Halobates zephyrus

O Ζέφυρος ζούσε με την οικογένειά του, τους σεβάσμιους υδροβάτες που διαβιούν στην επιφάνεια της ανοιχτής θάλασσας, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τον ήλιο και το νερό και προσπαθώντας να αποφύγει τις χελώνες και τα πουλιά που τον κυνηγούσαν. Ήταν χαρούμενος και ριψοκίνδυνος και η μαμά του πάντοτε φοβόταν μήπως μέσα στον ενθουσιασμό του κάνει κάποια ανοησία που θα του στοιχίσει ακριβά. «Όποιος δε φοβάται το Θεό, το πληρώνει ακριβά!» του έλεγε συχνά κουνώντας δηκτικά το μεγάλο της πόδι μπροστά στο κεφάλι του. Ο Ζέφυρος στιγμιαία ένιωθε άσχημα, όχι τόσο γιατί πίστευε ότι κινδύνευε, μα κυρίως γιατί προκαλούσε σύγχυση στη μαμά του, την οποία και υπεραγαπούσε. Ένα χάραμα γλυκό που ξεκίνησε κόκκινο όπως έλαμψε αποβραδίς και η πανσέληνος, ο Ζέφυρος έπαιζε το γνωστό παιχνίδι με τους θηρευτές του, φωνάζοντάς τους «εδώ είμαι, ελάτε να με πιάσετε!» και αποφεύγοντας τις επιθέσεις τους με εντυπωσιακά άλματα πάνω στο νερό. Μέσα σε λίγες στιγμές, όμως, τα πουλιά και οι χελώνες χάθηκαν και, λίγο μετά, λάμψεις συγκλόνισαν το τοπίο. Οι λάμψεις ακολουθήθηκαν από βροντές, οι βροντές από ισχυρή βροχή και η βροχή από ανέμους που έμοιαζαν να πνέουν από πνευμόνια οργισμένου Θεού. Ο Ζέφυρος παρασύρθηκε από τον αέρα, χτύπησε δυνατά σε κάποιον ύφαλο και στη συνέχεια έχασε τις αισθήσεις του. Όταν ξύπνησε, δε βρισκόταν πια ανοιχτά στη θάλασσα, μα πάνω στο σακίδιο ενός μπόμπιρα που μάζευε κοχύλια στην παραλία. Μετά τη συλλογή, ο μπόμπιρας πήγε στην εκκλησία κι ο Ζέφυρος, που ήταν ακόμη ζαλισμένος από την περιπέτειά του, άκουσε τον ιερέα να λέει ότι μόνον ο Υιός του Θεού μπορεί να περπατήσει στο νερό. Ανήκουστο! Αν, πράγματι, τούτος εδώ ο ιερέας είχε δίκιο, τότε ο Ζέφυρος ήταν ο Υιός του Θεού, κι όχι μόνον αυτός, αλλά και όλη του η οικογένεια που ζούσε ανοιχτά στη θάλασσα, βαδίζοντας κάθε μέρα πάνω στο νερό. Η σκέψη αυτή τον συντάραξε τόσο πολύ ώστε ο πανικός που είχε στο μεταξύ αρχίσει να κυριεύει το ταλαιπωρημένο σώμα του αντικαταστάθηκε από μια βαθιά παρηγορία. Ο Ζέφυρος έπρεπε να επιστρέψει πάση θυσία στον ωκεανό και να πει τα νέα σε όλη του την οικογένεια, πως σύμφωνα, δηλαδή, με τους ιερείς των ανθρώπων, όλοι οι θαλάσσιοι υδροβάτες είναι του Θεού Υιοί αφού μπορούν και βαδίζουν στο νερό. Με την ελπίδα του αυτή τινάχτηκε πάνω από το σακίδιο του μπόμπιρα στο πάτωμα, κι από κει με χάρη και αυτοπεποίθηση κατάφερε να φθάσει στην όμορφη παραλία. Δεν πήδησε, όμως, αμέσως πάνω στο νερό, ανέβηκε νωχελικά και αυτάρεσκα επάνω του, παρακολουθώντας τις απολήξεις των ποδιών του να το βαθουλώνουν, δημιουργώντας από κάτω σα μικρά μαγνητικά μαξιλάρια που το δίχως άλλο χαρακτηρίζουν το βάδισμα των θείων πλασμάτων. Και ξεχύθηκε στο νερό να προφτάσει να πει τα νέα στους δικούς του.

Mantis religiosa

Εκείνο το καλοκαίρι στο Καλαμάκι της Κρήτης ο Δημήτρης μελετούσε τις μύγες. Mολονότι δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτές, η διαφορά που αυτές οι μύγες παρουσίαζαν από τις μύγες της πόλεως τον είχε εντυπωσιάσει. Δεν είχαν το σύνηθες νεύρο, δεν αντιδράσουν ωσάν οτιδήποτε να συνιστά απειλή. Ο μικρός τρομοκράτης, όπως τον έλεγε ο πατέρας, έπιανε εύκολα μύγες και τις έκλεινε μέσα στο αναδευτήρι του καφέ, κι ύστερα τις ζάλιζε με την ίδια δόνηση που έκανε το φραπέ στη θεία του, όταν καμιά φορά εκείνη ερχόταν για επίσκεψη. Όταν έβγαζε το καπάκι από το αναδευτήρι, οι μύγες δεν πετούσαν μακριά. Άλλοτε τις άφηνε πάνω στο τραπέζι και τις παρατηρούσε, άλλοτε τους έβγαζε με ένα τσιμπιδάκι τα φτερά και τις άφηνε άφτερες να περιφέρονται, άλλοτε τις πετούσε μέσα στο βραστό νερό για να τις δει να σφαδάζουν. Δεν κράτησε πολύ, όμως, αυτό το παιχνίδι. Ένα μεσημέρι, μετά το φαγητό, ο Δημήτρης βγήκε στον κήπο και είδε για πρώτη του φορά ένα παράξενο, πράσινο έντομο που έμοιαζε να προσεύχεται. Το μυαλό του πήγε αμέσως στο συνεργό του. Μπήκε ξανά μέσα στο σπίτι, ξύπνησε την αδερφή του που στο μεταξύ είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ και της είπε: «βρήκα ένα τεράστιο έντομο στον κήπο! Θέλεις να το πιάσουμε και να το ρίξουμε στο βραστό νερό;». «Πάμε», του είπε η Χρυσούλα, που θαύμαζε τον αδερφούλη της και δεν του χαλούσε χατίρι, ακόμη κι όταν οι ιδέες του δεν της άρεσαν καθόλου. Όταν βγήκαν στον κήπο και ο Δημήτρης της έδειξε το παράξενο έντομο, η Χρυσούλα, κάπως ταραγμένη, του είπε: «μην τολμήσεις και το πειράξεις, είναι αλογάκι της Παναγίας!». Ο Δημήτρης εντυπωσιάστηκε από το όνομα κι άρχισε να παρατηρεί το εύρημά του. Τα δύο μεγάλα, λυγισμένα πόδια του του θύμισαν έναν επιβλητικό άγαλμα που είχε δει στην Τήνο, τον «ικέτη». Πράγματι, το έντομο αυτό έμοιαζε να προσεύχεται και ίσως δεν ήταν σοφό να το πειράξει. Ευτυχώς που ρώτησε την αδερφή του, γιατί αν προχωρούσε μόνος του το πλάνο, μπορούσε, χωρίς να το θέλει, να προκαλέσει την οργή της Παναγίας. Έκαμε, λοιπόν, μεταβολή, εγκαταλείποντας το φιλόδοξο σχέδιό του, και επέστρεψε στο γνωστό παιχνίδι του με τις μύγες. Όταν η Μάντη, το εύρωστο, πράσινο έντομο της αυλής επέστρεψε στην παρέα του, ήταν πολύ ευδιάθετο. Μάζεψε γύρω της όλους της τους φίλους και τους αφηγήθηκε πώς ο Δημήτρης φοβήθηκε να την πειράξει και επέστρεψε στις νωθρές αυγουστιάτικες μύγες, επηρεασμένος από τα λόγια της αδερφής του. Ένας φίλος της, διακόπτοντας τα γέλια, ρώτησε την παρέα αν ξέρει τι είναι η προσευχή. «Δεν ξέρω τι είναι», αποκρίθηκε η Μάντη, «αλλά ξέρω ότι μου έσωσε τη ζωή, κι ίσως κάποτε σώσει και τη δική σας».