ΛΥΠΗΜΕΝΕΣ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ


Μελωδία κιθάρας
σε θλιμμένη μπαλάντα θρηνεί τον αυτόχειρα ποιητή
στην αποβάθρα της νύχτας
που μάταια προσπαθεί από τα ντοκ της ανάγκης
στο φως της μέρας ν’ αναρριχηθεί
και τι να καταγράψει στον παλμογράφο της;
τούτη η γη χρεμετίζει σαν άλογο
κι εσείς
την πυροβολείτε ανάμεσα στα μάτια
παίζοντας με το Θάνατο
κι αυτή η θάλασσα
ανασηκώνεται και ουρλιάζει:
κουράστηκα να πνίγω παιδιά
ο βυθός μου έχει πάρει σχήμα πατρίδας

κι εγώ
δεν ξέρω πού ν’ ακουμπήσω την καρδιά μου
σε τούτο τον αιώνα
που γέμισε φλεγόμενα πουλιά και σύνορα κλεισμένα
λυπημένες μπαλάντες
που ξεπήδησαν από τα σπλάχνα της θύελλας.

 

**

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ

Τ’ ανήμερα βήματά μου
διαπέρασαν από συμπληγάδες Ερώτων και Θανάτου
κάποτε
βούλιαξαν στο περιθώριο
οργώνοντας το νου
να καρπίσουν ελπίδες ανέσπερες
η συγκομιδή τους να γίνεται σε άνυδρους καιρούς
τα ηδυπαθή μου όνειρα τις νύχτες να εφοδιάζουν
καθώς οι απουσίες κουρνιάζουν στους ωροδείχτες
κι άβυσσος χάσκει
στην αριστερή πλευρά του στέρνου μου
απλώνοντας νοτιά στα μέλη μου όλα
που ανήμπορα πια
γυρεύουν δεκανίκια
να σεργιανίσουν ανεκπλήρωτες επιθυμίες
-εκείνες τις πυρπολημένες
πάνω στην τροχιά των οραματισμώνστο μέγεθος και το σχήμα που είχε η μορφή σου:
ξενιτειά και πατρίδα μαζί.
Ονόμασέ το ιδέα
που στήθηκε στο Σκοπευτήριο
κι έμεινε άφθαρτη.
Ή, καλύτερα
σπάνιο μέταλλο
σφυρηλατημένο από χέρια τεχνίτη που γνωρίζει
πώς περπατούν οι εκστασιασμένες αισθήσεις
αντάμα με τα ξάγρυπνα άστρα
σ’ ένα ικρίωμα που καρτερεί
το αποκεφαλισμένο ηλιοτρόπιο.
Τη ζωή μου ολόκληρη!

 

**

 

 

 

ΑΛΛΟΤΡΙΑ ΛΑΘΗ

Με ανθρώπινα ανομήματα
ποτίζονται τα ηλιοτρόπια
και πλέον ασκαρδαμυκτί δεν αντικρίζουνε τον ήλιο
αισχύνονται
για αλλότριες πράξεις ασεβείς
και μέσα στις πράσινες φλέβες τους
δεν τρέχει νερολούλουδο
μονάχα φαρμάκι από αιμάτινες σταλαματιές
άδικης πληγής
-θαρρείς ψιλόβροχο θλίψης
σε ξαφνιασμένο πλήθος
όταν πέφτει χιόνι που αργολιώνει
και μέχρι το πέλαγος να ανταμώσει
παγώνει σκέψεις, πνοές, μνήμες και συνειδήσεις
μεταβάλλεται σε ψυχρή ανάσα του Θανάτου
σε ομίχλη
και απλώνεται πάνω απ’ ανθρώπινο μελίσσι
καταργεί ηλιοστάσια
-τρέμουν τα χελιδόνια
ξεριζώνει βελούδινα τριαντάφυλλα
-μένουν γυμνά τα στήθη
ρυτιδώνει βλέφαρα
-μένουν τα μάτια αδειανά
εισορμά ανάμεσα σε στάχυα μεστωμένα
-άσιτα αφήνει τα στόματα

και λίγο πριν καταδυθεί στη θάλασσα
εκλιπαρούν τον ζωοδότη να μη σβήσει.
Ποιος άραγε
στους ώμους του σηκώνει
αλλότρια λάθη
εξόν
από τα ηλιοτρόπια
τα εσαεί ερωτευμένα με τον ήλιο;

 

**

ΒΡΑΔΙΝΗ ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ

Φυγή από τον μαρασμό
επιγράφει ο Έρωτας
εκείνο το ταξίδεμα
στις κόρες των ματιών σου
καθώς μεταγγίζει όλο το αίμα αριστερά
κι ευθύς
μικρός Διόνυσος
εκτινάσσεται μεθυσμένος
από τους ζείδωρους αμπελώνες
του μυστικού σου κόσμου

ασθμαίνων επιδρομέας
ύστερα
στρατοπεδεύει προσκυνητής
στο ευλαβικό σου σώμα επάνω
λάμνοντας ερευνητικά
-όπως βραδινή περίπολοςστα ηδυπαθή ύδατα
ανυπόταχτων επιθυμιών.

 

**

ΣΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΡΩΝ
στον ποιητή-στιχουργό Δημήτρη Λέντζο

Στα καφενεία των αντρών
δεν μιλάνε μονάχα για φόνους και για βιασμούς
για των πολιτικάντηδων τις μηχανορραφίες
την πτώση και την άνοδο των χρηματιστηρίων.
Πιότερο η γλώσσα τους χορταίνει
για τις πάλαι ποτέ ωραίες γυναίκες να μιλά
-αυτές με τα σημάδια της φθοράς στο σώμαγια εκείνες που κάποτε
η διψασμένη τους αφή θώπευε αχόρταγα
άντεχε η ακόρεστη ματιά τους
τα κάλλη τα περίσσια
κανείς τους δεν θυμάται
τη μυρουδιά του δυόσμου στην ανάσα τους
και τα χυτά μαλλιά που μισοέκρυβαν
τους αλαβάστρινους μαστούς τους
ούτε το σπάραγμα του εφηβαίου στην κορυφαία αίσθηση
κάτω απ’ το στιβαρό τους σώμα
ενθυμούνται
και μήτε τη στοργή τους δεν αναπολούν
-εκείνη που τους στέρησε η μάνα τους
και τρυφερά τούς χάρισε η γυναίκαμόνο «πώς κύρτωσε η Ευδοκία η όμορφη»
«κοίτα πώς πάχυνε η αέρινη Ελένη»
με δίχως φρόνηση εκστομίζουν.

Στα καφενεία των αντρών
όταν χλευάζουν τις γυναίκες
ένα μονάχα αρσενικό
αθόρυβα εγκαταλείπει την παρέα.
Είναι ο άντρας
που συχνά στη θύμησή του ανασταίνει
μαλαματένια καταφύγια γυναικών
-όταν διψούσε για χρυσάφικι ακόμα τις ανιστορεί και άφθαρτες τις βλέπει.
Κι ας μην τις έχει πια.