[author]Του Ανδρέα Αντωνίου [/author]
Ανάμεσα στον κυκεώνα πληροφοριών που μας κατακλύζει ο «δαίμονας», που ακούει στο όνομα facebook, πέτυχα – σαν τραγική ειρωνεία – το άρθρο του Σπύρου Αραβανή με τίτλο «Σκαναρισμένη Αυτοπροβολή». Επιγραμματικά, ο συντάκτης του κειμένου κατηγόρησε τους ποιητές που δημοσιεύονται σε κάποιο περιοδικό, και έπειτα είτε σκανάρουν τα ποιήματά τους και τα αναρτούν στο facebook – συνήθως με ευχαριστίες για το περιοδικό – είτε τα δημοσιεύουν εκ νέου. Θεωρεί «αυτήν την πράξη ως την πλέον ασεβή προς το χώρο-περιοδικό που φιλοξένησε τους ίδιους ή τα κείμενα προς αυτούς».
Το επιχείρημα είναι απλό και όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο: Αν δημοσιεύουμε τα ήδη δημοσιευμένα ποιήματα μας στο Facebook, σκαναρισμένα ή όχι, κανείς δεν θα αγοράσει το περιοδικό. Όλοι οι γνωστοί μας, που δυνητικά θα αγόραζαν το περιοδικό για να μας διαβάσουν, αρκούνται στο να μας διαβάζουν διαδικτυακά. Αυτό αφαιρεί έσοδα από το λογοτεχνικό περιοδικό, το οποίο εν κατακλείδι βρίσκεται σε δυσμενή οικονομική θέση.
Το επιχείρημα θυμίζει, δυστυχώς, την περίπτωση της Χρυσηίδας Δημουλίδου, η οποία πριν κανένα χρόνο, τα έβαλε με τις δανειστικές βιβλιοθήκες. Αν ο καθένας μπορεί να παίρνει τζάμπα όσα μυθιστορήματα θέλει, πώς θα βγάλει ο συγγραφέας/περιοδικό/εκδότης το ψωμάκι του; Γιατί να δανείζουμε τα μυθιστορήματα που διαβάσαμε σε φίλους, στερώντας έτσι από τον συγγραφέα/εκδότη/βιβλιοπώλη την πώληση ενός ακόμη αντιτύπου; Ο ίδιος προβληματισμός απορρέει και από το επιχείρημα του Αραβανή: Αν εγώ, ως ποιητής, δημοσιευτώ σε ένα περιοδικό, το αγοράσω και μετά το δανείσω σε γνωστούς, είμαι το ίδιο αξιοκατάκριτος, γιατί στερώ από το περιοδικό πωλήσεις.
Δεν θα ασχοληθώ καν με την κυνική παραδοχή του Αραβανή και της Δημουλίδου, ότι το αναγνωστικό κοινό είναι μόνο αγοραστές/καταναλωτές και όχι φίλοι ποίησης ή λογοτεχνίας. Σύμφωνα με αυτή την λογική, δεν φτάνει να σου αρέσει η ποίηση, αλλά πρέπει να «αγοράζεις» την ποίηση. Καταλαβαίνω πως οι καιροί είναι δύσκολοι και πως οι πωλήσεις λογοτεχνικών περιοδικών είναι ελάχιστες, αλλά το να επιτίθεσαι σε ανθρώπους που στηρίζουν το περιοδικό στέλνοντας δωρεάν υλικό προς δημοσίευση, δεν βοηθάει καθόλου την κατάσταση.
Θα ασχοληθώ με το ίδιο το επιχείρημα που έχει ένα βασικό λάθος: Προϋποθέτει πως αν δεν υπήρχε ο «δαίμονας» του Facebook ή το φαινόμενο του δανεισμού και γενικότερα της «τζάμπα ανάγνωσης», ο αναγνώστης θα αγόραζε την ποίηση. Η υπόθεση αυτή είναι παντελώς ψευδής. Ένας γνωστός κάποιου λογοτέχνη δεν θα έδινε σε καμία περίπτωση πέντε ή οκτώ ή δέκα ευρώ για να διαβάσει ένα ή δύο ποιήματα ενός γνωστού του, όταν θα μπορούσε να περιμένει και, με την ίδια τιμή, να αγοράσει αργότερα ολόκληρη την ποιητική συλλογή. Αν ο κάποιος δεν αγοράζει ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή ένα βιβλίο, δεν το κάνει επειδή το βρήκε αλλού τζάμπα. Δεν θα το αγόραζε ούτως ή άλλως. Απλώς, επειδή έτυχε να το δει ανεβασμένο κάπου – που δεν χρειάζεται να πληρώσει δέκα ευρώ για να το δει – το είδε. Κανένας δεν θα αγόραζε ένα περιοδικό για να διαβάσει ένα μόνο ποίημα, όπως κανείς δεν αγοράζει ένα δίσκο για να ακούσει ένα μόνο τραγούδι.
Αντιστρόφως, αυτός που θα δανειστεί ένα βιβλίο ή θα δει μια ανάρτηση στο facebook, είναι πιο πιθανόν να αγοράσει το περιοδικό. Πάρα πολλές φορές διαβάσαμε ένα βιβλίο δανεικό, το οποίο μας άρεσε τόσο πολύ, που το αγοράσαμε για να το έχουμε στην βιβλιοθήκη μας. Αν κάποιο ποίημα μας άρεσε τόσο, θα αγοράζαμε και το περιοδικό στο οποίο δημοσιεύτηκε. Ξέρω πολλούς που αγοράσανε το «Great Gatsby», επειδή είδαν «τζάμπα» την ταινία και το ίδιο ισχύει για κάθε βιβλίο.
Εφόσον, θέλεις να βλέπεις τον αναγνώστη σου σαν «πορτοφόλι», που θα σε στηρίξει οικονομικά, πρέπει να του συμπεριφέρεσαι και σαν «πορτοφόλι». Κανείς, σήμερα, δεν αγοράζει «γουρούνι στο σακί». Αν θέλεις να αγοράσει κάποιος το περιοδικό σου, πρέπει να του δείξεις εκ των προτέρων τι έχει μέσα ή έστω να του δώσεις μια ικανοποιητική γεύση. Οι δωρεάν αναρτήσεις στο Facebook, που θεωρούνται ως σημάδι της Αποκάλυψης, βοηθούν τα μέγιστα. Η εναλλακτική που έχεις είναι να αγοράσει κάποιος το περιοδικό, να ανακαλύψει πως τελικά δεν τον ενδιαφέρει, πως τελικά απλά έχασε ένα δεκάευρω κι εσύ τελικά έχασες ένα μελλοντικό αναγνώστη. Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετοί ποιητές δημοσιεύουν στο facebook ή αλλού ποιήματα από τις συλλογές τους. Κάποιος το βλέπει και αν του αρέσει, το αγοράζει – δεν του ζητάνε a priori να αγοράσουνε την συλλογή και αν δεν του αρέσει, «πρόβλημά του».
Αν υπάρχει θέμα πνευματικών δικαιωμάτων για την ανάρτηση σε facebook από τους ίδιους τους ποιητές ποιημάτων που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, τότε μπορεί το κάθε περιοδικό να κάνει μήνυση. Υποπτεύομαι πως δεν υπάρχει και πως ο δημιουργός διατηρεί τα δικαιώματα του να ανεβάζει δωρεάν, ό,τι θέλει. Υπό αυτή την έννοια το κείμενο του κυρίου Αραβανή ερμηνεύεται ως απλή κίνηση απελπισίας, για να σώσει οτιδήποτε αν σώζεται.
Στην πραγματικότητα υπάρχουν τρόποι για να υποστηριχθεί ένα περιοδικό, χωρίς να μιλάμε για «ασέβειες» των ποιητών που χρησιμοποιούν το Facebook. Προσωπικά λέω πάλι καλά που υπάρχει κι αυτό και μπορούμε να βλέπουμε τις αξιόλογες αναρτήσεις συναδέλφων, με το λιγότερο δυνατό κόστος και τον λιγότερο δυνατό κόπο. Πόσοι από τους νέους θα γνώριζαν το «Ποιείν» ή το «Φρέαρ», αν δεν υπήρχαν οι ηλεκτρονικές εκδόσεις τους – αν δεν ανέβαζαν οι ασεβείς ποιητές ποιήματά τους, που δημοσιεύτηκαν σε αυτά τα περιοδικά;
Κι εδώ βρίσκεται η ρίζα του κακού – που όμως είναι θέμα για άλλο κείμενο. Ο κόσμος αλλάζει, τα μέσα αλλάζουν και η ποίηση πρέπει να μάθει να χρησιμοποιεί την σύγχρονη τεχνολογία προς όφελός της. Για κάποιον άγνωστο λόγο οι ποιητές και οι αναγνώστες, που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να ασχοληθούν με την ποίηση, θεωρούνται κατώτερου είδους αναγνώστες, λες και ο έντυπος Μαγιακόφσκι αξίζει περισσότερο από ένα αφιέρωμα σε κάποιο μπλογκ. Δεν μπορούμε πλέον να σνομπάρουμε ως λογοτέχνες και ως κριτικοί την σύγχρονη τεχνολογία, στο όνομα οποιασδήποτε καθαρότητας της Τέχνης. Αυτό που ο Αραβανής περιγράφει ως «Η σκαναρισμένη, λοιπόν, και βεβιασμένη αυτοπροβολή, τώρα που στο facebook η «ασθένεια» της εικόνας χτύπησε και την ποίηση, είναι το λιγότερο μια ακόμα αυτιστική πράξη μέσα στα πλαίσια της περίφημης «κοινωνικής δικτύωσης» δεν είναι ασθένεια. Είναι ένας νέος κόσμος, τον οποίο μπορεί η ποίηση να αξιοποιήσει, κάνοντάς τον καλύτερο, ή να τον αγνοήσει επιδεικτικά, μέχρι να γίνει και η ίδια ένα σκονισμένο και άχρηστο κειμήλιο.











χαίρομαι (για την αλήθεια, αγαλλιάζει η ψυχούλα μου )τόσο που μπορώ να εκφράσω τα συναισθήματα μου με ποιήματα σπουδαίων ανθρώπων, όσο και να γνωρίζω νέους ποιητές στο διαδίκτυο. Πολλές συλλογές δεν βρίσκω στα βιβλιοπωλεία, κρίμα γιατί
ποίηση είναι ολάκερη η ζήση!
κ. Αντωνίου,
Εσείς εστιάζετε στο ρόλο του facebook και του διαδικτύου και εγώ στην πράξη των ποιητών μέσω του facebook –ή όποια ονομασία και μορφή πάρει αυτό στο μέλλον- συνεπώς, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει εύκολα ένας διάλογος.
Επιμένω ακράδαντα στην άποψή μου και για λόγους δεοντολογίας -προτιμώ τον όρο «κυνικός» από τον προσδιορισμό «αυτιστικός»- αλλά και οικονομικούς όπως τους εξηγώ στο κείμενό μου.
Μου γράφετε ως δικό σας επιχείρημα:
«Αν θέλεις να αγοράσει κάποιος το περιοδικό σου, πρέπει να του δείξεις εκ των προτέρων τι έχει μέσα ή έστω να του δώσεις μια ικανοποιητική γεύση. Οι δωρεάν αναρτήσεις στο Facebook, που θεωρούνται ως σημάδι της Αποκάλυψης, βοηθούν τα μέγιστα»
ενώ ακριβώς το ίδιο γράφω/εννοώ και εγώ: ο ποιητής «ευγενώς φερόμενος» δεν κάνει λόγο για τα περιεχόμενα του περιοδικού- ούτε καν δημοσιεύει το εξώφυλλό του. Πώς λοιπόν, θα πραγματοποιηθεί αυτό που γράφετε; Και για τί με εγκαλείτε;
Επιπρόσθετα να σας υπενθυμίσω ότι ηθελημένα ή εν αγνοία σας παραβλέπετε το γεγονός ότι εγώ δεν μίλησα μόνο για ποιήματα αλλά και για εν γένει κείμενα και όχι του ιδίου ποιητή αλλά για τον ποιητή, όπως οι κριτικές. Για παράδειγμα το να σκανάρεις 3-4 σελίδες κριτική του βιβλίου σου δεν θεωρείτε εσείς ότι αυτό είναι μια αναπαραγωγή μεγάλης σε έκταση ύλης, και όχι ένα απλό ποίημα, η οποία αντιβαίνει στους όρους της πνευματικής ιδιοκτησίας η οποία, να σας γνωστοποιήσω ότι υπάρχει και αναγράφεται σε κάθε έντυπο (ή οφείλει να αναγράφεται- άσχετα αν δεν εφαρμόζεται;)
Τα υπόλοιπα σχετικά με το ρόλο του διαδικτύου σε σχέση με την προβολή της ποίησης είναι απλώς εκτός θέματος και δικού μου κειμένου. Εγώ μίλησα για ένα συγκεκριμένο θέμα που αφορά το σεβασμό προς τα έντυπα περιοδικά τα οποία ανεξαρτήτως ποιότητας –δεν με απασχολεί εδώ- λειτουργούν μέσα σε ένα πλαίσιο επικοινωνίας της ύλης τους το οποίο οφείλουμε να σεβόμαστε έστω και στο ελάχιστο.
Υ.Γ. Είναι μάλλον οξύμωρο το γεγονός να μου υποδεικνύετε τη χρήση της τεχνολογίας προς όφελος της ποίησης, όντας δέκα χρόνια σε αυτό το μετερίζι μέσω του Ποιείν και τα τελευταία χρόνια, υπεύθυνος λειτουργίας της σελίδας του στο facebook….
Και η ταύτιση περιοδικών λογοτεχνίας [ω μόχθε αφανή!] με προσπάθειες ελέγχου του εμπορευματοποιημένου βιβλίου από ανθρώπους της light λογοτεχνικής [υπέρ]παραγωγής, άστοχη. Είναι μια [ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΗ! στο ΠΟΕΙΝ] άποψη αυτή του κ. Α.Α., μα ξεστρατίζει σε άλλο δρόμο. Ο Σπ. Αρ. προσεκτικά διαπιστώνει ένα σοβαρό πρόβλημα.
Πολύ σωστά όλα αυτά που λέτε κύριε Αντωνίου. Το μεγάλο όμως πρόβλημα είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι…πήξαμε στους ποιητές!Δεν ξέρεις πως να φυλαχτείς πια από αυτό το πλημμυρικό φαινόμενο!
Ερωτώ λοιπόν τον Γ.μ , για ποιόν λόγο είναι άστοχος ο παραλληλισμός του Σπ.Αρ. με την Χρ.Δημ. εφόσον αυτός έγινε (συμφώνα με τον Α.Α.) με βάση τις πράξεις τους (που δυστυχώς προσομοιάζουν) και όχι με βάση το ύφος τους ή την βαρύτητα των λογοτεχνικών τους κειμένων;
Προσωπικά θεωρώ λυπηρό αυτοί που αυτοδικαίως χρίζονται σαν σύμμαχοι και στηρίγματα στο πλευρό ενός νέου ποιητή να προσπαθούν να τον εκμεταλλευτούν οικονομικά και αιάζουν όταν δημοσιεύει το ποίημα του στο facebook.
Κύριοι εκδότες σκεφτείτε τις πράξεις σας και τα λόγια σας. Στηρίξτε έναν νέο ποιητή και μην προσπαθείτε να ανεβάσετε τις εμφανώς χαμηλές πωλήσεις σας υβρίζοντας τους ανθρώπους εκείνους που όχι μόνο αγόρασαν κάποια τεύχη σας αλλά κυρίως σας τίμησαν δίνοντας σας ένα ποίημα τους αμισθί.
Λυπούμαι γιατί αυτή η συμπεριφορά της αναζήτησης του μάταιου κέρδους στην πώληση μερικών παραπάνω αντιτύπων φαίνεται να είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση για όποιον είναι «δέκα χρόνια σε αυτό το μετερίζι».
Επαναληψις
O μικρος Σουρης μεσα μου, με ωθει να γραφω βλασφημες καρικατουρες σαν κι αυτες.
ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΔΥΟ ΑΣΤΕΡΩΝ
Μνήμη του Κ.Καρυωτάκη για την «Μικρή Ασυμφωνία εις Α Μείζον»
[….]
……………
Κοντά στο τέλος… ματαιόδοξες τιμές
με ποσόστωση: τι ξεφτίλα
όχι για τους ζωντανούς νεκρούς ακαδημαϊκούς ,
αλλά για σε, ποιήτρια δύο αστέρων
ούτε κονιάκ τέτοιο υπάρχει.
[…]
………………………………………………….
Η Γώγου υπηρέτρια θα σκουπίσει τα ποιήματα
και θα κρεμάσει σε κάδρα Σελήνη του Φιλύρα,
Ας φρόντιζαν, την Ιθάκη του Αλεξανδρινού
προκηρύξεις και Πρέβεζα του αυτόχειρα
(θάνατος των νοικοκυρών, έρωτας-στιφάδο)
Τίποτα δεν άλλαξε από τότε……
08.07.2010
http://www.poiein.gr/archives/19729
#Τελαμώνιε,
σας διέφυγε μια “μικρή” και “ασήμαντη” λεπτομέρεια. Όσον με αφορά, αφού με “φωτογραφίζετε”, να σας επισημάνω ότι δεν έχω καμία απολύτως οικονομική δοσοληψία με κανένα εντυπο λογοτεχνικό περιοδικό ώστε να «καίγομαι» για τις πωλήσεις του. Αυτό που έχω είναι διαφορετικό κώδικα δεοντολογίας από εσάς. Και καμαρώνω.
Αυτονόητο είναι το να σας φωτογραφίζω σε μια συζήτηση που αφορά (ως λέει ο τίτλος) την άποψη σας επί ενός θέματος.
Το γεγονός ότι ¨καίγεσθε¨ για τις πωλήσεις περιοδικών είναι αυταπόδεικτο προς όποιον διαβάσει το άρθρο σας «Σκαναρισμένη αυτοπροβολή» και ως επί τούτου διαφωνούμε . (σε περίπτωση που δεν καταφέρετε να κατανοήσετε το ¨αυτονόητο¨ μπορώ να σας παραθέσω πιο συγκεκριμένα σημεία)
Το αν έχετε ή όχι οικονομικές δοσοληψίες ή άλλους πιο βαθείς λόγους πίσω από την παραπάνω στάση δεν με απασχολεί μιας και δεν είμαι εφοριακός (και το θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμα σας να τους έχετε)
Η ανάλυση μου και οι παροτρύνσεις μου έγιναν με όλη την καλή θέληση στα πλαίσια του διαφορετικού κώδικα δεοντολογίας που μας διακατέχει (και για τον οποίο ομοίως καμαρώνω μιας και ¨ακόμα¨ είναι αμόλυντος από περιοδικά και πωλήσεις)
Το μόνο “αυταπόδεικτο” είναι το οτι υπογράφω κείμενα και σχολιάζω επωνύμως…Είναι προφανές ότι δεν έχετε αντιληφθεί τίποτα από την ουσία της “στάσης” μου όπως και το ότι κάνετε εσκεμμένα “επιλεκτική ανάγνωσή” της.
Αγαπητέ κ. Αραβανή
Δεν σας εγκαλώ, ούτε σας επιτιμώ για οτιδήποτε. Είναι θεμιτό και ευκταίο, στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης να υπάρχουν διαφορετικές δεοντολογίες, απόψεις και τοποθετήσεις. Έχετε κάθε δικαίωμα να παραμείνετε σταθερός στις απόψεις σας. Ούτε βέβαια αμφισβητώ την πολυετή σας ενασχόληση με τον χώρο της λογοτεχνίας. Ο προβληματισμός μου αφορούσε στην πεποίθησή μου πως, ακόμη κι αν οι ποιητές τηρούσαν τον δικό σας κώδικα δεοντολογίας, θα εξακολουθούσε να υπάρχει πρόβλημα στις πωλήσεις (και γενικότερα στην ευρεία πρόσληψη) των λογοτεχνικών περιοδικών.
Όσον αφορά το ζήτημα με τις αναρτήσεις και τα περιεχόμενα, επιτρέψτε μου μια διευκρίνιση: Ακόμη και αν κάποιος δημοσίευε μόνο τα περιεχόμενα, για λόγους διαφήμiσης, αυτό δεν θα ήταν διαφωτιστικό για τον αναγνώστη. Ένας απλός τίτλος ενός ποιήματος δεν αρκεί για να το διαβάσει ένας αναγνώστης. Μια συμβιβαστική λύση θα ήταν η δημοσίευση ενός αποσπάσματος.
Θα συμφωνήσω με το επιχείρημα της κριτικής, εκεί όντως υπάρχει πρόβλημα και δεοντολογίας και πνευματικών δικαιωμάτων.
Υ.Γ προς τον κ. Γ.Μ
Δεν έχω ταυτίσει τα σοβαρά περιοδικά λογοτεχνίας με την εμπορευματοποιημένη εκδοτική. Έχω μόνο υπογραμμίσει τις προεκτάσεις που θα μπορούσε να έχει η άποψη που πραγματεύτηκα.
Περί εκδοτών/βιβλιοπωλών//Οίκων/Περιοδικών(εν Ελλάδι και εν Κύπρω)
—————————————
Δεν θα το έγραφα αλλά ίσως είναι καιρός να ανοικτοί μια συζήτηση για να προφυλαχθούν και οι ανυποψίαστοι.
-Το 2011 ειδοποιήθηκαν από τον τότε εκδότη(δεν τολμώ να πω μου) ότι σε λίγους μήνες θα μου αποδοθούν όσα δικαιούμαι από την έκδοση που κάναμε. Δεν ήλπιζα βεβαίως σε κάτι προσοδοφόρο, ίσως μόνο στην δωρεάν παροχή κάποιων αντιτύπων του ΔΙΚΟΥ ΜΟΥ βιβλίου. Παρήλθε ο χρόνος και ακόμη περιμένω παρά το ότι για ένα διάστημα ήμουν εξαιρετικά ενοχλητικός μέσω ηλεκτορνικού ταχυδρομείου.Ούτε αυτό πιάνει.
-Ο ίδιος εκδότης, όταν ανοίχθηκε μια προσφορά από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου για αγορά 120 αντιτύπων του ΔΙΚΟΥ ΜΟΥ βιβλίου, χωρίς καν να με ενημερώσει ως ηθικά όφειλε πιστεύω, πούλησε αυτόν τον αριθμό σε χαμηλή τιμή σε κερδοσκόπο Κύπριο βιβλιοπώλη ο οποίος ανκαι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να δει τι διάολο γράφω, να πάρει έστω 3 αντίτυπα να τα βάλει στο πιο αθέατο έστω μέρος των ραφιών, θέωρησε πρέπον και σωστό όταν του εδόθη η ευκαιρία, να κερδοσκοπήσει επί του σεπτού πτώματος των ποιημάτων μου. Και βεβαίως κέρδισε την προσφορά, κέρδισαν και οι δύο-εκδότης/βιβλιοπώλης.
– Πριν μερικούς μήνες, εκδότης γνωστού περιοδικού στην Ελλάδα συνεννοήθηκε μαζί μου να του αποστείλω μερικά ανέκδοτα ποιήματα για δημοσίευση. Από αβροφροσύνη αλλά και ενδιαφέρον, προθυμοποιήθηκα να γίνω συνδρομητής όπως είμαι και σε άλλα τέτοια περιοδικά στην Κύπρο. Του τα απέστειλα μαζί με 50 ευρώ για συνδρομή δυο χρόνων. Πήρε τα λεφτά(σιγά τα λεφτά θα πει κανείς) και…εξαφανίστηκε.
Αυτά προς γνώσιν. Ηθελα απλώς να τα πω για να αρχίσουμε να καιροφυλακτούμε. Οσον αφορά τον ενδιαφέροντα διάλογο πιο πάνω, διακρίνω επιχειρήματα σε αμφότερες πλευρές των οποίων η σύνοψη, αποτελεί την μεγίστη του διαλόγου γονιμότητα.
Καλησπέρα σας,
διάβασα προσεκτικά και τα δύο κείμενα, τόσο του κ. Αραβανή όσο και του κ. Αντωνίου, καθώς και τα σχόλια των αναγνωστών.
Το κείμενο του κ. Αραβανή είναι διάφανο και απλούστατο στο στόχο του, καταδεικνύοντας αχαρακτήριστες πρακτικές.
Το κείμενο, επίσης, του κ. Αντωνίου κι αυτό διάφανο αλλά νομίζω πως παρανοεί τα όσα θέλησε ο κ. Αραβανής να θίξει.
Διακρίνω πως μας διαφεύγει κάτι πολύ σημαντικό και που δε θα αλλάξει ποτέ όσοι αιώνες κι αν περάσουν: πρέπει και οφείλεις να τριφτείς μέσα στις δεκαετίες της ζωής σου στα βιβλιοπωλεία, στα παλιοβιβλιοπωλεία, στις βιβλιοθήκες.
Πρέπει και οφείλεις να αγοράσεις βιβλία-περιοδικά, πρέπει και οφείλεις να κλέψεις βιβλία-περιοδικά, πρέπει να χαρίσεις βιβλία-περιοδικά, πρέπει να “σκοτώσεις” με το κιλό και την τρέχουσα τιμή του κιλού του χαρτιού βιβλία-περιοδικά στους αδίστακτους παλαιοπώλες-παλιατζήδες.
Η νέα γενιά αναγνωστών-δημιουργών νομίζει πως τα πάντα βρίσκονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο διαδίκτυο, και κάνει και την έξυπνη πως αποκτά γνώση (λέμε τώρα) από τις καθημερινές της φευγαλέες αναγνώσεις κι εγώ δεν ξέρω τί άλλο.
Όταν μιλάμε για την ποίηση (ελληνική και ξένη μεταφρασμένη) όπως και για δημοσιεύσεις σε περιοδικά (είτε έντυπα είτε διαδικτυακά) οφείλεις να σεβαστείς πρώτα το ποίημα, μετά τον εαυτό σου και στη συνέχεια τους υπεύθυνους του περιοδικού που τους εμπιστεύεσαι τα πονήματά σου κι έχουν την καλοσύνη να σ’ τα δημοσιεύσουν.
Και το σημαντικότερο δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ, ακόμη κι αν έχεις συγκρουστεί έως έχεις βριστεί και συρθεί στα δικαστήρια (της ημέρας ή και της νύχτας) με ανθρώπους του χώρου, και να αναφέρεις το τι έχει προηγηθεί.
Αλλά αυτό το τελευταίο αφορά στους άντρες που ακόμη και στις έκφυλες ημέρες μας δεν ξεχνούν πως φοράνε παντελόνια.
Άντε καλή Παρασκευή βράδυ!