I
Όταν όλες οι αισθήσεις κι οι πέντε κοιτάξουν της χώρας μου,
Τα δάκτυλα τους πράσινους αντίχειρες ξεχνάνε και μαρκάρουν
Πως απ΄το φυτικό της ημισέληνου το μάτι μέσα
Στους δέκα φυτεμένους πύργους απ΄το μίσχο τους
Η αγάπη μεσ στην πάχνη ξεφλουδίζεται και φθίνει,
Τ΄αυτιά που ψιθυρίζουνε να φεύγει θε να δούνε την αγάπη
Με τον άνεμο κάτω μεσ στ΄όστρακο να κρύβεται στην
άχαρη ακτή,
Κτυπημένη σε γράμματα, η γλώσσα με μάτια να μιλάει
Πως πικρά οι γλυκές της πληγές θεραπεύονται,
Τα ρουθούνια μου βλέπουν την πνοή της σαν θάμνος να καίει.
Κι η καρδιά μου μονάχα, ευγενής στέκει μάρτυρας
Στης αγάπης τις χώρες, που θα βλέπει αγρυπνώντας
Κι ο τυφλός στις αισθήσεις ο ύπνος σαν πέσει που κατάσκοπα βλέπουν,
Η καρδιά είναι λάγνα, κι ας χαθούν πέντε μάτια

*
II
Μια μάσκα θέλω κι ένα τοίχο απ΄τους πραχτόρους σου
να φυλαχτώ
Από τα μυτερά και σμαλτωμένα μάτια κι από τα νύχια με
γυαλιά
Mεσ στου προσώπου μου τα προσχολιά μαζί βιασμός και
σηκωμός,
Φάρσα από δέντρο κεραυνόπληκτο για να μποδίσει
τους γυμνούς εχθρούς από μια γλώσσα ξιφολόγχης
σ΄αυτό το ρούχο προσευχής ανυπεράσπιστης,
Το παρόν στόμα, κι η γλυκόλαλη τρομπέτα των ψεμάτων,
Σε πανοπλία παλιά σχηματισμένη και σε δρυ την όψη ενός
ηλίθιου
Να κρύψει το λαμπρό μυαλό και τους εξεταστές ν΄αμβλύνει,
Kαι μια πεσμένη απ΄τα κτυπήματα του χήρου δακρυσμένη
θλίψη
Την μπελλαντόνα να σκεπάσει και τα στεγνά τα μάτια
για να δουν ν΄αφήσει
Άλλοι προδίνουν των χαμών τους τα θλιμμένα ψέματα
Με την καμπύλη του γυμνού στόματος ή το κρυφό το
γέλιο.
*
III
Όχι απ΄αυτό το θυμό, απογοήτευση ύστερ΄απ΄την
Άρνηση κτύπησε τα λαγόνια της και το λουλούδι το ισχνό
Λύγισε σαν τ’ αγρίμι που πηδά τις πλήμμυρες
Σε μια χώρα δίχως καιρό,
Θα πάρει μια χορταστική δόση ζιζάνια
Και θα χει εκείνα τα πλοκάμια χέρια που αγγίζω
ανάμεσα
Στις βασανιστικές, δυο θάλασσες.
Πίσω απ΄το κεφάλι μου ένα τετραγωνο ουρανού
κρέμεται
Καθώς το στρογγυλό χαμόγελο από εραστή σ΄εραστή πετιέται
Κι η χρυσή μπάλα στριφογυρίζει στους ουρανόύς.
Όχι απ΄αυτό τον θυμό ύστερα
Απ΄την άρνηση κτύπησε σαν καμπάνα κάτ΄απ΄το νερό
Το χαμόγελό της θα θρέψει εκείνο το στόμα, πίσ΄απ΄τον
καθρέφτη
Που μου καίει τα μάτια.
*
IV
Το κωδωνοστάσιο τεντώνεται. Η οικοδομή του είναι ένα κλουβί.
Από την πέτρινη φωλιά του δεν αφήνει τα φτερωτά πουλιά
Τα σκαλισμένα τον λαιμό ν΄αμβλύνουν τον εξαίσιο στ΄αλατισμένα
του γιαλού χαλίκια,
Και τον χυμένο ουρανό να σκίσουνε κωπηλατώντας με φτερό
στ΄άγρια χόρτα και το πέλμα
Στον αφρό μια ίντζα. Tα κουδουνίσματα τον οβελίσκο φυλακή απατάνε,
και σαν τη θύελλα στην ώρα τους επάνω στον παπά πέφτουν παράνομα,
νερά ,
Καιρός για του κολυμβητή τα χέρια , μουσική για κλειδαριά ασημένια
Και το στόμα. Mαζί φθόγγοι και πούπουλα βουτάνε απ΄τ΄οβελίσκου
τ΄άγκυστρο.
Ετούτα τα πουλιά ψηλοπετώντας είναι δική σου επιλογή, τραγούδια που
πετάνε πίσω
Στην υψωμένη τη φωνή, ή που πετάνε στα καμπαναριά χειμώνα,
Όμως με τον αγέρα τον μουγγό κάτω στα χαμηλά σαν τους ασώτους δεν γυρνάνε.