[author]Του Ανδρέα Αντωνίου [/author]

Ανάμεσα στον κυκεώνα πληροφοριών που μας κατακλύζει ο «δαίμονας», που ακούει στο όνομα facebook, πέτυχα – σαν τραγική ειρωνεία – το άρθρο του Σπύρου Αραβανή με τίτλο «Σκαναρισμένη Αυτοπροβολή». Επιγραμματικά, ο συντάκτης του κειμένου κατηγόρησε τους ποιητές που δημοσιεύονται σε κάποιο περιοδικό, και έπειτα είτε σκανάρουν τα ποιήματά τους και τα αναρτούν στο facebook – συνήθως με ευχαριστίες για το περιοδικό – είτε τα δημοσιεύουν εκ νέου. Θεωρεί «αυτήν την πράξη ως την πλέον ασεβή προς το χώρο-περιοδικό που φιλοξένησε τους ίδιους ή τα κείμενα προς αυτούς».
Το επιχείρημα είναι απλό και όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο: Αν δημοσιεύουμε τα ήδη δημοσιευμένα ποιήματα μας στο Facebook, σκαναρισμένα ή όχι, κανείς δεν θα αγοράσει το περιοδικό. Όλοι οι γνωστοί μας, που δυνητικά θα αγόραζαν το περιοδικό για να μας διαβάσουν, αρκούνται στο να μας διαβάζουν διαδικτυακά. Αυτό αφαιρεί έσοδα από το λογοτεχνικό περιοδικό, το οποίο εν κατακλείδι βρίσκεται σε δυσμενή οικονομική θέση.
Το επιχείρημα θυμίζει, δυστυχώς, την περίπτωση της Χρυσηίδας Δημουλίδου, η οποία πριν κανένα χρόνο, τα έβαλε με τις δανειστικές βιβλιοθήκες. Αν ο καθένας μπορεί να παίρνει τζάμπα όσα μυθιστορήματα θέλει, πώς θα βγάλει ο συγγραφέας/περιοδικό/εκδότης το ψωμάκι του; Γιατί να δανείζουμε τα μυθιστορήματα που διαβάσαμε σε φίλους, στερώντας έτσι από τον συγγραφέα/εκδότη/βιβλιοπώλη την πώληση ενός ακόμη αντιτύπου; Ο ίδιος προβληματισμός απορρέει και από το επιχείρημα του Αραβανή: Αν εγώ, ως ποιητής, δημοσιευτώ σε ένα περιοδικό, το αγοράσω και μετά το δανείσω σε γνωστούς, είμαι το ίδιο αξιοκατάκριτος, γιατί στερώ από το περιοδικό πωλήσεις.
Δεν θα ασχοληθώ καν με την κυνική παραδοχή του Αραβανή και της Δημουλίδου, ότι το αναγνωστικό κοινό είναι μόνο αγοραστές/καταναλωτές και όχι φίλοι ποίησης ή λογοτεχνίας. Σύμφωνα με αυτή την λογική, δεν φτάνει να σου αρέσει η ποίηση, αλλά πρέπει να «αγοράζεις» την ποίηση. Καταλαβαίνω πως οι καιροί είναι δύσκολοι και πως οι πωλήσεις λογοτεχνικών περιοδικών είναι ελάχιστες, αλλά το να επιτίθεσαι σε ανθρώπους που στηρίζουν το περιοδικό στέλνοντας δωρεάν υλικό προς δημοσίευση, δεν βοηθάει καθόλου την κατάσταση.
Θα ασχοληθώ με το ίδιο το επιχείρημα που έχει ένα βασικό λάθος: Προϋποθέτει πως αν δεν υπήρχε ο «δαίμονας» του Facebook ή το φαινόμενο του δανεισμού και γενικότερα της «τζάμπα ανάγνωσης», ο αναγνώστης θα αγόραζε την ποίηση. Η υπόθεση αυτή είναι παντελώς ψευδής. Ένας γνωστός κάποιου λογοτέχνη δεν θα έδινε σε καμία περίπτωση πέντε ή οκτώ ή δέκα ευρώ για να διαβάσει ένα ή δύο ποιήματα ενός γνωστού του, όταν θα μπορούσε να περιμένει και, με την ίδια τιμή, να αγοράσει αργότερα ολόκληρη την ποιητική συλλογή. Αν ο κάποιος δεν αγοράζει ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή ένα βιβλίο, δεν το κάνει επειδή το βρήκε αλλού τζάμπα. Δεν θα το αγόραζε ούτως ή άλλως. Απλώς, επειδή έτυχε να το δει ανεβασμένο κάπου – που δεν χρειάζεται να πληρώσει δέκα ευρώ για να το δει – το είδε. Κανένας δεν θα αγόραζε ένα περιοδικό για να διαβάσει ένα μόνο ποίημα, όπως κανείς δεν αγοράζει ένα δίσκο για να ακούσει ένα μόνο τραγούδι.
Αντιστρόφως, αυτός που θα δανειστεί ένα βιβλίο ή θα δει μια ανάρτηση στο facebook, είναι πιο πιθανόν να αγοράσει το περιοδικό. Πάρα πολλές φορές διαβάσαμε ένα βιβλίο δανεικό, το οποίο μας άρεσε τόσο πολύ, που το αγοράσαμε για να το έχουμε στην βιβλιοθήκη μας. Αν κάποιο ποίημα μας άρεσε τόσο, θα αγοράζαμε και το περιοδικό στο οποίο δημοσιεύτηκε. Ξέρω πολλούς που αγοράσανε το «Great Gatsby», επειδή είδαν «τζάμπα» την ταινία και το ίδιο ισχύει για κάθε βιβλίο.
Εφόσον, θέλεις να βλέπεις τον αναγνώστη σου σαν «πορτοφόλι», που θα σε στηρίξει οικονομικά, πρέπει να του συμπεριφέρεσαι και σαν «πορτοφόλι». Κανείς, σήμερα, δεν αγοράζει «γουρούνι στο σακί». Αν θέλεις να αγοράσει κάποιος το περιοδικό σου, πρέπει να του δείξεις εκ των προτέρων τι έχει μέσα ή έστω να του δώσεις μια ικανοποιητική γεύση. Οι δωρεάν αναρτήσεις στο Facebook, που θεωρούνται ως σημάδι της Αποκάλυψης, βοηθούν τα μέγιστα. Η εναλλακτική που έχεις είναι να αγοράσει κάποιος το περιοδικό, να ανακαλύψει πως τελικά δεν τον ενδιαφέρει, πως τελικά απλά έχασε ένα δεκάευρω κι εσύ τελικά έχασες ένα μελλοντικό αναγνώστη. Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετοί ποιητές δημοσιεύουν στο facebook ή αλλού ποιήματα από τις συλλογές τους. Κάποιος το βλέπει και αν του αρέσει, το αγοράζει – δεν του ζητάνε a priori να αγοράσουνε την συλλογή και αν δεν του αρέσει, «πρόβλημά του».
Αν υπάρχει θέμα πνευματικών δικαιωμάτων για την ανάρτηση σε facebook από τους ίδιους τους ποιητές ποιημάτων που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, τότε μπορεί το κάθε περιοδικό να κάνει μήνυση. Υποπτεύομαι πως δεν υπάρχει και πως ο δημιουργός διατηρεί τα δικαιώματα του να ανεβάζει δωρεάν, ό,τι θέλει. Υπό αυτή την έννοια το κείμενο του κυρίου Αραβανή ερμηνεύεται ως απλή κίνηση απελπισίας, για να σώσει οτιδήποτε αν σώζεται.
Στην πραγματικότητα υπάρχουν τρόποι για να υποστηριχθεί ένα περιοδικό, χωρίς να μιλάμε για «ασέβειες» των ποιητών που χρησιμοποιούν το Facebook. Προσωπικά λέω πάλι καλά που υπάρχει κι αυτό και μπορούμε να βλέπουμε τις αξιόλογες αναρτήσεις συναδέλφων, με το λιγότερο δυνατό κόστος και τον λιγότερο δυνατό κόπο. Πόσοι από τους νέους θα γνώριζαν το «Ποιείν» ή το «Φρέαρ», αν δεν υπήρχαν οι ηλεκτρονικές εκδόσεις τους – αν δεν ανέβαζαν οι ασεβείς ποιητές ποιήματά τους, που δημοσιεύτηκαν σε αυτά τα περιοδικά;
Κι εδώ βρίσκεται η ρίζα του κακού – που όμως είναι θέμα για άλλο κείμενο. Ο κόσμος αλλάζει, τα μέσα αλλάζουν και η ποίηση πρέπει να μάθει να χρησιμοποιεί την σύγχρονη τεχνολογία προς όφελός της. Για κάποιον άγνωστο λόγο οι ποιητές και οι αναγνώστες, που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να ασχοληθούν με την ποίηση, θεωρούνται κατώτερου είδους αναγνώστες, λες και ο έντυπος Μαγιακόφσκι αξίζει περισσότερο από ένα αφιέρωμα σε κάποιο μπλογκ. Δεν μπορούμε πλέον να σνομπάρουμε ως λογοτέχνες και ως κριτικοί την σύγχρονη τεχνολογία, στο όνομα οποιασδήποτε καθαρότητας της Τέχνης. Αυτό που ο Αραβανής περιγράφει ως «Η σκαναρισμένη, λοιπόν, και βεβιασμένη αυτοπροβολή, τώρα που στο facebook η «ασθένεια» της εικόνας χτύπησε και την ποίηση, είναι το λιγότερο μια ακόμα αυτιστική πράξη μέσα στα πλαίσια της περίφημης «κοινωνικής δικτύωσης» δεν είναι ασθένεια. Είναι ένας νέος κόσμος, τον οποίο μπορεί η ποίηση να αξιοποιήσει, κάνοντάς τον καλύτερο, ή να τον αγνοήσει επιδεικτικά, μέχρι να γίνει και η ίδια ένα σκονισμένο και άχρηστο κειμήλιο.