Σονέτο 37

Νύχτα, στο ταραγμένο μου μυαλό καλώς να’ρθείς,
βαριά, θλιμμένη, σκοτεινή, μ’ απ’ ότι εγώ, όχι πιο πολύ,
ποτέ δε θα’βρισκες άλλη συντροφιά πιο ταιριαστή
στη διάθεσή σου, από εμένα, έτσι που’μαι κατηφής.

Κι αν είσαι σκοτεινή, τα πάθη μου, το φως ποτέ δε τα’χει δει- χωρίς
δικαίωση ακόμα – καμιά χαρά δεν κατασκόπευσε, ούτ’ η πιο μικρή,
κι αν βαριά, η ευτυχία μακριά μου τρέχει βιαστική,
κι η στεναχώρια προσπερνάει την ελπίδα μιας γαλήνιας σιωπής.

Γι αυτό λοιπόν να γίνεις φίλη με μένα τη φτωχή,
που σαν και σένα είμαι θλιμμένη, αλλά και σκοτεινή,
μισώντας κάθε ηδονή κι απόλαυση, όσο ζω,

τη θλίψη, τη σιωπή και σένα προτιμά η δική μου η καρδιά
και σας τις τρεις, το ξέρω, δεν μπορώ ν’ απαρνηθώ,
ας ζήσουμε, έτσι, μονιασμένες για πάντα συντροφιά.

Σονέτο 1

Ο μαύρος της νύχτας μανδύας, όπως άπλωνε την πιο μεγάλη σκοτεινιά,
καθώς τις αισθήσεις μου ο ύπνος – όπου ο θάνατος έχει αντικατοπτριστεί –
εμπόδιζε να λειτουργούν συνειδητά, οι σκέψεις μου έτρεχαν πιο γοργά
κι από κείνες, που η μεγαλύτερη γρηγοράδα απαιτεί:

Στον ύπνο μου είδα έν’ άρμα, που το ‘σερνε η επιθυμία η φτερωτή,
όπου του έρωτα η βασίλισσα, η λαμπρή Αφροδίτη, ήταν καθισμένη,
και στα πόδια είχε το γιο της, με φωτιά να πυρπολεί.
κάθε καιόμενη καρδιά, που αυτή κρατούσε υψωμένη.

Μα μια καρδιά, που απ’ τις άλλες πιο μεγάλη φλόγα βγάζει,
κρατάει μετά η θεά και στο στήθος μου τη βάζει.
«Γιε μου αγαπημένε, τώρα σημάδεψε, έτσι θα κερδίσουμε τη νίκη»,

του λέει. Κι αυτός υπάκουσε, κι έτσι μαρτύρησε η καρδιά μου η φτωχή.
Εγώ ξυπνώντας, ήλπιζα, πως, σαν κάθε όνειρο, κι αυτό θα διαλυθεί·
μα από τότε, αλίμονο, στην αγάπη η καρδιά μου ανήκει.