουσία στον ενεστώτα

Δροσιά της νύχτας

Ζεστασιά της ζωής μου.

 

*

Έχω δει πολλούς…. ( J’en ai vu plusieurs…)

 

Είδα κάποιον καθισμένο στο καπέλο

κάποιου άλλου

Ήταν χλωμός

Έτρεμε

Περίμενε κάτι…  δεν έχει σημασία…

τον πόλεμο… το τέλος του κόσμου

Του ήταν απόλυτα αδύνατο

να κάνει μια χειρονομία

να μιλήσει

Κι ο άλλος

Ο άλλος πού έψαχνε το καπέλο «του»

ήταν ακόμα πιο χλωμός

έτρεμε

κι αδιάκοπα ψέλλιζε

το καπέλο μου … το καπέλο μου ….

κι ήθελε να κλάψει.

Είδα κάποιον πού διάβαζε εφημερίδες

είδα κάποιον πού χαιρετούσε τη σημαία

είδα κάποιον ντυμένο στα μαύρα

είχε ένα ρολόϊ

μια αλυσίδα ρολογιού

ένα πορτοφόλι

τη λεγεώνα της τιμής

κι ένα ζευγάρι γυαλιά μύτης.

Είδα κάποιον πού τράβαγε το παιδί του

από το χέρι

κι έκλαιγε…

είδα κάποιον μ’ ένα σκύλο

είδα κάποιον μ’ ένα μπαστούνι σα ξίφος

είδα κάποιον σε λυγμούς

είδα κάποιον να μπαίνει

σε μια εκκλησία

είδα κάποιον να βγαίνει….

 

*

Γεγονότα   (Événements)

 

Ένα χελιδόνι πετάει στον ουρανό

για τη φωλιά του

Στη φωλιά με τα μικρά του

Τους φέρνει μια ομπρέλα

σκουλήκια από πικραλίδες

ένα σωρό ψιλολοΐδια

για να τα φχαριστήσει

Στο σπίτι πού είναι η φωλιά

ένας άρρωστος νεαρός

σιγοσβήνει στο κρεβάτι

στο κρεβάτι του

Στο πεζοδρόμιο

μπροστά στην πόρτα

είναι ένας τύπος μαύρος

χύμα σεργιάνι

πίσω από τη πόρτα

ένα αγόρι αγκαλιάζει ένα κορίτσι

πιο πέρα τέρμα δρόμου

ένας πούστης κοιτάει

έναν άλλο πούστη

του κάνει νόημα γειά με το χέρι

ο ένας κλαίει

ο άλλος προσποιείται

κρατάει μια μικρή βαλίτσα

κόβει στη γωνία

και μόλις μείνει μόνος χαμογελάει

το χελιδόνι ξαναπερνάει

προς τον ουρανό

κι ο κίναιδος το κοιτάει

Να ένα χελιδόνι…

και θα συνεχίσει το δρόμο του

στο κρεβάτι του πεθαίνει ο νεαρός

απ’ το παράθυρο περνά το χελιδόνι

και κοιτάζει μέσα

Να ένας νεκρός,

πετάει ένα όροφο πιο πάνω

και βλέπει μέσα από το τζάμι

ένα δολοφόνο

με το κεφάλι του πιασμένο στα χέρια

το θύμα πεταμένο στη γωνία

κουλουριασμένο

Ακόμα ένας νεκρός λέει το χελιδόνι …

Ο δολοφόνος

το κεφάλι πιασμένο

στα χέρια του

αναρωτιέται πως θα φύγει από κει

σηκώνεται

παίρνει ένα τσιγάρο

κι ανακάθεται

το χελιδόνι τον βλέπει

στο ράμφος του κρατάει ένα σπίρτο

χτυπάει με το ράμφος στη κορνίζα

ο δολοφόνος ανοίγει το παράθυρο

παίρνει το σπίρτο

Ευχαριστώ χελιδόνι…

κι ανάβει το τσιγάρο του

Δε κάνει τίποτα λέει το χελιδόνι

ίσα ίσα ό,τι λιγότερο είναι

και γοργοφτερουγίζει…

ο δολοφόνος ξανακλείνει το παράθυρο

κάθεται σε μια καρέκλα και καπνίζει

το θύμα σηκώνεται και λέει

Είναι ξενέρωμα νάσαι νεκρός

τέλεια παγωμένος,

κάπνισε το θα σε ζεστάνει

ο δολοφόνος του δίνει το τσιγάρο

και το θύμα λέει Παρακαλώ

Δεν κάνει τίποτα λέει ο δολοφόνος

σας το οφείλω

παίρνει το καπέλο του

το βάζει στο κεφάλι

και κόβει λάσπη

βαδίζει στο δρόμο

ξαφνικά σταματάει

σκέφτεται μια γυναίκα

πού αγάπησε πολύ

εξαιτίας της σκότωσε

δεν τη θέλει πια

μα δεν τόλμησε ποτέ να της το πει

δε θέλει να την πληγώσει

πού και πού σκοτώνει κάποιον

για χάρη της

του κάνει πολύ γούστο

γι αυτή τη γυναίκα

θα πέθαινε καλύτερα

παρά να τη κάνει να υποφέρει

δε δίνει δεκάρα να υποφέρει ο δολοφόνος

αλλά αν είναι να υποφέρουν άλλοι

τρελαίνεται

φρικάρει

εκτός εαυτού

κάνει ο,τιδήποτε

οπουδήποτε

οποτεδήποτε

και μετά τη κοπανάει

καθένας τη δουλειά του

υπάρχουν αυτοί που σκοτώνουν

κι αυτοί που τους σκοτώνουν

όλοι πρέπει να ζήσουν

Αν το πεις αυτό ζωή

φώναξε ο δολοφόνος

κι ο τύπος που

τού παρλάρει

κάθεται στο πεζοδρόμιο

είναι άνεργος

κάθεται στο πεζοδρόμιο

από πρωί μέχρι βράδυ

περιμένοντας κάτι ν’ αλλάξει

Ξέρεις από πού έρχομαι

του λέει ο δολοφόνος

ο άλλος κουνάει το κεφάλι

Μόλις σκότωσα κάποιονε

Να ψοφήσουν όλοι απαντάει

ο άνεργος

και ξαφνικά στη ψύχρα

Έχετε νέα;

Νέα τίνος;

Νέα από τον κόσμο

νέα από τον κόσμο…

φαίνεται θ’ αλλάξει

η ζωή θα γίνει ωραία

κάθε μέρα θα τρώμε

θα υπάρχει πολύς ήλιος

όλοι οι άνθρωποι

θα ’ναι από τη φύση τους

μεγαλόψυχοι

και κανείς ταπεινωμένος

αλλά νάτο το χελιδόνι

πού ξανάρχεται

ο δολοφόνος φεύγει

ο άνεργος παραμένει

και σιωπά

ακούει τους θορύβους

ακούει βήματα

και τα μετράει

να περνάει ο χρόνος μηχανικά

1 2 3 4 5

κλπ κλπ

μέχρι εκατό … και βάλε φορές …

είναι κάποιος πού κάνει

τα εκατό βήματα πάνω στην άσφαλτο,

σ’ ένα δωμάτιο πηγμένο χαρτούρα

με τον εγκέφαλο μεγάλου διανοητή

κοκκάλινα γυαλιά

μια κεφάλα «σκεπτόμενου καλαμιού»[1]

κάνει τα εκατό βήματα και ψάχνει

ψάχνει κάτι πού θα τον κάνει κάποιον

κι όταν κάποιος του χτυπάει την πόρτα

λέει

Δεν είμαι για κανένα

Ψάχνει

ψάχνει κάτι πού θα τον κάνει κάποιον

ο κόσμος όλος

θα μπορούσε να του χτυπήσει τη πόρτα

να ρολάρει πάνω στο χαλάκι

με οιμωγές

με δάκρυα

με παρακάλια

ζητώντας να πιεί

η να φάει

και δεν θά ’νοιγε …

 

Ψάχνει

ψάχνει τη περίφημη μηχανική ζυγαριά

όταν τη βρει

τη περίφημη μηχανική ζυγαριά

θα γίνει ο πιο διάσημος της χώρας

ο βασιλιάς των μέτρων και σταθμών

των μέτρων και σταθμών

της Γαλλίας

και μέσα του βγάζει μικρές κραυγές

ζήτω ο μπαμπάς

ζήτω εγώ

ζήτω η Γαλλία

ξαφνικά χτυπάει το δάχτυλο του

στο πόδι του κρεβατιού

είναι σκληρό το πόδι του κρεβατιού

πιο σκληρό απ’ το πόδι

μιας ευφυΐας

και να το «σκεπτόμενο καλάμι»

πάνω στο χαλί

μαλακώνοντας

το φτωχό πονεμένο του πόδι

έξω ο άνεργος κάνει νεύμα,

το κακόμοιρο το κεφάλι του

μπαϊλτισμένο από την αγρύπνια,

ένα ταξί σταματάει κοντά του

κάποιοι άνθρωποι κατεβαίνουν

είναι σε πένθος

σε δάκρυα

και στα τριάντα ένα τους

ένας τους πληρώνει τον οδηγό

ο οδηγός φεύγει με το ταξί

ένα άλλος το καλεί

δίνει μια διεύθυνση και ανεβαίνει

το ταξί αναχωρεί

οδός Σατωντέν 25

ο οδηγός θυμάται τη διεύθυνση

τη κρατάει στη μνήμη όσο χρειάζεται

είναι παρόλα αυτά κωλοδουλειά …

κι όταν έχει πυρετό

όταν είναι σκοτάδι

όταν ξαπλώνει το βράδυ

χιλιάδες και χιλιάδες διευθύνσεις

φτάνουν και φρακάρουν στη μνήμη του

το κεφάλι του είναι σαν κατάλογος

σαν σχεδιάγραμμα

πιάνει τότε το κεφάλι του

ανάμεσα στα χέρια

όπως ο δολοφόνος

και σιγοσιχτιρίζει

οδός Βοζιράρ 222

οδός Μενιλμοντάν 33

Γκράν Παλέ

Σταθμός Σεν Λαζάρ

οδός των Τελευταίων των Μοϊκανών

είναι τρελό αυτό

που σκαρφίζεται ο άνθρωπος

για να χαντακώνει τους άλλους

και πως όλο αυτό περνάει στα χαζά

ο άνθρωπος θαρρεί πως ζει

κι όμως είναι ήδη σχεδόν νεκρός

κι εδώ και πολύ καιρό

πηγαινοέρχεται σ’ ένα

θλιβερό ντεκόρ

 

 

με το χρώμα

μιας ζωής οικογενειακής

με το χρώμα της ημέρας του χρόνου

με το πορτραίτο της γιαγιάς

του παππού και του θείου Φερντινάν

αυτού πού βρωμούσαν τα’ αυτιά του

πού δεν του ’χε μείνει παρά

ένα δόντι

ο άνθρωπος δρασκελίζει σ’ ένα νεκροταφείο

περπατάει αφήνοντας την ανία του

δεν τολμάει τίποτα να πει

τίποτα να κάνει

βιάζεται να τελειώνει αυτό

όταν έρχεται ο πόλεμος επίσης

είναι έτοιμος να στεφτεί

κι αυτός πού δολοφονείται

όταν περάσει ο τρόμος του

κάνει ένα ουφ

και λέει Σας ευχαριστώ

πού λυτρώθηκα.

Έτσι ο δολοφονημένος

ανακυκλώνεται στον εαυτό του

και κολυμπώντας στο αίμα του

είναι πολύ νηφάλιος

και κάνει ευχαρίστηση να βλέπεις

αυτό το πτώμα

ταχτοποιημένο σε μια γωνία,

σ’ αυτό το κουκλίστικο δωματιάκι

υπάρχει μια σιωπή θανάτου

Νομίζαμε μια μύγα

μέσα στην εκκλησία

ενόχληση

Αλλά όλες οι μύγες μαζεμένες

κάνουν κι ακούγεται

ένας ιερός βόμβος

μετά πλησιάζουν το λάκκο

το μεγάλο λάκκο με τα αίματα

αλλά η επικεφαλής τους τούς λέει

Όπα παιδιά!

Ας ευχαριστήσουμε το καλό θεό

των μυγών για αυτή την αναπάντεχη ευωχία

κι αψεγάδιαστα όλες οι μύγες

κανοναρχούν τη προσευχή

το χελιδόνι περνάει

και σουφρώνει τα φρύδια

φρικάρει μ’ αυτές τις κουταμάρες

οι μύγες είναι θεοσεβούμενες

το χελιδόνι άθεο

είναι ζωηρό

είναι ωραίο

πετάει γρήγορα

υπάρχει ένας καλός θεός

για τις μύγες

ένας καλός θεός

για τους σκώρους

για τα χελιδόνια όχι

δεν τον έχουν ανάγκη …

το χελιδόνι συνεχίζει το δρόμο του

και βλέπει απ’ το περβάζι

ενός άλλου παραθύρου

γύρω από το νεαρό νεκρό

καθισμένη όλη την οικογένεια

έφτασε με ταξί

σε πένθος και δάκρυα

για τα τριάντα ένα του

αγρυπνά το νεκρό

μένει εκεί

αν δεν έμενε εκεί

μπορεί να έφευγε ο νεκρός

η κάποια άλλη οικογένεια

να ερχόταν να τον έπαιρνε

όταν υπάρχει ένας νεκρός τον φυλάμε

κι αν δεν υπάρχει θα θέλαμε ένα

Οι άνθρωποι είναι τόσο κακοήθεις

έτσι θείε Γκρατιέν

Σε ποιόν το λέτε

οι άνθρωποι ζηλεύουν

θα μας έπαιρναν το νεκρό μας

το δικό μας νεκρό

θα έκλαιγαν για λογαριασμό μας

αυτό είναι το παράταιρο

κι όλοι τους θα καθρεφτίζονται

στον καθρέφτη της ντουλάπας κλαμένοι …

Ένας άνεργος καθισμένος στο πεζοδρόμιο

ένα ταξί σε ένα μπουλβάρ

ένας νεκρός

ένας άλλος νεκρός

ένας δολοφόνος

ένα ποτιστήρι

ένα χελιδόνι πού πάει κι έρχεται

στον ουρανό

με τα χρώματα ουρανού

ένα παχύ σύννεφο

ξερνάει επιτέλους το χαλάζι …

χαλάζι χοντρό σα γροθιά

όλος ο κόσμος ξεφυσά

Ουφ

Δεν πρέπει να παραδίνεσαι

πρέπει να κρατάς

να τρως

οι μύγες πιπιλίζουν

τα μικρά του χελιδονιού τρώνε τη πικραλίδα

η φαμίλια τη μορταδέλα

ο δολοφόνος μια χούφτα ραπανάκια

ο ταξιτζής στη μάζωξη των ταξιτζήδων

οδός Τολμπιάκ

τρώει ένα αλογίσιο εσκαλόπ

όλοι τρώνε πλην των νεκρών

όλοι τρώνε

οι πούστηδες … τα χελιδόνια …

οι καμηλοπαρδάλεις … οι συνταγματαρχαίοι …

όλοι τρώνε εκτός από τον άνεργο

τον άνεργο πού δεν τρώει

γιατί δεν έχει τίποτα να φάει

κάθεται στο πεζοδρόμιο

είναι πολύ κουρασμένος

αρχίζει να σιχαίνεται

από τότε πού περιμένει ν’ αλλάξει κάτι

ξαφνικά σηκώνεται

ξαφνικά φεύγει

ψάχνοντας για τους άλλους

τους άλλους πού δεν τρώνε

γιατί δεν έχουνε τίποτα να φάνε

τους άλλους τους τόσο

κουρασμένους

τους άλλους πού κάθονται

στα πεζοδρόμια

και περιμένουν

περιμένουν ν’ αλλάξει κάτι

και πήξανε

και πάνε να ψάξουν τους άλλους

όλους τους άλλους

όλους τους άλλους

τους τόσο κουρασμένους

κουρασμένους να περιμένουν

κουρασμένους …

Κοιτάτε λέει το χελιδόνι

στα μικρά του

είναι χιλιάδες

και τα μικρά ξεμυτάνε από τη φωλιά

και κοιτάνε τους ανθρώπους

να βαδίζουν

Αν είναι γροθιά ενωμένοι

θα φάνε

λέει το χελιδόνι

αλλά αν θ’ αντιμαχούνε

θ’ αποθάνουν

Μείνετε ενωμένοι φτωχολόϊ

μείνετε μαζί

φωνάζουν τα χελιδονάκια

να ’σαστε μαζί

οι που δεν έχετε μοιράδι

μείνετε ενωμένοι

τιτιβίζουν τα μικρά

κάποιοι τ’ ακούν

χαιρετάνε με τη γροθιά

και χαμογελούν.

 

*

Ο σπασμένος καθρέφτης (Le miroir brisé)

 

Ο ανθρωπάκος πού τραγουδούσε χωρίς σταματημό

ο ανθρωπάκος πού χόρευε μέσα στο κεφάλι μου

ο ανθρωπάκος της νιότης

έσπασε το γορδόνι του

κι όλα τα περίπτερα της γιορτής

άξαφνα γκρεμίστηκαν

και μέσα στη σιωπή του πανηγυριού

στην έρημο του πανηγυριού

άκουσα τη χαρούμενη φωνή σου

τη ραγισμένη και εύθραυστη φωνή σου

παιδιάστικη και παραπονεμένη

που ερχόταν από μακριά

και με καλούσε

και έβαλα το χέρι στη καρδιά μου

πού αναριγούσαν ματωμένες

οι εφτά γυάλινες ριπές

του αστροφώτιστου γέλιου σου.

 

*

Ο χαμένος καιρός (Le temps perdu)

 

Μπρος στης φάμπρικας τη πύλη

ο εργάτης ξαφνικά σταματά

ο καλός καιρός τον έπιασε απ’ το ρούχο

κι όπως γυρίζει

και τον ήλιο κοιτά

κατακόκκινο και στρογγυλό

χαμογελώντας  μες τον γκρίζο του ουρανό

κλείνει με νόημα το μάτι

Πες μου λοιπόν σύντροφε Ήλιε

δε βρίσκεις

τόσο ξενερωτικό

τέτοια μέρα να τη χαρίζεις

σ’ ένα αφεντικό;

 

 

[1]  Η έκφραση πού αναφέρεται στη δυϊκότητα της ανθρώπινης φύσης ανήκει στον γνωστό Γάλλο φιλόσοφο Μπλεζ Πασκάλ.