Το βιβλίο αποτελείται από διηγήματα που αφηγούνται ιστορίες μυθολογικών προσώπων, λιγότερο ή περισσότερο γνωστών εκδοχών των μύθων, κατά γενικές γραμμές πιστές στα δεδομένα, με μικρές παραφθορές, στις οποίες δεξιοτεχνικά δεν καθορίζονται τα πρόσωπα και ο χρόνος, έτσι ώστε να αποκτούν διαχρονικότητα. Έτσι αν κάποιος δεν λάβει υπ’ όψη του τους τίτλους και δεν διαβάσει τις διευκρινιστικές πληροφορίες στο τέλος του βιβλίου πιθανόν δεν θα καταλάβει την αναφορά στους αντίστοιχους μύθους, τουλάχιστον στις περισσότερες ιστορίες. Ουσιαστικά αποτελούν ανάπτυξη των μυθικών εκδοχών και εμπλουτισμό τους με περιγραφές, τα οποία γίνονται με τη χαρακτηριστική γλωσσική άνεση και παρατηρητικότητα της συγγραφέως.

Είναι βιβλίο ψυχικών καταστάσεων των ηρώων του, ακραίων και φορτισμένων, συχνά οριακών, που χαράζονται από έντονα γεγονότα. Κινείται στον μοιραίο, στον τραγικό και κάποτε στον ρομαντικό χώρο –όσον αφορά την παρουσίαση του ερωτικού στοιχείου και της αγάπης και στην εξιδανίκευσή τους.

Φωτίζονται οι λεπτομέρειες, με χαρακτηριστική γλαφυρότητα, νοηματοδοτούνται και γίνονται οργανικά μέρη της υποθέσεως.

 

Όταν αυτός κοιμάται, πηγαίνει στον μεγάλο ολόσωμο καθρέπτη του μπάνιου. Βγάζει τα ρούχα της ένα ένα, τα διπλώνει πολύ προσεκτικά και τα τοποθετεί πάνω στο πλυντήριο. Τα ονοματίζει και μες στο νου της λάμπουν οι εικόνες των λέξεων, κυματίζουν οι γραφές σαν να τραγουδάνε: φόρεμα, φό-ρε-μα, εσώρουχο, ε-σώ-ρου-χο… Μένει τελείως γυμνή. Βγάζει τελευταίο το λαστιχάκι που κρατά δεμένα τα μαλλιά της. Χύνονται τα μαλλιά της στους ώμους της, γκρίζα και άπλυτα. Κάποτε πρέπει να ήταν όμορφα τα μαλλιά της. Εκείνος ο άντρας τα είχε τραβήξει. Και την είχε πονέσει. Είχε έρθει μπροστά του, κάτι να του πει, αλλά ήταν εκεί ένα βλέμμα, ήταν εκεί δυο μαύρα μάτια και δυο μαύρα μάτια την κοίταζουν και ξεματώνουν τα λόγια της, τα δυο μαύρα κοριτσίστικα μάτια… Τα αγαπάει τα μάτια εκείνα […]

(«Ισμήνη», σ.10)

 

Τα όντα συχνά αποδίδονται με την εμμεσότητα της περιγραφής των κινήσεων.

 

Βουτάει τα δάκτυλά της στο κουτάκι με το κόκκινο υγρό, τα αφήνει λίγη ώρα κι έπειτα χιμάει στον άσπρο τοίχο και κάνει μεγάλες κυματιστές γραμμές, ζωγραφίζει τις καμπύλες με λύσσα σα να μαλώνουν χίλιοι δαίμονες στην κοιλιά της. Όχι, όχιˑ λάθος. Οι δαίμονες θέλουν να βγουν απ’ την κοιλιά της και να ζωγραφίσουν. Οι γραμμές αποτυπώνουν τις φωνές των δαιμόνωνˑ και τον πόνο του κορμιού της. Μεγάλες καμπύλες γραμμές που προσπαθούν να μη συναντηθούν αλλά δεν τα καταφέρνουν, πέφτει τελικά η μια πάνω στην άλλη σαν τετελεσμένο –ένα άρρυθμο και κακό τετελεσμένο.

(«Φιλομήλα», σ.18)

 

Οι εμμονικές επαναλήψεις των λέξεων, στο πρώτο απόσπασμα «φόρεμα», «εσώρουχο», «μαλλιά», «μάτια», και στο δεύτερο η λέξη «δαίμονες», φανερώνουν το πάθος γραφής και όχι την έλλειψη τελικής επεξεργασίας του κειμένου. Το δεύτερο μάλιστα παρουσιάζει και στοιχεία θεατρικής performance.

Ο έρωτας, η αγάπη και ο θάνατος περιφέρονται στo έργο της Τριανταφύλλου. Είναι πάθη και παθήματα δεμένα με την ανθρώπινη μοίρα και εκφρασμένα με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο, ανάλογα με τις περιστάσεις, τους χαρακτήρες και τις ζωές των ηρώων της. Ενσαρκώνουν έτσι συλλογικά δεδομένα και ψυχικές καταστάσεις, συγγενικά με κάθε ανθρώπινη ψυχή, όπως χαρακτηριστικά μας επισήμανε ο Γιούνγκ για τις αρχετυπικές μορφές των μύθων.

Η φθορά των γηρατειών, η αναζήτηση της αθανασίας, η ανάγκη της πίστης, οι αρρώστιες, η συντροφική και η παιδική αγάπη, οι αποτρόπαιες πράξεις, όπως ο βιασμός και τα παρεπόμενά του, βρίσκονται στον καμβά της συγγραφέως.

Η Μαρώ Τριανταφύλλου εκτός από συγγραφέας είναι διδάκτωρ φιλολογίας, μεταφράστρια κειμένων, από τα αρχαία ελληνικά και τα γαλλικά, και θεατρική κριτικός, οπλισμός που επηρεάζει το βιβλίο της.