Αναγνώσεις

Anna Burns, «Ο Γαλατάς», (Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου), εκδ. Gutenberg, 2019

Η μέρα ποὺ ὁ Τάδε ΜακΤάδε μοῦ ᾽χωσε τὸ πιστόλι στὸ στῆθος καὶ μὲ εἶπε παλιοκόριτσο καὶ ϕοβέρισε ὅτι θὰ μοῦ τὴν ἀνάψει, ἦταν ἡ ἴδια μέρα ποὺ σκοτώθηκε ὁ γαλατάς. Τὸν εἶχε πυροβολήσει κάποια ἀπὸ τὶς στρατιωτικὲς περιπόλους κι ἐμένα καθόλου δὲν μ᾽εἶχε πειράξει ποὺ εἶχαν πυροβολήσει αὐτὸν τὸν ἄντρα. ῎αλλους ὅμως τοὺς πείραξε· καὶ κάποιοι ἀπ ᾽αὐτοὺς μὲ ἤξεραν, δὲν γνωριζόμασταν ἀλλὰ μὲ «εἶχαν ἀκουστὰ» ὅπως λέμε – μπορεῖ νὰ μὴ μὲ ἤξεραν ἐμένα, δηλαδή, ἀλλὰ ἤξεραν γιὰ μένα, ἤξεραν γιὰ μένα ἐπειδὴ μιλοῦσε ὁ κόσμος γιὰ μένα, κυκλοϕορούσανε λόγια γιὰ μένα, λόγια ποὺ τά ᾽χανε ἀρχίσει αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ἢ μᾶλλον ὁ πρῶτος γαμπρός, πὼς εἶχα νταραβέρι μ᾽αὐτὸν τὸν γαλατὰ κι ὅτι ἐγὼ ἤμουνα δεκαοχτὼ κι αὐτὸς σαράντα ἕνα. ῎ηξερα πόσων χρονῶν ἦταν, ὄχι ἐπειδὴ τὸν πυροβόλησαν κι ἐπειδὴ τὴν εἶπαν τὴν ἡλικία του στὶς εἰδήσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶχε γίνει κουβέντα γι᾽αὐτὸ καὶ νωρίτερα, μῆνες πρὶν τὸν σκοτώσουν, τὸ λέγανε αὐτο. Δικό μου ἦταν τὸ λάθος, ϕαίνεται, δικό μου τὸ ϕταίξιμο γι᾽αὐτὸ τὸ νταραβέρι μὲ τὸν γαλατά. ᾽αλλὰ δὲν εἶχα νταραβέρι μὲ τὸν γαλατά. Δὲν μοῦ ἄρεσε ὁ γαλατὰς κι εἶχα ϕοβηθεῖ κι εἶχα ταραχτεῖ ποὺ μοῦ κολλοῦσε καὶ μὲ κυνήγαγε νὰ ξεκινήσει νταραβέρι μαζί μου. Οὔτε ὁ πρῶτος γαμπρὸς μοῦ ἄρεσε. ῏ηταν ψυχαναγκαστικὸς κι ἔβγαζε ἀπὸ τὸ μυαλό του διάϕορα γιὰ τὰ ἐρωτικὰ τῶν ἄλλων. Γιὰ τὰ δικά μου ἐρωτικά. ῞Οταν ἤμουνα μικρή, ὅταν ἤμουνα δώδεκα, ὅταν ἐμϕανίστηκε στὸ πλευρὸ τῆς μεγαλύτερης ἀδερϕῆς μου, τότε ποὺ ἐκείνη τὰ χάλασε μὲ τὸν μόνιμο δεσμό της ἐπειδὴ τὸν ἔπιασε νὰ τὴν ἀπατάει, αὐτὸς ὁ καινούργιος ἄντρας τὴν ἄϕησε ἔγκυο καὶ παντρεύτηκαν στὸ ἅψε σβῆσε. ῎Εκανε λοιπὸν διάϕορα πονηρὰ σχόλια γιὰ μένα ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ μὲ συνάντησε –γιὰ τὴν παραξενιά μου, τὴν ἀλογοουρά μου, τὸ πραματάκι μου, τὸ παραξενάκι μου, τὸ κουτάκι μου, τὸ βαζάκι μου, τὴν ἀναποδιά μου, τὰ κρυϕά μου– καὶ χρησιμοποιοῦσε λέξεις, λέξεις μ᾽ἐρωτικὸ νόημα, ποὺ δὲν τὶς καταλάβαινα. ῎ηξερε ὅτι δὲν τὶς καταλάβαινα· ἤξερε ὅμως ὅτι καταλάβαινα ἀρκετὰ ὥστε νὰ πιάνω πὼς ἦταν ἐρωτικές. Κι αὐτὸ τὸν εὐχαριστοῦσε. Τριάντα πέντε ἦταν. Δώδεκα μὲ τριάντα πέντε. Κι αὐτὰ εἴκοσι τρία χρόνια διαϕορά. ῎

Εκανε λοιπὸν τὰ σχόλιά του κι ἔνιωθε πὼς εἶχε κάθε δικαίωμα νὰ κάνει τὰ σχόλιά του κι ἐγὼ δὲν ἔλεγα τίποτα, ἐπειδὴ δὲν ἤξερα πῶς νὰ ϕερθῶ σ ᾽αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Δὲν ἔκανε ποτὲ τὰ σχόλιά του ὅταν ἦταν μπροστὰ ἡ ἀδερϕή μου. Πάντα ὅταν ἔβγαινε ἐκείνη ἀπὸ τὸ δωμάτιο, σὰν νὰ τοῦ πάταγες ἕνα διακόπτη μέσα του. ῾υπῆρχε κάτι θετικὸ πάντως: ἡ ϕυσική του παρουσία δὲν μοῦ προκαλοῦσε ϕόβο. Τὶς μέρες ἐκεῖνες, σ ᾽ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἡ βία ἦταν τὸ μέτρο ὅλων γιὰ νὰ κρίνουν τοὺς γύρω τους καὶ τό ᾽βλεπα μὲ τὴν πρώτη ματιὰ ὅτι αὐτὸ δὲν τό ᾽χε, δὲν εἶχα νὰ ϕοβηθῶ τίποτα τέτοιο ἀπὸ τοῦ λόγου του. Παρ᾽ὅλ᾽αὐτά, ἡ ἁρπακτική του ϕύση μ᾽ἔκανε κάθε ϕορὰ νὰ παγώνω. ῞Ενα σίχαμα ἦταν, κι ἡ ἀδερϕή μου εἶχε τὰ χάλια της, ἔγκυος κι ἀκόμα ἐρωτοχτυπημένη μὲ τὸν μόνιμο δεσμό της, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ πιστέψει πὼς τῆς εἶχε κάνει τέτοιο χουνέρι, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ χωρέσει τὸ μυαλό της πὼς εἶχε πάψει νὰ τὴ θέλει, γιατὶ αὐτὸ εἶχε συμβεῖ. Τώρα νταραβεριζότανε μὲ ἄλλη. ῾η ἴδια λοιπὸν τὸν ἄντρα δίπλα της δὲν τὸν ἔβλεπε, τὸν μεγαλύτερο ἄντρα ποὺ εἶχε παντρευτεῖ· ἀλλὰ ἦταν ἀκόμα πολὺ νέα καὶ πολὺ δυστυχισμένη καὶ πολὺ ἐρωτευμένη –ἁπλὰ ὄχι μ᾽αὐτόν, μὲ κάποιον ἄλλο– γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τὰ βγάλει πέρα μαζί του. σταμάτησα νὰ πηγαίνω σπίτι της, κι ἂς στενοχωριόταν, ἐπειδὴ δὲν ἄντεχα τὰ λόγια του καὶ τὸ ὕϕος του. ῞Εξι χρόνια στὴ σειρὰ δὲν σταμάτησε νὰ κολλάει σ ᾽ἐμένα καὶ στὶς ἄλλες μεγάλες μου ἀδερϕές, κι ἐμεῖς οἱ τρεῖς –εὐθέως, πλαγίως, εὐγενικά, ἄγρια– νὰ τὸν διώχνουμε, καὶ τὸν ἕκτο χρόνο ἐμϕανίστηκε ἀπ ᾽τὸ πουθενὰ ὁ γαλατάς, ἔκανε τὴν ἐμϕάνισή του στὴ σκηνή, ἀκάλεστος κι αὐτός, ἀλλὰ πολὺ πιὸ τρομακτικός, πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνος. Δὲν ἤξερα τίνος γαλατὰς ἦταν. Δικός μας δὲν ἦταν. Δὲν ἔπαιρνε παραγγελίες γιὰ γάλα. Δὲν εἶχε γάλα. Δὲν πήγαινε γάλα στὰ σπίτια. Δὲν ὁδηγοῦσε ϕορτηγάκι ϕορτωμένο γάλα. ῾Οδηγοῦσε αὐτοκίνητα, διάϕορα αὐτοκίνητα, συχνὰ ϕανταχτερὰ αὐτοκίνητα, ἂν καὶ ὁ ἴδιος στὸ παρουσιαστικό του δὲν ἦταν ἔτσι. Γι᾽αὐτὸ κι ἐγὼ δὲν τὸν πρόσεξα παρὰ μόνον ὅταν ἄρχισε νὰ σταματάει μπροστά μου μ᾽αὐτὰ τ ᾽αὐτοκίνητα.

Διαβάστε περισσότερα