Ναυτικός που καπνίζει, π. 1894-1895, Λάδι σε μουσαμά, 40 x 34 εκ.,

Λύτρας Νικηφόρος, Εθνική Πινακοθήκη, Κλ. Στέφανου Σκουλούδη

 

 

Καθισμένος με τις ώρες στη σκιά του πρίνου,

παραδόξως, χωρίς να μαλώνει πια τον εαυτό του,

μετρούσε και ξαναμετρούσε

τις κούπες απ’ τα βελανίδια,

τσακισμένα καράβια τα λογάριαζε,

τα δάχτυλα του σβηστά κεριά,

τους ρόζους στο γέρικο κορμό, ίδιοι πάντα,

έτσι του φαίνονταν,

κι άλλοτε μέσα στα δαχτυλίδια του καπνού,

μαζί με τα ενήλικα σημάδια,

και τα αδέσποτα λάθη,

έκαναν την εμφάνισή τους

και οι έκπτωτες, οι ξέμπαρκες μέρες,

τις έβαζε κι αυτές στη σοδειά.

 

Ολόκληρη η ζωή του, ένα ποτήρι αλισάχνη

που είχε πιει ως τον πάτο,

άπλωσε το χέρι, κάπως δισταχτικά,

έκοψε ένα χαμομηλάκι,

το έφερε στη μύτη, το μύρισε,

μετά στα χείλη,

κάπως γλύκανε ο κόσμος του.

 

Από καφενείο, σε καφενείο,

«φίλε μου», του έλεγαν, ή και «δικέ μου,

αδερφέ μου»

και στο δρόμο, και στην αγορά το ίδιο,

να τον παραφυλάνε με το χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά,

«φίλε μου, Κωστή μου»

κι ας μην υπήρχε κανένα γνώρισμα φιλίας,

το ένιωθε,

η υποκρισία εξωραϊσμένη σε όλο της το μεγαλείο,

χωρούσε σ’ ένα «μου».

Ορκιζόταν στη ναυτοσύνη,

πως η φουρτουνιασμένη φύση του, δεν άντεχε

τόσο στειρωμένο το «μου»

παραβίαζε ένα άγραφο πρωτόκολλο,

ένα «μου» καθόλου αβλαβές.

 

«Μου», μ’ ένα μορφασμό αηδίας,

«μου», δεύτερη φορά σαρκάζοντας,

«τα χάλια σας, ανάθεμα, μούντζες που θέλετε»

βλαστημούσε.

Θέλανε, τους λίγους παράδες

που είχε μαζέψει τόσα χρόνια στα μπάρκα,

τους είχαν βάλει στο μάτι,

φίλοι, συγγενολόι, σκυλολόι,

πάντα θα υπάρχει

ένας παππάς που ονειρεύεται

μνημόσυνα, ευχέλαια, και παχυλές δωρεές,

«έχεις φωτοστέφανο Κωστή μου, φίλε μου»,

τονισμένο το «μου»,

ένας πρόεδρος να ζητά ευεργεσίες,

«πρέπει Κωστή μου, πρέπει φίλε μου»

ένας γείτονας,

που ψάχνει συνέταιρο,

σε κάτι μεσοβέζικες βρομοδουλειές,

«για την κονόμα, δικέ μου»,

ένας πολιτικάντης που ζητάει

«φέρε μου πενήντα ψήφους»

όχι σκέτο πενήντα ψήφους, όχι,

εδώ υπήρχε μια παύση,

ένα άγγιγμα στο δεξιό ώμο και μετά,

«ζήτα μου ό,τι θες, φίλε μου».

 

Βασάνιζε το μυαλό του,

αυτό το «μου», τόσο ψεύτικο,

στην προσποιητή οικειότητα,

ξανάρχονταν κύματα οι θύμησες,

η ψυχή, ό,τι δηλαδή είχε απομείνει από αυτή,

φορτωμένη θάλασσα, και ματαιώσεις,

κι όμως να υψώνεται σε διαρκή αναζήτηση

κάπου θα υπήρχε κάτι καλό.

Ελεύθερος, χωρίς αδυναμίες τώρα πια,

χωρίς και την πλάνη της ευτυχίας,

αναγνώριζε

σχεδόν όλες τις φαύλες πρακτικές,

σαπουνόφουσκες που περίμενε να σκάσουν.

 

Στον απόηχο της ζωής

πλησιάζοντας στη στερνή πράξη,

τελευταία αίσθηση

η άρνηση να συνεχιστεί η παρωδία, τού «μου».

Το κατακόκκινο θολό βλέμμα

αντιφέγγιζε παλιές και καινούργιες φλόγες,

ανάμεσά τουςκάποιες εικόνες,

φράσεις λειψές, ναι, μα ολόκληρες αλήθειες,

εκεί, στα φανερά και στα κρυφά,

μέχρι να ειπωθούν τα ανείπωτα,

χωρίς «μου».

 

Δίχως τέλος,

συνειδήσεις ράθυμες, βολεμένες,

καιροσκόποι, κόλακες, συμφεροντολόγοι,

πιασμένοι από ένα, «μου»,

χαμογέλασε πικραμένα,

φτενή η Μοίρα,

σε μια άγονη προσκόλληση

να εξαργυρώσουν τις εύκαιρες ώρες,

τις άμοχθες σκέψεις,

αγίνωτο προζύμι τούτες οι σχέσεις,

κι αυτός, στεριανός πια,

αιώνια πιστός στην ουτοπία της τιμής

θυμόταν, που όταν έπιαναν λιμάνι

έγραφε πάνω στο νερό ονόματα,

όλα με τη δόξα της νοσταλγίας.

Τώρα, ευχόταν, να μπορούσαν να τον καταλάβουν,

να τον άφηναν έστω ήσυχο,

να κάθεται εκεί μονάχος, να ζητά μια θέση στον ήλιο

με μόνη συντροφιά

ένα ημερολόγιο και τη μαύρη γάτα του.

 

Άνοιγε ένα – ένα τακιτρινισμένα γράμματα,

«αγαπημένε μου», διάβαζε,

άλλα πάλι έγραφαν «αγάπη μου»,

ένα «μου», παντοδύναμο,

να τον τρελαίνει.

Ήξερε πως,κάποιες από τις γυναίκες,

που είχαν γείρει στην αλάνα της αγκαλιάς του,

χωρίς παρακάλια,

πολύ απλά, τον είχαν χρησιμοποιήσει,

αφού εκπλήρωσε τις επιθυμίες τους,

όσες μπόρεσε,

το ίδιο απλά, τον είχαν ξεχάσει,

τελικά, στο σημειωματάριο της απουσίας

παραγράφεται και η αγάπη.

 

Έμεναν μόνο κάτι ξεθωριασμένα «μου»

θαρρείς και δεν υπήρχαν άλλες λέξεις,

θαρρείς και όλες οι πληγές

βρισκόταν συγκεντρωμένες, σ’ αυτό το «μου»

να τον καίνε βαθιά,

εφιάλτες στις άναρθρες νύχτες,

βλέπεις, οι αιώνιοι όρκοι δεν είναι συμβόλαια,

είναι λόγια, μόνο λόγια,

σαν καλάμια τα παίρνει κάποτε το ρέμα.

Είτε το άκουγε, είτε το διάβαζε,

αυτό το «μου»,

ένα καμπανάκι σήμαινε μέσα του,

«φυλάξου από τις ομοιότητες», το ένστικτο,

φυλάξου Κωσταντή,

ένα «μου», μπορεί να σε κάψει,

να σε πνίξει, ή

να σε θάψει,

ένα «μου» Κωσταντή, μια παγίδα,

ένας ύπουλος ύφαλος.

 

Ζωγράφιζε μενεξέδες η δύση,

μια ματιά μακριά, προς τη μεριά τηςακρογιαλιάς,

το βλέμμα ίσα που πρόλαβε,

σε αθόρυβη χαμηλή πτήση μια κουκουβάγια,

από τ’ ακροκέραμα, στις κουκουναριές.

Ολόλευκη, πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς,

η δική του είχε σφιχτεί,τραβούσε τα δικά της ζόρια,

θυμήθηκε τα εκπληκτικά της μάτια,

είχε κρατήσει την εικόνα

από τότε που την είχε δειστον ανεμόμυλο,

μεσάνυχτα με φεγγάρι,

πόσος καιρός αλήθεια,

σ’ ένα ψηλό δώμα της Κρήτης

παιδί ακόμη,

εκείνη η δασκάλα,

με τ’ ανθισμένα δάκρυα στα βλέφαρα,

αινιγματική, ναι αλλιώς δεν θα θυμόταν.

«Τυτώ λοιπόν, η μυθική,

αυτή που βλέπει την αθέατη πλευρά των πραγμάτων,

εκεί που οι άλλοι αδυνατούν»,

η ανάμνηση ξέθαψε τα λόγια της.

Λες και είχε πετάξει

από το εξώφυλλο τούπαλιού αναγνωστικού

λες και ήρθε να τον λυτρώσει,

μια αθώα ανάμνηση ήταν μόνο,

και μια αφή σ’ ένα χέρι που έτρεμε, χλωμό.

«Τυτώ, γιατί η σοφία

μεταγράφει την απλή γνώση, σε βίωμα,

σε καρπό, σε πνεύμα», συνέχισε να αφουγκράζεται,

τη φωνή της από το βαθύ του χρόνου,

τώρα ήταν σε θέση να κατανοήσει,

ως να το όφειλε,

πήρε μια χούφτα χώμα, το φίλησε,

μακριά από φασαρία και φώτα,

μακριά και από τα κάλπικα «μου»,

στο ανεπαίσθητο θρόισμα της Όστριας,

συλλάβιζε

αλμύρα και ανορθόγραφη ζωή,

ζωή δική του, και όχι μιας μαριονέτας,

όση του έμενε,

μοναχικός, και ασυμβίβαστος,

σ’ ένα κόσμο που όσο εύκολο είναι

να χαρακτηρίζεις κάποιον δικό σου,

προσθέτοντας μόνο ένα «μου»

τόσο, μα τόσο εύκολα

μπορείς και να τον χάσεις.

 

«Τό ’παμε Κωσταντή, οι εγγυήσεις, η αγάπη, η φιλία,

και τόσα άλλα, δενχωράνε σ’ ένα «μου»,

ίσωσε τον πλεχτό, τριμμένο σκούφο,

και την πλάτη του,

άναψε την ξύλινη πίπα

φύσηξε ψηλά τον καπνό.