Τα πεζοποιήματα του συγγραφέα Θανάση Πάνου, διαπνέονται από εκείνο το πρωτογενές συναίσθημα που πάλλει σε ότι αυτοαναφορικό γνήσιο αυθεντικό. Η αυτοαναφορικότητα ωστόσο δεν εξαντλείται ,σε απλή περιπλάνηση ηδονιστικού χαρακτήρα ή σε απλή πτήση στον κόσμο του ονείρου, ή σε φαντασιωτική ονειροπόληση ή στην αυτοβιογραφική περιγραφή στην κόψη του θαλάσσιου κύματος .Μετουσιώνεται σε τόπο όπου συντελείται το δράμα της ύπαρξης. Ο τόπος αυτός ορίζεται ως μικρόκοσμος ο οποίος περικλείει το όλον, περιέχει και αντανακλά την ολότητα. Ο τόπος του, οριοθετείται βεβαίως, δια μέσου του γλωσσικού ελέγχου, και διαπιστώνουμε ευχάριστα ότι εδώ, παρεισφρέει το Απολλώνιο στοιχείο, το στοιχείο του ιερού, η μουσικότητα των φράσεων, η δόνηση και η ευταξία την λέξεων, η γεωμετρία των νοημάτων που οδηγεί σε εσωτερική υποδόρια ισορροπία των στίχων, παρεισφρέει το Απολλώνιο στοιχείο, το φως που άγει, κομίζει, φωτίζει κατακόρυφα, η κεντρομόλος δύναμη, η αυτοπαρατήρηση. Ο τόπος αυτός της αυτοπαρατήρησης εξυφαίνεται με προσοχή ψηφίδα. Και αίφνης μια σπίθα πυροδοτεί το απροσδόκητο του Διονυσιακού και μας αιφνιδιάζει με την παράφορη έκλαμψη του συναισθήματος.
Το αρχετυπικό νοηματικό υλικό του, περιπετειώδες, μας αποκαλύπτει ένα κολυμβητή-δύτη, ο οποίος άλλοτε χάνεται στα άδυτα του θαλάσσιου βυθού, χάριν της ηδονής που του χαρίζει η πτώση και ακολούθως η ανάδυση, χάριν του χαοτικού στο απροσδιόριστο των συναισθημάτων, ενώ άλλοτε λειτουργεί ψύχραιμα αποστασιοποιημένα ως παρατηρητής αφυπνισμένος, ο οποίος επιλέγει τα υγρά περάσματα, τα φωτίζει, ελέγχοντας απόλυτα το υλικό του. Είναι αυτά τα υγρά περάσματα, ο άπατος βυθός του η ουσία της ύπαρξης, η σκιά μας, το κοχλάζον κενό, ο σιωπηλός γαλαξίας εντός μας που φωτίζονται εντέχνως. Ο συγγραφέας συχνά μας εγκαταλείπει μετέωρους απέναντι σε κάποιο φιλοσοφικό ερώτημα, άλλοτε μας προκαλεί με την διακωμώδηση και την χλεύη και άλλοτε μας χαρίζει γενναιόδωρα ένα μεταίσθημα. Τα αρχέτυπά του τα αντλεί από το συλλογικό ασυνείδητο είτε ως γνήσιος γνώστης είτε διαισθητικά, ενορατικά ως καλλιτέχνης ο οποίος εμπνέεται, επικοινωνεί, συνομιλεί με το ασυνείδητό του με ευλυγισία.
Εγκαταλείπεται συχνά στην Διονυσιακή αταξία, στον οίστρο της δημιουργικής έκφρασης, στο οργιαστικό χαρακτήρα της, προκειμένου να πραγματοποιήσει την υπέρβασή της με τρόπο εσωτερικό και μυστηριακό. Ο τόπος του όπου συντελείται το δράμα, ένα τοπίο που αναδύεται στιγμιαία, φανερώνει το αφανέρωτο, το μυστικό, το σκοτεινό που κοχλάζει εντός μας. Ο τόπος του σημείο κόσμος που συμφύρεται από αντίθετα που άλλοτε συνυπάρχουν αρμονικά και άλλοτε συγκρουσιακά. Κάθε εδάφιο κάθε στιχοπλοκή αποκαλύπτει και κρύβει εντέχνως. Πυκνώματα ενεργειακά με φιλοσοφικό υπόβαθρο, η κάθε στιχοπλοκή κομίζει το διφορούμενο εν μέσω θυέλλης. Η στιχοπλοκή δεν εξαντλείται σε ψυχογράφημα φέρει το πρωτογενές συναίσθημα και την αίσθηση του γίγνεσθαι μαγικά και τα ελευθερώνει μέσα από φόρμες γλωσσικές στο φως.
Μοιάζει με Άρια δομημένη εντέχνως. Η αυτοαναφορικότητα περιέχει και περιέχεται σε ένα πυρήνα εκμυστήρευσης όπου το < εδώ και τώρα> το παρόν διευρύνεται άλογα, ψηλαφίσεις του υπερφυσικού αγγίζει την φύση της ανατροπής, της υπέρβασης των ορίων του έλλογου, που σημασιοδοτεί την καθημερινότητα.
Έκσταση, διεύρυνση, υπέρβαση, εξαγνισμός. Η βύθιση στο < εδώ και τώρα> εξαγνίζει τον νου του καλλιτέχνη και προκαλεί τον αναγνώστη να τον ακολουθήσει στο ταξίδι της πτήσης σε τόπους ιερούς και ανίερους να παλινδρομήσει στο αρχέγονο φορτίο της λέξης με την εμπειρία της επιστροφής σε τόπο όπου το ενεργειακό του κέντρο βρίσκεται χαμηλά και του χαρίζει την βεβαιότητα της επανάληψης του ταξιδιού και εν μέρει του ελέγχου. Εν μέρει ότι τα όριά του ουδείς τα γνωρίζει εντελώς. Τι νόημα θα είχε ένα ταξίδι χαρτογραφημένο στην απόλυτη λεπτομέρειά του; Η περιπέτεια είναι το τίμημα που καταβάλει ο καλλιτέχνης και ο συμπορευτής του ο αναγνώστης προκειμένου να συμφιλιωθούν με τον κόσμο εντός τους.
Η κεφαλίδα του εκάστοτε πεζοποιήματος δηλώνει το νοηματικό κέντρο την εισχώρηση του συγγραφέα σε βαθιά νερά του < είναι> ο καλλιτέχνης αναφωνεί, αγωνιώ, ερωτεύομαι, ποθώ, τρομάζω, φοβάμαι, τολμώ, μάχομαι, σιωπώ, αγωνίζομαι, υπάρχω, αιώρηση και μετεώριση, αδιέξοδα και φωτεινά περάσματα του < είναι> αυθεντικότητα του κοχλάζοντος κενού που στοιχειώνει όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις. Η κεφαλίδα γίνεται μάρτυς της σημαίνουσας οικονομίας της γλώσσας.
Τα κείμενα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες. Εκείνα που ως τόπος -κόσμος αναφωνούν την σημασία του συναισθήματος και του μεταισθήματος.
Η δεύτερη κατηγορία χαρακτηρίζεται από κοινωνιολογικές αναφορές και την χαρτογράφηση του κοινωνικού βλέμματος. Και τέλος εκείνα που μαρτυρούν έντονα την αυτοαναφορικότητα. Το κοινό δομικό στοιχείο που τέμνει τις τρεις κατηγορίες των ποιημάτων του αφορά το στοιχείο της ενδοσκόπησης, της ψηλάφησης των ορίων της ύπαρξης και τη γεφύρωση του προσωπικού με το οικουμενικό με ένα τρόπο μαγικό ιδιαίτερο μέσω της ποιητικής φόρμας και της γλώσσας.

Ω
Δεν γονυπετώ σε άμβωνες
στου υπερκόσμιου τις χρυσοβαμμένες εντολές.
Προσκυνώ τον περιπλανητή του ακατανόητου
της γης το γελαστό σκουλήκι