Ι

Στη σοφίτα του Μπαρμπα-Γιώργη,
χορεύει η Αμαρυλλίς.
Κουνάει το κορμί της και τα χέρια της,
σα κίτρινη Σμυρνιά.
Μέχρι που το γραμμόφωνο ξεκουρδίστηκε.
Και δε παίζει μουσική πια.

Ετούτη η πόλις,
έκλεψε από την Αμαρυλλίς,
τη θεία της ευωδιά.

Τα αγόρια της γειτονιάς
περνούν κάτου απ’ το παραθύρι της
και αγναντεύουν τα μαλλιά της.
Ω, πως λαμπιρίζουν κάτου απ’το φεγγάρι.
Και το αηδόνι,
αχ- πως λαλεί.
Η μελωδία τα υπνωτίζει,
κολλώντας τα ματάκια πάνου της.

Αυτή η νύχτα,
χαράκτηκε έντονα-
χρυσά χρόνια της νεολής μου.

Εκείνο το χαμόγελο,
κοντοστεκόταν’ κοντά στο παράθυρο,
που η λατέρνα ακουγόταν’,
κι έπαιζε ο σκοπός ο ίδιος.

Ακόμα το θυμάμαι,
κι με πιάνουνε τα κλάματα.

Ετούτη η πόλις,
έκλεψε από την Αμαρυλλίς,
τα όμορφα στολίδια της.

ΙΙ

Αμαρυλλίς,
η ανάσα μου κοντεύει να κοπεί-
η καρδιά μου εκρήγνυται,
το αίμα κάνει τραμπάλα μέσα στις φλέβες μου.
Βλέπω τη θαμπή θολούρα,
Καθώς φτύνω το ξεραμένο αίμα.
Ξέρω καλά,
ότι δεν έχω άλλες ελπίδες, για σένα.
Δεν μπορώ-
να είμαι αυτό που θέλεις,
γλυκιά μου.
Έχω κολλήσει στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Δεν φοβάμαι πια,
ξέχασε το.

Ε κ σ τ α σ ι ά ζ ο μ α ι. (πέρα απ΄το φυσικό)
Ε κ σ τ α σ ι ά ζ ο μ α ι.
Ε κ σ τ α σ ι ά ζ ο μ α ι.
Άλλη μία απόπειρα να φτάσω το θεό-
αν και πάντα
καταλήγω στην εποχή της κολάσεως.
Ω, Αμαρυλλίς, ωχρή!
σαν ήμουν λεύτερη για λίγο.
Μόνο μη σε παρατήσει η Ρικίνη που σε ταΐζε,
και μου πεθάνεις παιδί.

Με ρουφάει ο εσωτερικός μου καύσωνας,
ζαλίζομαι-
τινάζομαι στον αέρα.
Κίτρινη ακτινοβολία με χτυπά
και με ανεβάζει όλο και πιο ψηλά.
Κι αυτό το ηλίθιο γέλιο,
Μου ‘χει τρυπήσει τα αυτιά.

Τώρα
έτσι όπως είσαι προδομένη
άφησε με
να χαζέψω
την ομορφιά του κορμιού σου.

Σκοτεινό δωμάτιο.
Έχω μείνει ακίνητο μη ξυπνήσω το μικρό,
και με κατασπαράξει!
<<Κοιμήσου γλυκά,
μικρό μου,
να σε πάρει ο Ύπνος
και το παιδί Του το Όνειρο
να σε συντροφεύει>>.

ΙΙΙ

Βυθίζομαι απαλά κι αργά
σα θάνατος
στο ιδρωμένο στρώμα.
Η ανάσα μου
κομμένη,
και εσύ
έρχεσαι
ακροβατώντας
σε ρυθμό σιωπής.
Φωτιζόμαστε από απλωμένο φεγγαρόφωτο.
Με αργές κινήσεις ακουμπώ το πρόσωπο σου,
κι σα να μου ‘λεγες:
<<σκλάβωσε με ετούτη τη νύχτα>>.
Και εγώ σε πίστεψα.
Τόσο οδυνηρός ο πόνος που νιώθεις στη καρδιά.
Γλοιώδες φλόγα!
Μα, τι να κάνω ε;
Τι να κάνω;
Δε σε φοβάμαι όμως,
θα παλέψω το θάνατο.
Δεν υπάρχει επιστροφή.
Εαυτέ, είσαι μαλάκας- γιατί φοβάσαι;

Βουλιάζω
Όλο και πιο πολύ
στο ιδρωμένο στρώμα
και μπαίνω σε κόσμο μπαμπακένιο.
Τώρα μπορείς να μου μιλήσεις.
Όχι για τα λουλούδια της γειτόνισσας,
το φεγγάρι,
τη πόλη,
το πιάνο,
τα φύλλα των δέντρων.

Μίλα μου για ελευθερία.
Τι φοβάσαι;