Τον τελευταίο καιρο, σε διάστημα μόλις δύο χρόνων, ο συγγραφέας Χρήστος Τσιαήλης έχει κυκλοφορήσει δύο περιεκτικες ποιητικες συλλογες απο τις εκδόσεις Γκοβόστη, στην Αθήνα. Προηγήθηκαν άλλα βιβλία-του με πεζο λόγο, κυρίως διηγήματα και μυθιστορήματα. Συγκεκριμένα, το 2021 κυκλοφόρησε τη συλλογη που τιτλοφορείται ΄΄Συμπτώματα΄΄ και το 2023 τη συλλογη που φέρει τον εξωτικο τίτλο ΄΄Ούγκα΄΄, που συνειρμικα η λέξη φέρνει στη  σκέψη-μου τα σκωπτικα τραγουδάκια του Χάρυ Κλιν και του αξέχαστου Σάκη Μπουλα. Πρόκειται για δύο πολυσέλιδες συλλογες, ασφυκτικα βαρυφορτωμένες με στίχους! Θα αναφερθω, για την ώρα, αναλυτικα στην ποίηση που υπάρχει στην πρώτη κατα σειρα εκδομένη συλλογη, δηλαδη τα ΄΄Συμπτώματα΄΄ όπου, όσα θα καταθέσω καλόπιστα για την πρώτη συλλογη σε αυτο το ερμηνευτικο κείμενό-μου, με το δικο-μου πάντοτε κριτικο αισθητήριο και γούστο, ισχύουν, λίγο πολυ, και για τη δεύτερη συλλογη.

Εν πρώτοις, διαπιστώνω, πως τα ποιήματα που υπάρχουν στη συλλογη΄΄Συμπτώματα΄΄, στο σύνολό-τους είναι πολύστιχα, που κάποια καλύπτουν έκταση μέχρι και πέντε σελίδων! Σχεδον όλα αυτα τα εκτενη ποιήματα συνιστουν, απο μόνα-τους, μικρες επινοημένες ιστορίες, σίγουρα κάποιες αρκετα συναρπαστικες, τις οποίες κατασκεύασε ο ποιητης βοηθούμενος, τόσο απο την οργιαστικη φαντασία-του, όσο και απο τα διάφορα διαβάσματά-του, εκ των οποίων μάλιστα, κάποιες απο τις σελίδες-τους, φαίνεται πως τον έχουν επηρεάσει έντονα και σε μεγάλο βαθμο.

Ως εκ τούτου, ο Χρ. Τσιαήλης περνάει στα ποιήματά-του στοιχεία απο διάφορες λογοτεχνίες, ντόπιες και ξένες, απο διάφορες επιστήμες καθως και αποάλλα φάσματα της γνώσης, όπως είναι η φιλοσοφία, η ιστορία, η τεχνολογία με την αδιάκοπη και απρόβλεπτη εξέλιξή-της, η επιδιωκόμενη κατάκτηση και κατανόηση του αχανους σύμπαντος κ.ά., ενέργεια που θεωρω νόμιμη και φαινόμενο αρκετα συχνο στην ευρύτερη λογοτεχνία. Αρκει, κατα γενικη ομολογία, το ξένο υλικο που δανείζεται ο συγγραφέας, στην περίπτωσή-μας ο ποιητης, να το εντάσσει κατα τρόπο δηλωτικο, αφομοιωμένο και ομογενοποιημένο στη δικη-του δημιουργία.

Ενεργώντας όμως, με αυτο τον τρόπο ο Χρ. Τσιαήλης, είναι επόμενο κάποιες φορες να περνάει στην ποίησή-του και πυκνα, εννοωδύσκολα νοήματα αλλα και σύνθετες ιδέες που, πολυ φοβάμαι, δεν είναι εύκολο να κατανοηθουν απο όλους τους αναγνώστες-του, γιατι το μορφωτικο επίπεδο κάποιων πιθανον να μην τους επιτρέπει τέτοιες βαθιες αναγνωστικες περιπλανήσεις (και απολαύσεις) στην απαιτητικη ποίησή-του.

Την αυστηρη χορτοφαγία είμαι σίγουρος πως τη γνωρίζει αρκετος κόσμος. Τη λέξη βιγκανισμος όμως, πολυ αμφιβάλλω. Απο το ποίημα «Βιγκανισμος», παραθέτω ένα μεγάλο απόσπασμα που οι στίχοι-του νομίζω δυσκολεύουν αφάνταστα τους περισσότερους αναγνώστες στην πρόσληψή-τους:

 

«Μπορω να φάω το πόδι της σαλαμάνδρας»;

ρωτάω αιφνίδια τον Κάντ

και ξεκινάει μια τέταρτη προσπάθεια

να εξηγήσει την καθαρότητα της διατροφικης ηθικης

και την ανάγκη του τακτικου [θαν]άτου

στην εποχη που ο φόβος του τέλους

είναι πιο επικίνδυνος κι απο αυτη την πεποίθηση της αιωνιότητας

 

«Μπορω να φυτέψω στη μνήμη-μου το μαγειρευμένο κρέας»;

αντιχει σε μια στοα κρυμμένη μέσα σε μια στοα

η τρεμαμενη-μου σκέψη

επίκτητες ενοχες γεμάτη

στο σκοτάδι ανοίγουν μάτια, στόματα, αυτια

ευτυχισμένων πλασμάτων

που αφέθηκαν κάποτε στο ένστικτο

και παίρνω την απάντηση που θέλω.

σσ. 87-88

 

Αποαυτη τη συγγραφικη διαδικασία αντιλαμβάνομαι πως προέρχονταικι οι απόηχοι αποτο έργο άλλων επιφανωνδημιουργων, όπως του Επίκουρου, του Ντοστογιέφσκι κ.ά., που υπάρχουν και τους αισθανόμαστε στην ποίηση του Χρ. Τσιαήλη.

Θα έλεγα ακόμη, έστω και παρακινδυνευμένα, πως έχει δεχθει επηρεασμους, έστω και ανεπαίσθητους, απο τον Έλληνα ιδιόμορφο συγγραφέα Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο πρώτο ποίημα της συλλογης΄΄Συμπτώματα΄΄, το τιτλοφορημένο «Το αχανες», όπου ο ποιητης εδω, όπως μας πληροφορει, ανακάλυψε όλως τυχαίως πως λειτουργει με δύο σώματα, γεγονος που με παραπέμπει στα δύο πρόσωπα του Ν. Γ. Πενζίκη, έτσι όπως μας τα συστήνει στο υπέροχο κείμενό-του που το βρίσκομαι στο βιβλίο-του που τιτλοφορείται ΄΄Ομιλήματα΄΄, 1972″. Δίνω ένα μικρο απόσπασμα:

«Απο την ίδια παρόρμηση προέρχεται και η ανορθογραφία-μου, όπως και ο γραφικος χαρακτήρας-μου. Παρόρμηση που γίνεται απο το δεύτερο πρόσωπο που περιέχω. Δηλαδη άμα βγαίνω στο δρόμο, ο κόσμος πρέπει να μου απευθύνει δύο ΄΄καλημέρα΄΄. Ένα ΄΄καλημέρα΄΄ για το πρόσωπό-μου που βλέπει και έχει τ’ όνομα Νίκος (δημότης Θεσσαλονίκης, κλάσεως 1928, αριθμος μητρώου αρένων 1075), που μπορει να το γνωρίσει απο κοντα, να το δει, να το ψηλαφήσει. Και ένα ΄΄καλημέρα΄΄ για το πρόσωπό-μου που δε μπορει να δει, να γνωρίσει ή να ψηλαφήσει, γιατι δεν είναι πουθενα δημότης, δεν φέρει κανέναν αριθμο μητρώου αρρένων ή θηλέων, δεν ανήκει σε καμια κλάση γιατι η γέννησή-του είναι άχρονη…»

σσ. 14-15,

 

 

και ο Χρ. Τσιαήλης αρχίζει το ποίημά-του με τους εξης στίχους:

 

Πρόσφατα

λίγο πριν το ταξίδι

ανακάλυψα

πως στο κορμι-μου ανέκαθεν

παραμόνευαν οπες

πηγάδια αόρατα στις παρυφες

μιλούσαν με ψιθύρους.

Όμορφες εγκάρσιες στα σπλάχνα-μου σπηλιες

με προκαλούσαν σε περιπλάνηση

τις άβολες ώρες του ξύπνιου.

 

Με αυτη τη διαπίστωση

κάπως σκλήρυνε ο λογισμος

λίγο πιο συμπαγης, λίγο συρρικνωμένος∙ λίγο πιο λογικος–

κι όπως στο μάτι-μου το αριστερο

σφραγίστηκε το ύστατο πηγάδι

περπάτησα ο ίδιος μέσα-μου

με ένα σώμα δεύτερο

το πρωτότυπο να χαρτογραφήσω

σ. 13

 

Επομένως, με όσα ανάφερα πιο πάνω, θέλω να υποδείξω πως η ποίηση που έχει παράξει ο εν λόγω ποιητης, και τώρα μας προσφέρεται κωδικοποιημένη στις δύο συλλογες-του, στο σύνολό-της, και αν έπρεπε να την κατατάξω σε μία κατηγορία, θα έλεγα, χωρις δεύτερη σκέψη, πως ανήκει στην ποίηση της νοησιαρχίας, με τον επαρκως ενημερωμένο αναγνώστη όμως, να προβληματίζεται και να διερωτάται γιατινα είναι τόσο στεγνη αυτη η ποίηση, εντελως απαλλαγμένη απο κάθε ίχνος βιώματος και λυρικου στοιχείου που, κατα γενικη ομολογία, αυτα τα στοιχεία, όταν δοθουν σε ελεγμένες δόσεις, προσδίδουν φρεσκάδα, ζωντάνια, συγκρότηση, αρμονία, μουσικότητα, χάρη, μαγεία και ομορφια στην ποίηση.

Χωρις περιστροφες, θα χαρακτήριζα τον Χρ. Τσιαήλη χαρισματικο, έξυπνο και αρκετα υποσχόμενο συγγραφέα, μιας και γνωρίζω πως επιδίδεται συστηματικα και στην πεζογραφία. Θέλω να τονίσω πως είναι ένας μεγάλος παραμυθας, προσον ευεργετικο, που διαθέτουν και άλλοι συγγραφεις της γενιας-του, που μπορει να σαγηνεύσει, να συγκινήσει και να καθηλώσει τον αναγνώστη-του με την αδιάκοπη και συναρπαστικη αφήγησή-του. Το χάρισμα αυτο όμως, δηλαδητης λεπτομερης και καθηλωτικης αφήγησης, βρίσκει περισσότερο γόνιμο έδαφος στην πεζογραφία, γιατι είναι ένααπο τα βασικα δομικα υλικα-της.Εννοω πως η λεπτομερης αφήγηση δεν μπορει να εφαρμοσθει, αυθωρει και παραχρήμα, και στην ποίηση. Και ο Χρ. Τσιαήλης απέδειξε πως λειτουργει με το ίδιο πνεύμα και την ίδια συγγραφικη αντίληψη και όταν γράφει την ποίησή-του. Δηλαδη, όταν γράφει ποίηση λειτουργει με την αρματωσια του πεζογράφου και όχι με αυτη του ποιητη. Εννοω πως κυνηγα και στοχεύει με τα βέλη του ψυχρου πεζογράφου, και όχι του μελίρρυτου ποιητου, με αποτέλεσμα να αδικει κατάφορα την ποίησή-του!

Με άλλα λόγια, είναι στο έπακρον περιγραφικοςποιητης! Και εδω ακριβως θέλω να καταλήξω. Η ποίηση όμως, και αυτο πρέπει να το αντιληφθει έγκαιρα ο Χρ. Τσιαήλης, δεν αρέσκεται και δεν επιδέχεται τη λεπτομερη περιγραφη, την ψυχρη ανάλυση και κυρίως την ανοικονόμητη φλυαρία. Είναι γερα στηριγμένη στη δωρικη λιτότητα, στην αυστηρη οικονομία, την πυκνη έκφραση, το στιλπνο ύφος, το γνήσιο και ζεστο συναίσθημα, στοιχεία τα οποία, όπως διαπιστώνω, λείπουν παντελως απο την ποίηση του Χρ. Τσιαήλη.

Κοντολογις, η ανοικονόμητη και ανεξέλεγκτη περιγραφη, που απο την πλευρα της ποίησης έχει σαν αποτέλεσμα τη  συσσώρευση άφθονων, πλην όμως αποξεραμένων (όπως τα ξεραχόρτα) στίχων, σκοτώνει τη ζωτικη ουσία που πρέπει να έχει η ποίηση. Το ίδιο φαινόμενο, όπως είπα, συναντάμε, δυστυχως, και στην ποίηση του Χρ. Τσιαήλη. Είναι λυπηρο και άδικο όμως γιατι σε αρκετες σελίδες του βιβλίου-του υπάρχουν απίθανες ποιητικες εικόνες, σε σύλληψη, απόδοση, ουσία και ομορφια, που συγκροτουν ειλικρινα υπέροχους, έστω και μεμονωμένους, στίχους που δυστυχως χάνονται μέσα σε αυτο τον μεγάλο σωρο απο στίχους που έχει στοιβάξει στη συλλογη-του. Έτσι, μαζι με τα ξερα καίγονται και χλωρα! Ένα τέτοιο δείγμα ωραίας ποίησης είναι το ακόλουθο απόσπασμα απο το ποίημα «Χειμώνας»:

 

Είναι αυτη-σου η υπόσχεση

του απέραντου λευκου

που όλο φεύγει κι έρχεται

λιώνει με την ανάσα-μου

σκληραίνει, όταν κοιμάμαι.

Είναι που ξέρω μια μέρα οριστικα

γυμνος στην αγκαλια-σου θ’ αφεθω

λευκο απ’ το λευκο-σου να ντυθω

χειμώνας εγω ο ίδιος

για έναν άλλο σαν εμένα δειλο

που άργησε να σε δεχτει

ως ενδεχόμενο.

σ. 47

 

Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως τα αχώνευτα κατεβατα απο στίχους, που διαβάζονται αναγκαστικα χωρις ανάσα, επιφέρουν και κόπωση στον αναγνώστη, που είναι αρνητικος παράγοντας στην σωστη ανάγνωση, κατανόηση και απόλαυση μίας εμπνευσμένης ποίησης ή ενος οποιοδήποτε λογοτεχνικου έργου.

Σε πάρα πολλα σημεία του βιβλίου, συγκεκριμένα σε πάρα πολλες λέξεις, αλλα και σ’ ένα τίτλο ποιήματός-του, σ. 43, συναντάμε, κλεισμένα σε μεγάλες αγκύλες, τρία γράμματα που σχηματίζουν το καρκινικο μόριο [θ.α.ν] (το συναντούμε και με διαφορετικη σειρα στα γράμματα), που μπορει να υπάρχει στην αρχη, στη μέση ή στο τέλος της λέξης. Διερωτήθηκα, ειλικρινα, σε τι αποσκοπει το παιγνίδι αυτο του ποιητημε τα συγκεκριμένα γράμματα ή, τέλος πάντων, τι θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη-του με αυτο το παράξενο κατασκεύασμα. Μετα απο πολύ προβληματισμο, διαπίστωσα πως με τα τρία αυτα γράμματα αρχίζει η λέξη «θάνατος». Δεν θα δυσκολευθω, λοιπον, αν αναφέρω πως έχω καταλήξει στο συμπέρασμα (μπορει και αυθαίρετο) πως ο ποιητης, με αυτο το παιγνίδι των συγκεκριμένων γραμμάτων, επιδιώκει να ξορκίσει τον ανεκδιήγητο θάνατο!

Η πείρα, και με αυτο θα ολοκληρώσω, έχει αποδείξει πως η ποίηση μπορει να γίνει και απο τα πιο ευτελη και ανάξια υλικα. Ποίηση όμως, περίτεχνη δεν μπορει να γίνει απο οποιαδήποτε υλικα. Θέλω να πω, πως ο ποιητης δεν μπορει ν’ αφομοιώσει αποτελεσματικα και να μεταποιήσει ή μεταπλάσει σε ποίηση ότι υλικο βρεθει μπροστα-του ή έχει στη διάθεσή-του. Δηλαδη, πρέπει ν’ αντιληφθούμε πως υπάρχουν υλικα που είναι κακοι αγωγοι για την ποίηση. Εννοω, πως δεν μπορουν να μεταφέρουν στα φτερα-τους όλη τη δροσια, τη μαγεία, την ομορφια και το μυστήριο που περικλείει μέσα-της η άγια και θαυματουργη ποίηση.

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου που εφάρμοζε ο αξέχαστος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος