ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ

 

Οι λεπίδες στάζανε αίμα

τα μάτια τους θάλασσες δάκρυα

κόβανε και πετούσανε στους περαστικούς

ολοζώντανες φλούδες δέρματος

(μόλις είχαν αρχίσει να φαίνονται τα οστά τους)

 

όλοι σταματούσαν

αυτοί ανένδοτοι συνέχιζαν να κόβουν

να κόβουν και να ωρύονται

«άλλος για τη σάρκα μας;»

«άλλος για τη σάρκα μας;»

 

εκείνο το μεσημέρι

δεν έμεινε κανείς νηστικός.

 

 

 ***

ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

 

Δαγκωνιά τη δαγκωνιά

ροκανίζω το χρόνο

φτύνω κουκούτσια

φτύνω αίμα

φτάνω στην καρδιά

του μήλου

σταματώ.

Δεν θέλω άλλο

μήλο.

Δεν θέλω άλλο

θάνατο.

 

***

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ

 

Την τελευταία φορά που το είδανε

φορούσε μαύρη μπλούζα, μαύρο τζιν και μαύρες μπότες

είχε μαύρο δέρμα, μαύρα μαλλιά και μαύρη καρδιά

πίσω από ‘να ζεύγος μαύρα γυαλιά φαινόντουσαν μαύροι κύκλοι

και κομμένα φτερά προεξείχαν απ’ την ράχη του μαύρου του τζάκετ.

Την τελευταία φορά που το είδανε

έκανε μαύρο χιούμορ

μπήκε στο μαύρο αμάξι του

και χάθηκε…

στο απέραντο μαύρο της νύχτας.

Την τελευταία φορά που το είδανε

έκλαιγαν με μαύρο δάκρυ πάνω από την μαύρη του κάσα

και δίπλα από τους μαυροφορεμένους του οικείους

οι καμουφλαρισμένοι με μαύρη διάθεση

λευκοί φονιάδες του.

 

 ***

Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ

 

Ερχότανε από τα παράλια

της βροχής

στην έρημο των ανθρώπων.

Ζωσμένος μ’ εκρηκτικά –

ποιήματα

κι έγνοιες – ξιφολόγχες.

Κάπνιζε

έπινε

έβριζε

ένιωθε.

Δε θέλω να με λυπάστε

μα να με υπολογίζετε,

έλεγε.

Πού και πού να με φοβάστε.

Κι όταν βρέχει…

να με θυμάστε,

έλεγε.

 

***

ΟΤΑΝ ΠΕΦΤΕΙ Ο ΣΥΡΤΗΣ

 

Όταν πέφτει ο σύρτης

βγάζουνε τα προβλήματα

και τα ακουμπούν όπου να ‘ναι

στο τραπέζι – στις καρέκλες – στον καναπέ.

Έπειτα κάθονται όπου βρούνε στρωμένα

συντηρούνται από τα έτοιμα (τα μισοφαγωμένα)

επί την ευκαιρία λιμπίζονται και τα ξένα.

Παραγγέλνουν από τα ετοιματζίδικα

τρώνε – πίνουν – βουτάνε στα αεριτζίδικα

χωρίς καμία προετοιμασία υποδέχονται

και αποχαιρετούν τον ετοιμοπαράδοτο ήλιο.

Ακατάστατοι άνθρωποι

σε ακατάστατα σπίτια

με ακατάστατα συναισθήματα.

Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση.

 

***

MOTIBO

 

Κρέμομαι απ’ τα χείλη σου

όπως η αράχνη

απ’ τον ιστό της

παραδομένη

μα γενναία συνάμα

σύμφωνα με τη λογική συνέπεια

του κενού

και την παράλογη

του πόθου.

 

***

Ο ΑΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΣ

 

Επέστρεφε από μια εποχή

δίχως όνομα κι ηλικία

δίχως συγκατάβαση.

«Ο άνθρωπος γερνάει…

μόνο όταν χάσει τον αυθορμητισμό

και τον ενθουσιασμό του»

έλεγε με σπασμένη φωνή.

Κι αυτός που τα ‘χε χάσει από καιρό

αποσυρμένος στη βροχή και στ’ αγιάζι

θαρρώ πως έψαχνε τώρα

από μια ελάχιστη επιπολαιότητα

να πιαστεί.

Δε ζητούσε πολλά.

Έναν φίλα προσκείμενο ώμο

και μια θελκτική γάμπα.

Μια ύστατη ευκαιρία

στην έσχατη προδοσία του ζητούσε.

Μια ελάχιστη επιπολαιότητα…

 

 ****

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ

 

Ακόμη να μπει μια τελεία

να συμφιλιωθώ με την ευτέλεια

ακόμη να χωνέψω την υποκρισία του όχλου

ακόμη ν’ απεξαρτηθώ από τη διαπλοκή της κάστας

κι από τη μοχθηρότητα του σιναφιού

ακόμη να βγω απ’ τα κοντοπαντέλονα

εκείνου του πιτσιρικά που αλώνιζε τον κόσμο

και πόνταρε στον άνθρωπο

ακόμη να γκρεμίσουν οι βροντές μου

τις παράγκες των παραγοντίσκων

ακόμη ν’ απελευθερωθώ

από τους τακτοποιημένους μου καταδότες

ακόμη ο ανεπρόκοπος

να γίνω σαν τα μούτρα τους!