ΕΝΑΣ ΓΕΡΟ-ΨΑΡΑΣ ΣΥΛΛΟΓΙΖΕΤΑΙ

Κύμα μου, τον χαρούμενο κι αν βλέπω τον χορό σου,
μ’ όλη τη θέρμη και το φως, τον φλοίσβο, τον αφρό σου
κύματα έχω γνωρίσει εγώ πιο αλέγρα, πιο ζωηρά,
μικρό παιδί σαν ήμουνα μ’ αράγιστη καρδιά.

Δεν έχει πια η φουσκονεριά κείνα τα πρώτα ψάρια·
σκιστήκανε, μαδίσανε δίχτυα και παλαμάρια,
τρίζουν τα κάρα πού ’φερναν στο Σλάιγκο την ψαριά,
μικρό παιδί σαν ήμουνα μ’ αράγιστη καρδιά.

Κι εσύ, κόρη περήφανη, πού εκείνη η ομορφιά σου
που άστραφτε όταν λάμνοντας γύριζε αυτός κοντά σου
ή χλώμιαζε όταν σήκωνε πανί για τ’ ανοιχτά,
μικρό παιδί σαν ήμουνα μ’ αράγιστη καρδιά.

~.~

ΤΟΝ ΦΕΡΓΚΟΥΣ ΠΟΙΟΣ Θ’ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ;

Τον Φέργκους ποιος θ’ ακολουθήσει,
ποιος τα βαθύσκιωτα τα δάση θα διασχίσει,
ποιος στον γυαλό θα στήσει δίπλα του χορό;
Σήκωσ’ το ρούσο σου κεφάλι, νιε, ψηλά,
σήκωσε, κόρη, τα γλυκά σου μάτια,
φόβους κι ελπίδες διώξτε τους μακριά.

Και μη στενάζετε, μην τυραννιέστε πια
για της αγάπης το μυστήριο το πικρό·
γιατί τα γκέμια ο Φέργκους τα κρατά,
και τις σκιές στα δάση τις ορίζει αυτός,
και το λευκόστερνο, το θολωμένο κύμα
κι όλα τ’ ατίθασ’ άστρα που ’χει ο ουρανός.

~.~

Η «ΑΦΙΕΡΩΣΗ» ΑΠΟ ΜΙΑ AΝΘΟΛΟΓΙΑ
ΙΡΛΑΝΔΩΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΩΝ

Ήτανε μια χλωρόβεργα, ένα κλωνί με σείστρα,
τότε που το Έιρε τ’ όριζε το τραγικό ο λαός του·
στ’ αυτιά έχυνε του καθενός νεράιδας γαλήνη,
γλύκα δρυΐδη στοργική ο χλοερός ο αχός του.

Ξεχνούσε στ’ άκουσμα ο ζευγάς τ’ αργά καματερά του,
ξεμάθαινε ο πραματευτής μπαγαποντιές και δόλους,
σβήναν στον ύπνο η χλαλοή κι οι βρόντοι του πολέμου:
κι όλοι σ’ εκείνους τους καιρούς ζούσαν σαν φίλοι μ’ όλους.

Εξόριστοι, αχ, που τις στεριές, τις θάλασσες γυρνάτε
κι ακούραστα δουλεύετε για την Ημέρα εκείνη
τη Θλίψη την προγονική που θα ’ρθει για να θάψει,
ένα κλωνί τέτοιο κι εγώ σας φέρνω όλο γαλήνη.

Από τα δέντρα το ’κοψα που τά ’σκισαν οι ανέμοι
όταν του θέρους οι χυμοί είχανε πια στεγνώσει!
Από του Έιρε το ’κοψα τ’ άκαρπα στέρφα δάση,
τον τόπο όπου έχουν σταυρωθεί και υποφέρει τόσοι·

όπου είναι τόσοι οι άμοιροι, τόσοι οι τυραννισμένοι
που η αγάπη αυτούς τους προσπερνά: το γέλιο γύρω σπέρνουν
τα σείστρα τα χαρούμενα, τρυπούν την αραχνάδα,
μα τα λυπητερά χαρά καλύτερη μας φέρνουν.

Χαρούμενα ή λυπητερά, σε μέρη σε γυρίζουν
μισολησμονημένα, αγνά, πίσω σ’ αρχαίους αιώνες:
κανένα αχνάρι η πίκρα μας εμάς δεν έχει αφήσει
στoυ Κοννεμάρα τις κορφές, στου Μάνστερ τους λειμώνες.

~.~

ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Να ξέρεις ότι αληθινός
του Θιάσου είμαι κι εγώ αδελφός
που ν’ απαλύνει τα δεινά
της Ιρλανδίας τραγουδά·
ο στίχος μου δεν υστερεί.
Του Ρόδου του άλικου οι βλαστοί,
που απ’ των αγγέλων τις γενιές
έχουνε ρίζες πιο βαθιές,
μες στις σελίδες μου θροούν.
Της γης μας τον σφυγμό μετρούν
από του Χρόνου την αρχή
των τραγουδιών μας οι σκοποί·
κι όλους του ο Χρόνος τούς δαυλούς
τους άναψε μόνο γι’ αυτούς·
κι άμποτε τον αναπαημό
μέσα τους νά βρει το μυαλό.

Κι ούτε υστερώ εγώ απ’ αυτόν
τον Ντέηβις ή τον Φέργκιουσον·
γιατί άμα το καλοσκεφτείς
στίχους δεν έχει άλλος κανείς
για πράγματα τόσο βαθιά,
κι έξω απ’ τα σώματα τ’ απτά.
Από στοιχειά και ξωτικιές
βρίθουν ετούτες οι γραμμές,
σαν θύελλες που βοούν παντού
τον άμετρο αγνούν τον νου·
μα ο μετρημένος νους μπορεί
στα μάτια τους να κοιταχθεί
και να διακρίνει, δίπλα τους,
του άλικου Ρόδου τους βλαστούς.
Α φεγγαρόλουστες ξωθιές,
δρυΐδων τόποι και φωνές!

Για σας θα γράφω όσο μπορώ,
αγάπες κι όνειρά μου, εγώ.
Από τη γέννα ώς τη θανή
ένα βλεφάρισμα η ζωή·
φως σ’ όσα τραγουδάμε εμείς
ο Χρόνος χύνει ο μετρητής
κι όλα όσα έρχονται και παν
κι απ’ το τραπέζι μου περνάν
μέσα στην έκσταση ας χαθούν,
στη φάουσα αλήθεια ας ξοδευτούν
που αγάπες κι όνειρα αψηφά·
αθόρυβα ο Θεός περνά.
Στίχους σού αφήνω της καρδιάς·
με την καρδιά, μην το ξεχνάς
στους που θα ’ρθούν θολούς καιρούς,
είδα του Ρόδου τους βλαστούς.