ΞΕΝΥΧΤΗΔΕΣ

Οι ξενύχτηδες περιδιαβαίνουνε τις σκέψεις τους
μέσα σε αίθουσες καπνού
ωσάν στρόβιλοι από μαύρα ψήγματα καψαλισμένο χαρτί
ανυψώνονται σε αναζήτηση των αποδέλοιπων δαιμόνων
σε μαγισσών συνάθροιση
Στης νύχτας τις μικρές τις ώρες οι ξενύχτηδες
ακόμα σκέφτονται πώς πέρασαν τις μέρες τους
πώς χάσαν την καρδιά τους
από τον έναν διάδρομο αναμονής στον άλλον
για να διαβάζουνε βιβλία κι έγγραφα
όσο αναμένανε να ανάψουνε κι άλλο τσιγάρο
να κάψουνε κι άλλο ένα γράμμα ερωτικό
που δίχως παραλήπτη
κιτρινισμένο ξέπεσε σε κάποιο βάθος συρταριού
Γιατί οι ξενύχτηδες δεν έχουν νόμους
δεν έχουν χρόνους και σταθμά τα νυχτοπούλια
κλείνουν τις μηχανές και αναπαύονται
μονάχοι συλλογίζονται
δεν έχουνε αισθήματα
αλλά αναμνηστικές φωτογραφίες μόνο
που να τους συντροφεύουν, καπνό και δαίμονες
Συνομιλούν με το σκοτάδι και δεν σκιάζονται
βολεύονται μες στην ακινησία του
ανησυχίες ξετυλίγουν και ανεπάρκειες
γεμάτες σκέψεις σαν αεικίνητα κουτάβια
Δεν έχουν χώρα οι ξενύχτηδες ούτε πατέρα κι αδερφό
μόνο απ’ τα χέρια τους να κρατηθούν μπορούν και όσο αντέξουν
κι όλο αναπαύονται μες στο ημίφως
μες στη σιωπή της νύχτας
δυνάμεις ζητάνε στα τσιγάρα
με τον καπνό τους νέα δαιμόνια στήνουν
που όλο αναστενάζουνε
Οι ξενύχτηδες δεν διαβάζουνε ρολόγια
μόνη τη νύχτα κοιτάν βαθιά μέσα στα μάτια
κι έτσι καταλαβαίνουν

ΚΑΤΑΓΩΓΙΑ

διατρέχουμε την αξιοσέβαστη μικρότητα της θριαμβευτικής μοναξιάς
τους αδιέξοδους διαδρόμους της, τις σφραγισμένες κρύπτες της που δεν πρέπει να ανοίξουμε
αν και θα μπορούσαμε να ριχτούμε μέσα σε μια κίνηση αλληλεγγύης
σε όλους τους νεκρούς χωρίς αγάπη, στις νεκρές αγάπες και στους νεκρούς από αγάπη
είμαστε φυγάδες ή μας έχουν πετάξει έξω με τις κλωτσιές από κάποια μπαρ που ζέχνουν
από κάποια αστικά καταγώγια όπου αναζητούμε χαρά και τη λήθη
ξέροντας πως το προνόμιο της παρηγοριάς μάς το άρπαξαν
κάτι περιβόητοι διάσημοι κακοποιοί που ούτε καν το χρειάζονται
αφήνοντάς μας μόνους εδώ σχεδόν τυφλούς στην κρύα και υγρή γωνιά
να καταμετρούμε ξανά και ξανά τα εκφραστικά μας μέσα
και τα εργαλεία επικοινωνίας που μας απομένουν, όπως τον θυμό,
τον πανικό, τον σπαραγμό και την απόγνωση, επίσης τη λύσσα μας και πάνω απ’ όλα το κενό
αυτοί που γελάνε μαζί μας με την κατά Βίρνο ανικανότητά μας
που μας υποχρεώνει να αρκεστούμε στην ουτοπία και τη χιμαιρική αυταπάτη μιας ζωής
μια και οι δικές μας ζωές μετράνε μόνο ως γεγονότα διάσπαρτα στον χρόνο
αδειασμένα από συγκίνηση που δεν αξίζει, είναι αναξιόπαθη και αναξιόλογη,
μια και τα δικά μας δεν ενδιαφέρουν αφού ούτε καυχιούνται ούτε περιαυτολογούν
όπως εκείνα αυτών των περιβόητων διάσημων
που λήστεψαν τη χαρά από τον ευγενικό μας οίκο
για να την κάνουν δική τους για μια μονάχα νύχτα
έτσι την αξιοπρέπειά μας και την πίστη μας μαντάρουμε στη μοναξιά αναμένοντας
πίνοντας ποτά ή καπνίζοντας στον δρόμο, σε μοναχικά και κρύα στενά
υγρά και αδιέξοδα, όχι όμως μακριά από την κρύπτη που μας γνέφει και περιμένει
εμείς μόνοι, βασανισμένοι από τη στενοκεφαλιά μας να μην πεθάνουμε για μία προδοσία

TΟ ΣΑΚΑΚΙ

Μοιράζεσαι το ίδιο σακάκι με έναν νεκρό
που σου κανονίζει τα ημερήσια γεύματα
σαλάτα, μήλο, μαρούλι, καρότο και βραστό αβγό
κομπόστα, μήλο, πίτσα, ληγμένο γιαούρτι
αύριο σαλάτα, μαρούλι, καρότο, μήλο και πολύ ψωμί
κομπόστα, πίτσα και πάλι γιαούρτι
Σου προκαλεί αηδία ο νεκρός και ανατριχιάζεις
βρομοκοπάει παρελθόν και λάθος
επιταχύνει ανεξέλεγκτα όμως ακίνητος
με το σακάκι του ριχτό παραμονεύει
δήθεν αδιάφορα αν τρως το φαγητό σου
όσο ενσταλάζει μέσα σου το ανεπανόρθωτο
Ζέχνει σαπίλα, κούφια όνειρα και υποσχέσεις
τυρί ούλτρα χορτοφαγικό και πιπεριές
για επιδόρπιο φράουλες
Μοιράζομαι τα γεύματά μου με τον νεκρό
που προσπαθεί να με ενθαρρύνει για να ζήσω
και θλίβομαι που δεν μπορώ τίποτα να του πω
ούτε και να τον δω από κοντά
κάτι να γράψουμε ή να αγκαλιαστούμε
σχέδια να κάνουμε μαζί για ένα μέλλον που σκοτείνιασε
και γκρεμισμένο γέρνει πάνω απ’ τον κάδο ανακύκλωσης
σαλάμι σόγιας, πιπεριές, βούτυρο από σουσάμι
μπίρα, νερό, μηλόκρασο…
Με τον νεκρό μοιράζομαι και την καρδιά μου
του την αφήνω μες στην τσέπη του σακακιού, στα αριστερά
γιατί είναι αριστερόχειρας, μήπως και ξαναζήσει κι αυτός λίγο
έστω κάποιες στιγμές
Μοιράζομαι με έναν νεκρό το ίδιο σακάκι, μαύρο, ξηλωμένο, μισερό
με μια σκιά απ’ τα περασμένα, τα παρελθόν
που κάθε τόσο μου θυμίζει πως είναι νεκρός
και πως δεν πρέπει ν’ αγαπάμε τους νεκρούς
δεν έχει νόημα, αυτοί δεν ξέρουν απ’ αγάπη
κι όλο τα γεύματα μού κανονίζει
καρότα, πιπεριές, ντομάτες για σάλτσα
γάλα ρυζιού, γλυκά ψωμάκια, κρουασάν και σάντουιτς