Δεσμοί

Λύγισες επάνω στα Κρινόφυλλα
μ’ ασημένιας σελήνης χάρη˙
λύγισες
γιατί ο Κάματος είν’ μεγάλος
τόσος
σα ξημέρωμα τραχύ
την όραση στραγγίζει,
το μέτωπό σου χαρακώνει
νεύρο φρενιασμένο,
με τραχιά λαλιά γδέρνει τ’ αφτιά σου
να μην ακούς τις λέξεις που θρηνούν
κι ούτε πώς παλεύουν – το φευγιό
τ’ ονόματος.
Κρινόφυλλα,
της ψυχής μου συντροφιά
χάδι των κροτάφων μου
ορφάνια ζηλευτή
κρεβάτι για σένα και για μένα
πιο λευκά κι απ’ το χαρτί
στις αγκάλες σας λησμονώ τον θάνατο.

Ανάδοσις

Χτίζομαι, απ’ την αρχή
ψηλαφιστά χαράσσω δυο μάτια
μύριες αγκαθωτές κλωστούλες
σκέπασμ’ απαλό
τα σκοτεινιάζει,
τ’ άνυδρου δέρματος το μύρο
χλιμιντρίζει στα ρουθούνια
απ’ την αρχή γεννώντας τα
(στραγαλάκια τόσο δα)
τα χείλη σφαλιστά
μα θ’ ανασάνω
πέταλα κατάχλωρα θ’ ανθίσουν
δροσάτα, πλασμένα να μιλούν
να λεν το Άλφα της αυγής
σαν ξεκινά η μέρα
το Λάμδα ναυάγιο θαλερό της θάλασσας
το Δέλτα των ποταμών που τρέχουν κάθε δείλι
σε πόρους βαλτωμένους.
Χτίζομαι –
στεντόρεια Βελανιδιά η σκιά μου
φυτρώνουν τ’ άκρα
βλαστάνουν τα μαλλιά
Δέντρο θα ‘ναι
Γυναίκα θα ‘ναι
κι οι καρποί μου˙
Ω, οι καρποί!

Ελάσσων

Με κλείνω
στη λέξη που φτύνεις
κυλώ κουκούτσι σ΄υπονόμους
πλέκοντας το είμαι
με τ’απόβλητα.

Με μιας μέλισσας τη γύρη
σκόρπια
στ’άνθη να μ’έβρισκα
που πατούν περαστικοί.