Πρώτη Ανάμνηση

Καιρό πριν, είχα πληγωθεί.
για να μ’ εκδικηθώ
ενάντια στον πατέρα μου, όχι
γι’ αυτό που ήταν–
γι’ αυτό που ήμουνα εγώ: απ’ το ξεκίνημα,
στα παιδικά μου χρόνια, νόμιζα
πως πόνος σήμαινε
ότι δεν είχ’ αγαπηθεί.
Σήμαινε ότ’ είχα αγαπήσει.


First Memory

Long ago, I was wounded. I lived
to revenge myself
against my father, not
for what he was—
for what I was: from the beginning of time,
in childhood, I thought
that pain meant
I was loved.
It meant I loved.

(από τη συλλογή “Ararat”, 1990)


Η Κόκκινη Παπαρούνα

Το τέλειο
δεν είναι να έχεις
μυαλό. Αισθήματα:
ω, τέτοια έχω∙ αυτά με
κυβερνούν. Έχω
έναν κύριο στον ουρανό
τον λένε ήλιο, κι ανοίγοντας
γιʼ αυτόν, του δείχνω
της καρδιάς μου τη φωτιά, φωτιά
σαν τη δική του παρουσία.
Τι άλλο θα μπορούσε
μια τέτοια δόξα να ʼναι
παρά μια καρδιά; Ω, αδελφοί και αδελφές μου,
πριν γίνετε άνθρωποι, παλιά,
υπήρξατε ποτέ σας, σαν εμένα; Αφήσατε ποτέ
τον εαυτό σας
νʼ ανοίξει έστω μια φορά
και ας μην άνοιγε ξανά ποτέ του;
Γιατί, για να ʼμαι ειλικρινής,
μιλάω τώρα
σαν κι εσάς. Μιλάω
γιατί είμαι κομμάτια.


The Red Poppy

The great thing
is not having
a mind. Feelings:
oh, I have those; they
govern me. I have
a lord in heaven
called the sun, and open
for him, showing him
the fire of my own heart, fire
like his presence.
What could such glory be
if not a heart? Oh my brothers and sisters,
were you like me once, long ago,
before you were human? Did you
permit yourselves
to open once, who would never
open again? Because in truth
I am speaking now
the way you do. I speak
because I am shattered.

(από τη συλλογή «The Wild Iris», 1992)




Στην αυλή ήταν μια μηλιά-
αυτό θα ήταν πριν
σαράντα χρόνια- πίσω της,
μόνο αγρολίβαδα. Σωροί
από κρόκο στο υγρό γρασίδι.
Στάθηκα στο παράθυρο:
τέλη Απρίλη. Λουλούδια ανοιξιάτικα
μες στην αυλή του γείτονα.
Πόσες φορές, αλήθεια, άνθισε το δέντρο
στα γενέθλιά μου,
τη μέρα εκείνη ακριβώς, ούτε
πιο πριν, ούτε μετά; Το αμετάβλητο
αντίβαρο στην αλλαγή, την μετεξέλιξη.
Η εικόνα αντίβαρο
στο ανυποχώρητο της γης. Τι
ξέρω εγώ γιʼ αυτό εδώ το μέρος,
τον ρόλο που το δέντρο είχε για δεκαετίες
τον πήρε ένα μπονσάι, φωνές
που ανεβαίνουν απʼ τα γήπεδα του τέννις-
Λιβάδια. Άρωμʼ από ψηλό χορτάρι, φρεσκοκουρεμένο.
Τι περιμένεις από λυρική ποιήτρια.
Κοιτάζουμε τον κόσμο μια φορά, στα παιδικά μας χρόνια.
Τα άλλα όλα είνʼ ανάμνηση.



There was an apple tree in the yard —
this would have been
forty years ago — behind,
only meadows. Drifts
of crocus in the damp grass.
I stood at that window:
late April. Spring
flowers in the neighbor’s yard.
How many times, really, did the tree
flower on my birthday,
the exact day, not
before, not after? Substitution
of the immutable
for the shifting, the evolving.
Substitution of the image
for relentless earth. What
do I know of this place,
the role of the tree for decades
taken by a bonsai, voices
rising from the tennis courts —
Fields. Smell of the tall grass, new cut.
As one expects of a lyric poet.
We look at the world once, in childhood.
The rest is memory.


(από τη συλλογή “Meadowlands”, 1996)




Η Θλίψη της Κίρκης

Με σύστησα, εν τέλει
Στη γυναίκα σου, σα μια
Θεά, στο ίδιο της το σπίτι, στην
Ιθάκη, σα μια φωνή
Χωρίς το σώμα: άφησʼ εκείνη
Το υφαντό, γύρισε το κεφάλι
Πρώτα δεξιά, ύστερʼ αριστερά
Αν και δεν είχʼ ελπίδα φυσικά
Να αποδώσει τη φωνή σε κάποια
Υπαρκτή πηγή: Εγώ αμφιβάλλω
Αν γυρίσει πια στον αργαλειό της
Με όσα ξέρει τώρα. Όταν
Την δεις ξανά, πες της πως
Έτσι αποχαιρετάει μια Θεά:
Αν στο μυαλό της είμαι δια παντός
Είμαι και στη ζωή σου δια παντός.


Circeʼs Grief

In the end, I made myself
Known to your wife as
A god would, in her own house, in
Ithaca, a voice
Without a body: she
Paused in her weaving, her head turning
First to the right, then left
Though it was hopeless of course
To trace that sound to any
Objective source: I doubt
She will return to her loom
With what she knows now. When
You see her again, tell her
This is how a god says goodbye:
If I am in her head forever
I am in your life forever.

(από τη συλλογή Meadowlands, 1996)




H Louise Glück γεννήθηκε το 1943 στη Νέα Υόρκη και μεγάλωσε στο Λονγκ Άιλαντ. Σήμερα ζει στο Κέιμπριτζ της Μασσαχουσέττης και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ.
Γράφει για την απογοήτευση, τη ματαίωση, την απώλεια, την απομόνωση, με τρόπο τόσο αποτελεσματικό, ώστε να την ονομάζουν «ζοφερή» ή «σκοτεινή» ποιήτρια. Έχει δε την ικανότητα να δημιουργεί μια ποίηση, την οποία μπορούν να την καταλάβουν οι πολλοί, να σχετισθούν μαζί της και να τη βιώσουν έντονα και ολοκληρωτικά. Η ικανότητά της αυτή θεωρήθηκε ότι πηγάζει από μια απατηλά άμεση γλώσσα που χρησιμοποιεί, η οποία προσεγγίζει αξιοσημείωτα τον συνήθη προφορικό λόγο. Ο ρυθμός της, ωστόσο, οι επαναλήψεις της, και οι ιδιωματικές αόριστες εκφράσεις της, δίνουν στη γλώσσα της ένα βάρος διαφορετικό από αυτό της καθομιλουμένης. (βλ. εδω: Βλ. http://www.poetryfoundation.org/bio/louise-gluck)

Είναι πολυβραβευμένη. Το 1992 της απονεμήθηκε το Βραβείο Πούλλιτζερ για τη συλλογή της «The Wild Iris», το 1999 το πολύ τιμητικό Βραβείο Μπόλλινγκεν του Πανεπιστημίου του Γέιλ για τη συλλογή της «Vita Nova». Το 2003 χρίσθηκε 12η «Poet Laureate» της Αμερικής. Στις 19 Νοεμβρίου 2014 της απονεμήθηκε το αμερικανικό «Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Ποίησης» για τη συλλογή της «Faithful and Virtuous Night».