ΙΑΣΗ

Μ’ ένα βιβλίο κοιμάμαι
πάντα στο προσκεφάλι μου
ξυπνώντας από εικόνες φρικτές
να προλάβω μ’ ένα στίχο να ξορκίσω.
Μπλε διάδρομοι και ατσάλινα φορεία
κι εγώ με μια μπλούζα ιατρική ανάμεσά τους
να γεφυρώνω με λευκό, το χρωματικό κενό.
Ορός η ελπίδα που στάζει στις φλέβες των αρρώστων
το βλέμμα τους στραμμένο στην πόρτα του θαλάμου
συνήθεια έγινε η προσμονή ενός χαμόγελου
και βάλσαμο το χέρι μου που τους αγγίζει.
Νυστέρια αποστειρωμένα και ανίδεα
σκίζουν την σάρκα τους δίχως ενοχή
σαν αίμα πλημμύρισε ο ανθρώπινος πόνος
και μύρισε κρασί από την Θεία Κοινωνία.
Και πάνω που ο ύπνος με αρνήθηκε κι απόψε
ανοίγω το βιβλίο μου να ξεχαστώ,
“Γιατρέ σ’ ευχαριστώ που ήσουν πλάι μου”
γράφει ένας άγγελος που με προσέχει από ψηλά
να μου θυμίσει να σηκώσω αυτό το ράκος την αυγή
να παίξει πάλι σκάκι με τον Θάνατο.
Θέλει διπλή αρετή και τόλμη
η Ίαση.

ΧΙΟΝΟΝΙΦΑΔΑ

Τρυφερό μου βλαστάρι
ολόλευκα ντυμένο
άσπρο το φως που σ’ έλουσε
άσπρο και το γάλα της ζωής.
Αιώνες τα λεπτά που έμεινες μονάχο,
σε κρεβατάκι πλαστικό μαιευτηρίου
κι αναρωτιόσουν σιωπηλό,
δυο μαύρα μάτια ανοιχτά,
θολές οι απορίες
ποιανού το σπλάχνο χώρισαν
σκληρή ετούτη η μοίρα.
Κι όταν με το άλλο σου μισό ξανάσμιξες
αφέθηκες πάνω στο στήθος μου σε ύπνο δαντελένιο,
τούλι το χάδι που σε τύλιξε
και η φωνή σεντόνι.
Μα ποιος τολμάει τώρα αλήθεια να σου πει
η φύση να χωρίσουμε το χει ξανά προβλέψει
χιονονιφάδα θαρρείς σού δωσε πνοή
που κάποτε θα λιώσει.