C’est Viva!

Ένας ποιητής άνεργος
πάντα Κυριακή στην ίδια πλατεία
με το αλεξίσφαιρο παράστημα τα τιμαλφή
στον αγώνα υπέρ της ελευθερίας

Τον δούλο του ελάλησεν
Απ’ το τρύπιο του καπέλο στάζει η βροχή
αγόρασε καινούργιες μπότες
γενναιόδωρος πάνω στο δούρειο ίππο

Μα καθώς ο γλωσσοδαίδαλος
ο άνεμος με κλήτευσε
με τα αρχικά μου Α.Ε.Ρ.Α!
της Νίκης παραγγέλλω
τα καινοτόμα φτερά
από κέλβαρ και τιτάνιο
το απανθρακωμένο μου βλέφαρο, εγείρω υψηλά
και όλο μου το κορμί κραυγάζει
στα Σούσα Σατράπη!

Είναι δικό σου το χαλί
οι πορφυρίδες οι λιθόστρωτες
της παλαιάς Βουλής
Ναι! είμαι δικός μου όλος
Ένας ποιητής με κλάξον!
Bravo!
Και αν δεν το ξέρετε τα κοτσύφια
την άνοιξη τερερίζουν γαλλιστί
Ζήτω!
C’est moi la lumière et la Fête
C’est moi!
la doxologie de la libération

Εγώ είμαι το φώς και η γιορτή
Εγώ!
Η δοξολογία της απελευθέρωσης
Ένας ποιητής του δρόμου
mais un artiste!
μα καλλιτέχνης
με διαμέρισμα σε δημόσια θέα

à votre santé!

© ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΙΒΑΣ

Ωχ αμάν! τα Υπερκείμενα

Τόσο ευπραγείς, ευάρεστοι και ευαγείς
νεωστί προκόπτειν αρξάμενοι
Ενώ εγώ;
ξενάκι είμαι και θαʼρθώ
λαύρος ζηλωτής
οσφραινόμενος μασχάλες γυναικών
στα λουτρά των Αέρηδων
Οϊμέ! τέτοια ζωή, ικέτης και Βοιωτός

Λάιος, Laevus, Mr. Left!
Παρών!
Και κάθε σου μέρα, να είναι Παρόν
σε κάθε χτύπο της καρδιάς σου
σε όλο το μήκος των ετών
και Εγώ θα σε σώζω – κατάλαβες;

Ε! τι κάθεσθε πάνω στα καλώδια
και εσείς πουλιά, έχω ένα μήνυμα για σας
η φύσις δεν αναβάλλεται, βιαστείτε

Προς Αυτόν, προσβλέπουν οι αυθύπαρκτοι
προς Αυτόν και όσοι στερούνται αυτής
εξορισμένοι στον Χρόνο, το ακούσατε;

– δύσκολον γερόντιον υπόκωφον! –

Διαφυλάσσοντας μας στη Μνήμη του
αιώνια επιστρέφουμε

Εσάς γεωτρόνια, μηδενός εξαιρουμένου
εσάς περιστέρια του Long Island
σας καθιστώ μάρτυρες αυτής της συμφοράς μου
επιθυμώ και φέρομαι, δια χρυσών αλυσίδων

Κύριε δεν έχω βιογραφικό!
Τέρψη του ποδιού, χαρά του κυβολίθου
Ημεροδρόμος του ουρανού, του ήλιου κωπηλάτης
Φωταγωγημένος και μνησίκακος
σε όλη την μεγαλοπρέπεια του

Ούτε μια στάλα σύνταξης, υπέρ των αγάμων
θυγατέρων, δημοσίων υπάλληλων

Μόνο Πελασγικά, ηλιοκαμένα γράμματα
το ξύλο το θαμπό, της εκκλησιάς στασίδι
στα Κιμώνεια μνήματα πετώ μπιζέλια

Αποξυόμενος της οχλοβοής
οι πωλητές εναντίον των πολιτών
τα πνευστά και τα κρουστά
απʼ το γαλάζιο πιο ελαφρύς
άγγελος εξαγνισμένος από την αθωότητα του

step by step
γυμνός ανεβαίνει, ανεβαίνω τον Όλυμπον
την μια μέρα Σέργιος την άλλη Βάκχος
οιωνούς αναπέμποντας, έχει, δεν έχει;
Έχω την συναίνεση της Ουάσιγκτον!

Αρχαιότροπα ευωχούμενος παμπάλαιο κρασί
σαν ναʼμουν κάποιο χνούδι, γύρη λουλουδιών
που την διαφεντεύει ο άνεμος
πάνω σε στιλπνές, κυλιόμενες σκάλες
Χαίρετε

Ε! εσείς εκεί ψηλά, οι καλοπόδαροι!
Ωχ αμάν! Και αγάπη δεν θέλουν μόνο χαρά!

© ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΙΒΑΣ

Τα σονέτα του Moabit

Charlie, πως Charlie;
Έχοντας για μάτια
δυό φυγόκεντρους ναούς
κοιτώ εμένα νεκρό τριαντάφυλλο
σε ένα άδειο κουτί παπουτσιών

Και αν μέσα του χτυπά
η καρδιά μιας στριπτιζέζ της Αλαμπάμα
πως βρέθηκα εδω;
εν τω μέσω θαλαμηπόλων βλοσυρών

Λέω, από ένα λάθος χωροταξικό;
βιαίως προσαχθής στο λάκκο της απόγνωσης
η ταξιθέτης με νανούριζε με τον έρωτα
ενός υποβρυχίου και μιας φάλαινας
ανοιχτά του Κατάρ

Πως βρέθηκα εδώ
στο top Machal, στο Kreutzberg
από την θάλασσα της άγνοιας αναδυθείς
τον πυθμένα των περιστάσεων – το ομολογώ!
το μονοπάτι το στρυφνό ακολουθώντας
ως τα λευκά κελιά της μονής Παντάνασσας
η σκιά μου μαύρο κραγιόν σμιλεύει άδεια ντουβάρια
περιδινούμενος δερβίσης
πάνω σε μια βαλσαμωμένη πέτρα

Ω! Mawlana Sallalad
του μεθυσμένου ιδρώτα μου, τα χείλη
σταγόνα, δεν θα αφήσουν

Νasıl geldim burada; Υıldırım aşkı !

Και αν μιλάς με τους ανθρώπους
και γελάς, με τους αγγέλους
και σήμα δεν έχεις;
και αν μιλάς με τους αγγέλους και γελάς με τους ανθρώπους
και σώμα δεν έχεις, τι έχεις;

Πως Χάννα ;
πως βρέθηκα – εδώ προσηλωμένος
στις δημόσιες τουαλέτες, της πλατείας Συντάγματος
ως υπογράφων την βίβλο των επισκεπτών

Παρεμπιπτόντως, έχουν τα ζώα χειροτεχνήματα
το δικαίωμα να επιστατούν της γέννησης μου;
Οι Άγγλοι;
Ω! γυρίζει το carousel στο ρυθμό της ανάσας σου
σαν παλμογράφημα, κοίτα εγώ!

Σε μια δέσμη φωτός
μόρια σκόνης αιωρούμενα
πρωτόλεια παιχνιδίσματα του νου
στο διάβα του φτερωτού θεού
σκορπίσατε

Νasıl geldim burada;
Tamam! Tamam!

© ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΙΒΑΣ

*Νasıl geldim burada; Υıldırım aşkı !
(πως βρέθηκα εδω; κεραυνοβόλος έρωτας)

Jacques Brel
In the port of Amsterdam

Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
ένας ναύτης τραγουδά
με τα όνειρα που ξέβρασε
η ανοιχτή πλατιά θάλασσα

στο λιμάνι του Αμστερντάμ
υπάρχει ένα ναύτης που κοιμάται
σαν θλιμμένη σημαία στην ακροποταμιά
διπλά στη γέρικη ιτιά

στο λιμάνι του Αμστερντάμ
ένας ναύτης πεθαίνει
πλήρης μπύρας και κραυγών
παραλήρημα μέχρι εσχάτων

στο λιμάνι του Αμστερντάμ
στην αποχαύνωση του ζεστού πρωινού
ένας ναύτης γεννιέται
στο πρώτο φως της αυγής

στο λιμάνι του Αμστερντάμ
εκεί που όλα θα τα δεις
υπάρχει ένας ναύτης που τρώει
μόνο ψαροκέφαλα και μυρίζει τις ουρές

θα σας δείξει τα σαπισμένα δόντια του
που μπορούν να καταπιούν το φεγγάρι
μπορούν να τραβήξουν κουπί

και γκαρίζει στο μάγειρα
με τα χέρια ανοιχτή αγκαλιά
ακόμη, φέρε μου και άλλο ψάρι
άστο εδω δίπλα μου ή πάνω στα γόνατα μου

θέλει να ξεράσει μα τώρα
είναι πια αργά για δοκιμές
έτσι πετάγεται πάνω σκασμένος στα γέλια
τραβώντας το φερμουάρ, τις Κυριακές
είναι κλειστά στις μύγες τα μαγαζιά

στο λιμάνι του Αμστερντάμ
θα δεις ναύτες να χορεύουν
με τη χαρά στα σκέλια τους
και τις κοιλιές τους να ανεβοκατεβαίνουν
από γυναίκες που τροχίζουν τα σωθικά τους

έχουν ξεχάσει την μελωδία
και το λαρύγγι τους γεμάτο ουίσκι κρώζει
με βρυχηθμούς και χοντροκομμένα αστεία
νυχτερινή διάτρηση με κομπρεσέρ

και στριφογυρνούν και χορεύουν
και γελούν και γουστάρουν
μέχρι ο ταγκός ήχος του ακορντεόν να εκραγεί
και τότε με τα τσουλιά που σέρνουν
δίπλα από τους φανοστάτες στο σκοτάδι
κυλιούνται κάτω στο δρόμο και ο πόθος
στα παντελόνια τους φουσκώνει πανιά

στο λιμάνι του Αμστερντάμ
ένας ναύτης μεθυσμένος και πίνει
και πίνει και άλλη μια φορά
πίνει για τις πόρνες του Άμστερντάμ
που υποσχεθήκαν την αγάπη τους
σε χιλιάδες τόσους άλλους
που νοικιάζουν τα σώματα
και την χαμένη προ πολλού αρετή τους
για μερικά βρωμερά νομίσματα

και όταν πια δεν πάει άλλο
σηκώνει τη μύτη του στον ουρανό
ξεφυσώντας την – η καθαριότης
είναι η μισή του αρχοντιά
έξω φρενών σκυλοβρίζοντας
για μια αγάπη άπιστη
στο λιμάνι του Αμστερντάμ
στο λιμάνι του Αμστερντάμ

ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΙΒΑΣ
ελεύθερη μετάφραση

* η πλαγιογραφή των κειμένων είναι προσθήκη στίχων που δεν ανήκουν στο αυθεντικό σώμα των ποιημάτων, για χάρη της συγκεκριμένης < στο Ποιείν> ανάρτησης και μόνο

© ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΙΒΑΣ