Ραδιόφωνο Ποιείν

Leoš Janáček, «Από το σπίτι των πεθαμένων», 1928

 

 

 

Το έργο αποτελεί διασκευή των «Αναμνήσεων από το σπίτι των νεκρών» του Ντοστογιέφσκι, την περιγραφή του καιρού που πέρασε εξόριστος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία. Στα 90 λεπτά της η όπερα του Γιάνατσεκ αναβιώνει έναν κόσμο απόγνωσης.

 

`

**************************************************

Απόσπασμα από το βιβλίο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων»

σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου

`

ΣTIΣ AΠOMAKPEΣ ΓΩNIEΣ της Σιβηρίας, ανάμεσα στις στέπες, τα βουνά ή τ’ αδιάβατα δάση, συναντάει κανείς πού και πού κάτι μικρές ασήμαντες πολιτείες, με χίλιους, το πολύ δυο χιλιάδες κατοίκους, με δύο εκκλησίες –η μια μέσα στην πόλη κι η άλλη στο νεκροταφείο– πολιτείες που μοιάζουνε περισσότερο μ’ ένα κεφαλοχώρι κοντά στη Μόσχα. Συνήθως είναι με το παραπάνω εφοδιασμένες με αρχιαστυνόμους, με παρέδρους κι όλους τους άλλους κατώτερους υπαλλήλους. Γενικά, αν και στη Σιβηρία κάνει κρύο, ο κάθε μικροζεστοθεσούλης το βρίσκει εξαιρετικά ευχάριστο να υπηρετεί εκεί πέρα. Γιατί εκεί ζούνε άνθρωποι απλοί, χωρίς φιλελεύθερες τάσεις. Oι συνήθειες είναι παλιές, γερές και οι αιώνες όχι μόνο δεν τις άλλαξαν, αλλά τις καθαγιάσανε κιόλας. Oι υπάλληλοι –που με το δίκιο τους παίζουνε το ρόλο των ευγενών της Σιβηρίας– είναι ή ντόπιοι ριζωμένοι Σιβηριανοί ή όσοι ήρθανε απ’ τη Ρωσία, απ’ τις μεγαλουπόλεις οι περισσότεροι, γιατί τους τράβηξαν οι έκτακτοι μισθοί, τα διπλά οδοιπορικά κι οι δελεαστικές ελπίδες για το μέλλον. Όσοι απ’ αυτούς ξέρουν να λύσουν το πρόβλημα της ζωής, μένουν σχεδόν πάντα στη Σιβηρία και μ’ απόλαυση ριζώνουν εκεί. Και πάντα προκόβουν. Μα οι άλλοι, οι επιπόλαιοι, κι όσοι δεν ξέρουν να λύσουν το πρόβλημα της ζωής, σύντομα νιώθουν πλήξη στη Σιβηρία και ρωτάνε θλιβερά τον εαυτό τους: «γιατί κουβαληθήκαμε εδώ πέρα;» Αυτοί περιμένουν μ’ ανυπομονησία να τελειώσει το τρίχρονο συμβόλαιο της υπηρεσίας τους κι όταν τελειώσει, αμέσως φροντίζουν για τη μετάθεσή τους και γυρίζουν στο σπιτάκι τους βρίζοντας και κοροϊδεύοντας τη Σιβηρία. Δεν έχουν δίκιο: Όχι μονάχα απ’ την άποψη της υπηρεσίας, μα κι από πολλές άλλες απόψεις αν εξετάσει κανείς το πράμα, φτάνει στο συμπέρασμα πως μπορεί να ζήσει κανείς θαυμάσια εκεί. Το κλίμα είναι υπέροχο. Υπάρχουν πολλοί αξιοπρόσεχτοι και φιλόξενοι μεγαλέμποροι, υπάρχουν πολλοί Ευρωπαίοι και αρκετοί πλούσιοι. Oι δεσποινίδες ανθίζουν σαν τα τριαντάφυλλα κι είναι ηθικές ως εκεί που δεν παίρνει. Το κυνήγι πετάει μέσα στους δρόμους και πέφτει μόνο του πάνω στον κυνηγό. Η κατανάλωση της σαμπάνιας φτάνει σε αμέτρητες ποσότητες. Το χαβιάρι είναι θαυμαστό. Η συγκομιδή σε μερικά μέρη είναι δεκαπέντε προς ένα. Γενικά μια γης ευλογημένη. Φτάνει μονάχα να ξέρεις να την εκμεταλλευτείς. Στη Σιβηρία ξέρουν και την εκμεταλλεύονται.

Σε μια απ’ αυτές τις εύθυμες κι ευχαριστημένες με τον εαυτό τους πολιτείες, με τον πιο αξιαγάπητο πληθυσμό, που η θύμησή τους θα μείνει για πάντα στην καρδιά μου, συνάντησα τον Αλέξαντρο Πετρόβιτς Γοριάντσικοβ.

Διαβάστε περισσότερα