ΟΙΚΕΙΟ ΤΟΠΙΟ

Αλλάζουν οι τόποι
σαν τους ανθρώπους
γερνάνε
δεν τους γνωρίζεις
πια
ψάχνεις στα κοιμητήρια
τις φωτογραφίες
για να βρεις
τα οικεία πρόσωπα
ύστερα περπατάς
αργά
στα μικρά δρομάκια
με τα αθάνατα
και τα φιδοπουκάμισα
αδιάβατοι οι δρόμοι
και η ψυχή σου
εδώ
ό,τι έζησες έζησες
ό,τι περπάτησες περπάτησες
αυτή η διεύθυνση
δεν υπάρχει
στα γράμματά σου
και στους λογαριασμούς
ρεύματος
κι ο τόπος αυτός
έχει αποδημήσει
σε τοπία άλλα
και άλλες ψυχές
αύριο χαράματα
θα ’ρθει
το παλιό λεωφορείο
του ΚΤΕΛ Πύργου
να σε πάρει
μοναδικό επιβάτη
να πας εκεί
στον νέο σου τόπο
που σε έχει κατοικήσει
διά παντός
να θυμάσαι όμως
αυτά τα ακριβά
τα σπάνια
άγρια
λουλούδια
και τα ψηλά
αγκάθια
ότι άξιζε
τελικά
που γεννήθηκες
εδώ.

***

ΑΓΡΙΕΣ ΑΓΚΙΝΑΡΕΣ

Κρατούσες στην αγκαλιά σου
άγριες αγκινάρες
και πετροκέρασα
και περπατούσες γυμνή
στο οροπέδιο
κι εγώ
λαίμαργος
και καυλός
από τις εξορίες
και τις προσφυγιές
σε έριξα μανιασμένος
στο χλωρό κριθάρι
εκείνον τον Μάη
και γέμισα αίματα
από τ’ αγκάθια
και τις καρδιές
των κερασιών
και ζούσα
τη θνήσκουσα Άνοιξη
που ξεψυχούσε γλυκά
στο οροπέδιο
με τις πολύχρωμες σαύρες
και τους δρυοκολάπτες
λίγο προτού
την επιβλητική
εκκωφαντική
και απαστράπτουσα
πομπή του θέρους.

 

**

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Αυτό το δωμάτιο
στο σπίτι
το προγονικό
ήταν χρόνια κλειστό
«μη μπεις ποτέ εκεί»
μου έλεγαν
«μόνο όταν μεγαλώσεις»
κι εγώ μεγάλωσα
και μπήκα στο έρημο σπίτι
με τα κλειστά παράθυρα
χτισμένα
από πέτρα και λύπη
άνοιξα τη γέρικη πόρτα
και βρέθηκα στο μικρό χωλ
με την κρεμάστρα
να γέρνει το κεφάλι της
σαν ζητιάνα
από τη αγρυπνία
πάνω της κρέμονταν
ένα μαύρο παλτό
γεμάτο τρύπες
σαν σώμα εκτελεσμένου
κι ένα φαγωμένο
ψάθινο καπέλο
και τότε είδα μπροστά μου
την πόρτα του δωματίου
την άνοιξα με φόβο
σαν κλέφτης
και μπήκα επιτέλους
γέρος σχεδόν
στο σκοτεινό δωμάτιο
με τις προγονικές φωτογραφίες
της επιμένουσας μνήμης
άναψα το κερί
και έμοιαζε όπως παλιά
στην ανάσταση
στην πλατεία
και τότε είδα τα δύο κάδρα
στον φθαρμένο τοίχο
το ένα απέναντι από το άλλο
με τον ασβέστη να πέφτει
σαν παλιό χιόνι
στο ημίφως
πλησίασα ακουμπώντας
στις μύτες των παπουτσιών μου
να δω τις φωτογραφίες
των σκοτωμένων
του Γιάννη και της Γιαννούλας
αδερφών του πατέρα μου
τον Γιάννη τον σκότωσε
σε έναν άγριο καβγά
ο μεγάλος αδερφός τους
και την Γιαννούλα την αντάρτισσα
στο βουνό το 1949
και ήταν μόλις
19 χρονώνε με μεγάλα
μαύρα μάτια
έτσι λέγανε στο χωριό
πόσο τους είχε κλάψει
η γιαγιά μου
που έγινε η ίδια
άγαλμα στη σκάλα
με τους βασιλικούς
και το αγιόκλημα
να τους περιμένει
πάνω στο μικρό
ξύλινο τραπέζι
είχε απομείνει
ένα χάλκινο σκονισμένο κύπελλο
μπορεί να το είχε βάλει η γιαγιά
να πίνουν οι σκοτωμένοι
πλησίασα κοντά με το κερί
να δω τα εικονίσματα ετούτα
καθάρισα το τζάμι με το χέρι μου
και είδα τον Γιάννη
ήταν ψηλός γερός
και όμορφος
κρατώντας στο χέρι του
μια γαμήλια ανθοδέσμη
αν και ανύμφευτος
όπως και η Γιαννούλα
ύστερα με αργό βήμα
στάθηκα μπροστά
στο άλλο κάδρο
κάνοντας τις ίδιες κινήσεις
και τότε είδα τη φωτογραφία
λευκή άδεια
χωρίς τίποτα εντός της
ήξερα άλλωστε από παλιά
ότι εκείνη δεν είχε
φωτογραφηθεί ποτέ
κι όλοι θυμάμαι
είχαμε υιοθετήσει
μια δική μας φωτογραφία
τότε διάβασα
στη δεξιά κάτω μεριά
την καλλιγραφική υπογραφή
του σπουδαίου φωτογράφου
«Γεώργιος Μπαδούρος
Πύργος Ηλείας»
άφησα το κερί
στο χάλκινο κύπελλο
έκανα τον σταυρό μου
-αν και δεν το συνηθίζω-
και βγήκα στο άγριο φως
που με έκαψε για πάντα.

 

**

Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση λένε
ότι είναι το φως
στα σκοτάδια της ύπαρξης
κι έτσι ξεκίνησες
με το κερί στα χέρια
το μεγάλο αυτό
ταξίδι στο φως
πέρασε πολύς καιρός
για να καταλάβεις
ότι το κερί στα χέρια σου
ήταν εξ αρχής σβησμένο
κι όλο αυτό
που νόμιζες καιρό τώρα
ως φως
ήταν οι ανταύγειες
της άλλης σου ζωής
που δεν έζησες ποτέ.

 

 

******************************

Η νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Λέντζου «Τα ξυραφάκια» που αποτελεί το πρώτο μέρος της τετραλογίας του. Θα ακολουθήσουν το «Οροπέδιο Φολόης», «Το τροχείον» και τα «Ξερά κουκιά» (Τα έμμετρα). Στα «Ξυραφάκια» ο Δημήτρης Λέντζος βουλιάζει όμορφα στα άδυτα της ύπαρξης με μια «νέα γραφή και μνήμη», όπως μας λέει, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει να επιπλέει, ως ορεινός και άμαθος στη τέχνη της θάλασσας. Εκεί, λοιπόν, στον ωραίο βυθό θα μας δείξει, σαν παλιός ξεναγός, το υγρό μουσείο των ταξιδιών και των ονείρων. «Όχι σε μένα αλήθειες, εγώ ένας φτωχός παραμυθάς είμαι που γράφω νηστικός και διψασμένος στο οροπέδιο για τις επικερδείς καλλιέργειες της φτώχειας.»