Μπήκα σε σπήλαιο να γλείψω τις πληγές μου .
Έγειρα αδιάφορα στην υγρή λατύπη.
Το Άπαν λείπει.
Θηρίου οι ανείπωτες κραυγές μου .
Δικαιοσύνη δεν γυρεύω
σ αυτόν τον κόσμο και ειρήνη,
κείνος που βράζει τώρα πίνει
τα καμωμένα τα ζουμιά του
κι εγώ είμαι τώρα του Θανάτου.
Τούδωσα θάρρος και ευθύνη
να φέρει τα καλά ματζούνια
τα έλαια τ αποσταγμένα,
νεκρή Αιγύπτια στη γέννα
επάνω, του θεριού παιδιού μου .
Γυαλίζει το κεδρόλαδο
στη γλώσσα του ο Χάρων
γλυκά μου αλείφει τις κορφές
να τρέχει ως τα μύχια η λατρεία .
Και νά που ήρθε η ευκαιρία
να ζήσουμε μαζί τόσες ζωές,
όλο το χτες, που ήταν αδύνατο να γίνει.
Και δες πως έξω απ τη σπηλιά όσοι περνάνε
κάνουνε βήμα πιο ταχύ και προσπερνάνε.
Στο τέλος μόνο ο έρωτας
του Έρωτα θα μείνει.

`

 

***
Θα περπατώ σε αχνισμένες κορυφές
πάνω από ποτάμια βροντερά που αχλύζουν
θα πεταρίζουν γύρω μου ψυχές πτωμάτων
θα σκύβει ο ουρανός θα με μαζεύει ήλιο του
θα με βαφτίζουν ανθρωπάκια μακρινά ονόματα
Βούλα, Σούλα, Κίτσα, Πίτσα,
τα πετεινά του, Λάτμα, Δόνα, Θρου,
θα ξεσκονίζω ιδεογράμματα,
θα δένω κρόσσια σε ούγιες αριθμών,
θα πλένω μωρουδάκια θρηνωδίας,
θα καθαρίζω ήχους συχνοτήτων χαμηλών
θα μαγειρεύω τα παράσιτά τους
θα τα σερβίρω σε ασεβείς συνδαιτυμόνες,
θα κάνω έρωτα με την ψυχή μου σε ένα βαθύ σεντόνι
σε μια κλίνη αιθερική με τον Πορφύρη,
θα ζωγραφίζω σωματότυπους γυναίκας,
θα ψήνω ήπαρ κριάριο, ταυροκεφαλές, μυαλά ημίσφαιρα διδύμων , καβουρίνες, άρτους παρθενικούς, αιγόκερα ψαχνά, ιχθύες,
θα κανακεύω τον κατοικίδιο λέοντα,
θα ζυγίζω το δίκαιο με το άδικο,
θα κλείνω δηλητήρια υγρά σκορπιών σε φιάλη,
θα μαθητεύω τον κένταυρο,
θα λούομαι την ύδρα,
θα αποκοιμίζω το καρκινικό μου κύτταρο,
θα ξυπνώ το ζεν, το εν , τον ων και την νιρβάνα.
`
***
Γαλήνεψαν τα μάτια του
ώρα πολλή που βόλεψε
το όμορφο κεφάλι του
στην αμμουδιά των μηρών μου
όπως χαρτογραφώ την πλάτη του με χάδι
άγριο ωκεανό, νησιωτικές συστάδες
πόλους και τροπικούς μετρώ
με το ζαχαρωτό διαβήτη των δαχτύλων μου
περιύφερη αγάπη
βυθισμένες ήπειροι αναδύονται απ’ εντός του
υπέροχοι πολιτισμοί
αψεγάδιαστοι κήποι
κόσμος ειρήνης
αρώματα πνέουν από το στόμα του
γλιστρούν στον ομφαλό μου
λυχνάρια είμαστε γεμάτα βαλσαμόλαδο
γλυκύτερο τοπίο δεν θα ψάξω
και στο μυαλό μου δεν θα βρω
ποτάμια τρέχουν ήσυχα, ανάμεσα στην άμμο