Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Μαρία Παπαθανασίου, «Moυσική της Ανατολής – O ξεπεσµένος δερβίσης»

Από την πτυχιακή εργασία, «∆ιαπολιτισµική µουσική εκπαίδευση  και λογοτεχνία», Τµήµα Μουσικής Επιστήµης και Τέχνης του Πανεπιστηµίου Μακεδονίας, 2008

`

Στο έξοχο διήγηµα του Αλέξανδρου Παπαδιαµάντη Ο ξεπεσµένος ∆ερβίσης, ο
κεντρικός ήρωας είναι ένας άνθρωπος ανατολίτικης καταγωγής, ο οποίος βρίσκεται
στην Αθήνα. Είναι πολύ µόνος και η µοναδική του συντροφιά είναι το νέι4 του. Οι
κάτοικοι της πόλης τον αντιµετωπίζουν σαν ξένο. Τα ρούχα και η εµφάνισή του είναι
διαφορετικά, ακόµη και τα τραγούδια που παίζει µε το νέι του διαφέρουν πολύ από τα
ακούσµατα των υπολοίπων.
Η πρώτη περιγραφή του δερβίση γίνεται όταν τον συναντάει ένας σαλεπτσής:

`
«Υψηλή µορφή, µε λευκόν σαρίκι, µε µαύρην χλαίναν και χιτώνα χρωµατιστόν, είχε
σταθεί ενώπιον του σαλεπτσή. […] ∆εν είχε γνωρίσει [ο σαλεπτσής] τον άνθρωπον,
αλλά το ένδυµα. Κάθε άλλος θα τον εξελάµβανεν ως φάντασµα. Αλλ’αυτός δεν
επτοήθη. Ήτο απ’εκείνα τα χώµατα» (Παπαδιαµάντης, 2004: 12, 14).

`
Στη συνέχεια του διηγήµατος, ο Παπαδιαµάντης αφηγείται:

`
Είχεν αναφανή. Πότε; Προ ηµερών, προ εβδοµάδων. Πόθεν; Από την
Ρούµελην, από την Ανατολήν, από την Σταµπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορµής;
Ποίος;
Ήτον ∆ερβίσης; Ήτον βεκτασής, χόντζας, ιµάµης; Ήτον ουλεµάς,
διαβασµένος; Υψηλός, µελαψός, συµπαθής, γλυκύς, άγριος. Με το σαρίκι του, µε
τον τσουµπέν του, µε τον δουλαµάν του.
Ήτο εις εύνοιαν, εις δυσµένειαν; Είχεν ακµάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθή;
Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσµος είναι σφαίρα και γυρίζει..

Εκείνην την βραδειάν τον είχε προσκαλέσει µία παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι
αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας απ’αυτούς έβαλλε γιουβέτσι
κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν.
Ήτον λοταρτζής κ’ εκέρδιζε δέκα ή δεκαπέντε δραχµάς την ηµέραν. Τι να τας
κάµη; Τους έβαλλε γιουβέτσι και τους εφίλευε. Ήσαν λοτοφάγοι, µε όµικρον και
µε ωµέγα.
Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Ο ∆ερβίσης δεν έπινε κρασί, έπινε
µαστίχαν. ∆ερβισάδες ήσαν κι αυτοί. Του είπαν να τραγουδήσει. Ετραγούδησε.
Του είπαν να παίξη το νάϊ. Έπαιξε.
∆εν τους ήρεσε. Ω, αυτός δεν ήτον αµανές.
∆εν ήτον, όπως τον ήξευραν αυτοί. Αλλ’ο ∆ερβίσης τους έλεγε τον καθ’αυτό
αµανέν (Παπαδιαµάντης, 2004: 14,16).

`
Τα παιδιά που διαβάζουν αυτό το διήγηµα διαπιστώνουν από την αρχή ότι έχουν
να κάνουν µε έναν άνθρωπο διαφορετικό. Ή µάλλον διαφορετικό για τους κατοίκους
της Αθήνας. Γιατί προφανώς, στη χώρα του δεν θα θεωρούνταν διαφορετικός.
Στην περιγραφή του συνδυάζονται επίθετα όπως γλυκύς και άγριος. Είναι ένας
ήρωας µοναχικός και συνάµα πολύ συµπαθής. Πηγαίνει εκεί που τον καλούν, αλλά οι
άνθρωποι δεν µπορούν να εκτιµήσουν τη µουσική του, δεν µπορούν να την
απολαύσουν. Κι αυτό γιατί δεν είναι σαν αυτή που έχουν συνηθίσει να ακούν, είναι
διαφορετική. Αυτή η µουσική είναι, όµως, η πραγµατική, η αυθεντική, ο «καθ’ αυτός
αµανές».
Μ’ αυτό τον τρόπο, µέσα από το διήγηµα, δίνεται στα παιδιά η ευκαιρία να
αντιληφθούν πόση σηµασία έχει να δέχονται και να εκτιµούν τις µουσικές των άλλων
λαών και τις πολιτιστικές τους ιδιαιτερότητες. Μπορεί µε το πρώτο άκουσµα να τους
φανούν περίεργες. Στη συνέχεια, όµως, και κυρίως αν γνωρίσουν ολόκληρο τον
πολιτισµό της χώρας και αντιληφθούν τις αιτίες που δηµιούργησαν αυτή τη µουσική,
τις επιδράσεις που δέχτηκε, τις συνθήκες µέσα στις οποίες εξελίσσεται, θα µπορέσουν
να την απολαύσουν και πιθανόν να την αγαπήσουν.

Διαβάστε περισσότερα