Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Uncategorized

Uncategorized

Uncategorized

Alfonsina Storni (Aργεντινή,1892-1938), Δέκα Ερωτικά Ποιήματα (μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας)

Ι

Τελείωνε ο Νοέμβρης  όταν σε βρήκα. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος και τα δέντρα καταπράσινα. Εγώ λαγοκοιμόμουν για ώρα, κουρασμένη απ’ το να σε περιμένω, πιστεύοντας πως δεν θα  ερχόσουν  ποτέ.

Σε όλους έλεγα: κοιτάχτε το στήθος μου-βλέπετε;- η καρδιά μου πάει να μαραθεί, πεθαμένη, άκαμπτη. Και σήμερα, λέω: δείτε το στήθος μου: η καρδιά μου είναι κόκκινη, γεμάτη χυμούς και θαύματα.

 

`

*

ΙΙ

Ποιος είναι αυτός π’ αγαπώ; Ποτέ δεν θα το μάθετε. Με κοιτάτε στα μάτια για να το ανακαλύψετε και δεν βλέπετε τίποτα παραπάνω απ’ την λάμψη της έκστασης. Εγώ θα τον κλείσω μέσα μου για να μη φανταστείτε ποτέ ποιος είναι μες την καρδιά μου, και δικός μου θα γίνει, σιωπηλά, ώρα με την ώρα, μέρα με την μέρα, χρόνο με τον χρόνο.  Τα άσματα μου σας δίνω, όμως δεν δίνω το όνομα του. Εκείνος  μέσα μου ζει όπως ένας νεκρός στο μνημούρι του,  δικός μου ολότελα, μακριά από την περιέργεια, την αδιαφορία και τον φθόνο.

`

*

ΙΙΙ

Το πρωινό ετούτο, ενώ ξαπόσταινα, απ’ το σπίτι μου πέρασες. Με το βήμα αργό  και την ανάσα σου πνίγοντας, μη τυχόν με ξυπνήσεις, γλιστρώντας πέρασες πολύ κοντά στο μπαλκόνι μου.

Αφημένη ήμουν στον ύπνο,  όμως στα όνειρα μου σε είδα να περνάς σιωπηλός: κάτωχρος ήσουνα και  θλιμμένα με θωρούσαν τα μάτια σου, όπως την τελευταία φορά που σε είδα.

Όταν ξύπνησα,  λευκά νεφελώματα τρέχανε πίσω σου, να σε προφτάσουν.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Γιώργος Χριστοδουλίδης, «Μυστικοί άνθρωποι», εκδ. Κύμα, 2019

 

 

 

Η περίπτωση της λέξης πάντα στη λίμνη Τάμπο

 

Ένα κέδρο κλαίει στις όχθες της παγωμένης λίμνης Τάμπο

κοιτάζει απελπισμένα τη λίμνη και κλαίει
από τα κλαδιά του στάζουν αναφιλητά
ανατριχιάσματα σχηματίζονται στην επιφάνεια της λίμνης
η λίμνη τα επιστρέφει ως ευμετάβλητους ανασασμούς λυγμών
το κέδρο περισσότερο αναστατώνεται
η λίμνη βουρκώνει, οι πάγοι τρίζουν.
Ένα κέδρο κλαίει στις όχθες της λίμνης Τάμπο
επειδή κάποτε ήταν άνδρας που έχασε το φύλο του, το όνομά του
επειδή η λίμνη ήταν η γυναίκα που αγάπησε
αλλά είχε έρθει η ώρα oι άνθρωποι να μετατραπούν
αφού πρώτα απωλέσουν το φύλο τους
να γίνουν δέντρα, να γίνουν λίμνες
οι πιο σκληροί να γίνουν βουνοκορφές
αυτοί με τις πιο αποπνικτικές μελωδίες
να λιώσουν μέσα στους ωκεανούς
κι οι πιο χοντρόπετσοι υποστήλια και τοιχώματα ορυχείων
και κανείς πια δεν θα συναντά κανένα
αλλά και κανείς δεν θα μπορεί να βλάψει κανένα
ούτε θα μπορούν σε περιόδους μεγάλης οδύνης
να παρηγορούν ο ένας τον άλλο
για την απώλεια του φύλου, για τη διαρροή της μορφής
όπως τώρα
το κέδρο που κλαίει
η λίμνη που θέλει
ανήμποροι να πλησιαστούν
με την αμετακίνητη λέξη πάντα
ανάμεσά τους.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

«Το Έπος του Ελ Σιντ» [Εισαγωγή – Πρωτότυπο Κείμενο – Μετάφραση – Σχόλια: Ιωάννης Κιορίδης, Στέργιος Ντέρτσας, Αλμπέρτο Μοντανέρ], εκδ. ρώμη, 2019

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΡΩΤΟ : ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ

 

1

 

Μες στα βουβά του δάκρυα κλαίγοντας με οδύνη, [1]

δεν έπαυε να τα θωρεί, στρέφοντας το κεφάλι. [2]

Είδε τις πόρτες ανοιχτές, ξεκλείδωτα παράθυρα, [3]

ολόγυμνες κρεμάστρες, χωρίς μανδύες και χιτώνες,

φευγάτα απ’ τις κούρνιες, γεράκια και σαΐνια. [4]                                                     5

Ξεφύσηξε ο Μίο Σιντ, τον τσάκιζε ο πόνος,

αλλά καλά και μετρημένα ο Μίο Σιντ τα είπε: [5]

«Ευχαριστώ Σε, Κύριε, Ουράνιε Πατέρα!

Αυτό μου εξυφάνανε οι μοχθηροί εχθροί μου!». [6]

 

2

 

Φτερνοκοπώντας φύγανε, τα χαλινά χτυπώντας.                                                    10

Στην έξοδο του Βιβάρ, δεξιά τους, κουρούνα εμφανίζεται [7]

και μπαίνοντας στο Μπούργος, αριστερά τούς βγαίνει. [8]

Τους ώμους σήκωσε ο Σιντ, κουνάει το κεφάλι:

«Χαράς Ευαγγέλια, Άλβαρ Φάνιεθ, είμαστε πια εξόριστοι!». [9]

 

 

3

 

Ο Μίο Σιντ Ρούι Ντίαθ στο Μπούργος εισελαύνει, [10]                                           15

εξήντα είν’ τα λάβαρα που ’χει στη συνοδειά του. [11]

Γυναίκες, άντρες βγαίνουνε για να τον αντικρίσουν,                                              16b

οι κάτοικοι του Μπούργος επάνω στα μπαλκόνια,

κλαίγοντας όλοι σιωπηλά, τόση ήταν η oδύνη τους,

και βγαίνει από το στόμα τους μια μοναχά κουβέντα:

«Κύριε, τι καλός θα ήταν υπηρέτης, αν κύρη είχε άξιο!». [12]                                  20

 

4

 

Θα τον καλούσαν με χαρά, όμως, κανείς δεν το τολμά:

του ρήγα Αλφόνσο η μάνητα δε λέει να κοπάσει. [13]

Εψές το βράδυ έφτασε το γράμμα του στο Μπούργος [14]

με χίλιες προφυλάξεις κι επίσημες σφραγίδες:

στον Μίο Σιντ Ρούι Ντίαθ, στέγη κανείς μην τύχει και του δώσει,                        25

κι όποιος τολμούσε, ας ήξερε μιαν απειλή βαριά,

πως θα ’χανε τα υπάρχοντα, τα μάτια του προσώπου

κι ακόμα ακόμα θα ’χανε το σώμα του και την ψυχή.

Θλίψη μεγάλη βάρυνε όλους τους Χριστιανούς,

από τον Σιντ κρυβόντουσαν, κουβέντα δεν του λένε.                                            30

Κινάει τότε ο Μαχητής να πάει στο κονάκι του, [15]

γερά αμπαρωμένη την πόρτα βρίσκει φτάνοντας,

ο φόβος προς τον ρήγα έτσι το επιβάλλει:

η πόρτα δε θα άνοιγε, εχτός κι αν έσπαγε με βία.

Του Μίο Σιντ οι άντρες καλούν με τρανταχτές φωνές                                            35

τους από μέσα που, βουβοί, δε λεν να βγάλουν άχνα.

Φτερνοκοπά ο Μίο Σιντ, στη θύρα κοντοζύγωσε,

το πόδι απ’ τον κρίκο το τραβά και ρίχνει μια κλωτσιά· [16]

η πόρτα αντιστέκεται, γερά είναι σφαλισμένη.

Κόρη εννιάχρονη τον απαντά κι ασάλευτη στέκει εμπρός του:                             40

«Μαχητή, ευλογημένη η ώρα π’ αδράξατε σπαθί! [17]

Τ’ απαγορεύει ο ρήγας, χθες βράδυ φτάσαν τα μαντάτα του

με χίλιες προφυλάξεις κι επίσημες σφραγίδες.

Μην τύχει και ανοίξουμε και μέσα να σας βάλουμε,

αλλιώς τα πάντα χάνουμε, σπίτια και αγαθά, [18]                                                      45

κι ακόμη θε να χάσουμε τα μάτια του προσώπου.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Τρία Ποιήματα

ΑΓΟΡΑΣΜΕΝΗ ΦΗΜΗ

Η αγορασμένη μου φήμη
πλέχτηκε από διδασκάλους των Γραφών
από γλώσσες διχαλωτές
ύφανση χαλαρή
προέβλεψε κενά για τα επιφωνήματα.
Χειμώνας μόνος
πληθωρικά καλοκαίρια
ξοδεμένος χρόνος
ονειρικοί χάρτες ναρκών
ξεφεύγοντας από τούς εφιάλτες
πρώτη συνάντηση
με τη σιωπή
που δεν μιλάει
χτενίζει τα μαλλιά της
μετά τα απλώνει σε μια
νεροτριβή θορύβων.
Θέλω να αγοράσω όλη τη σιωπή τού κόσμου
να τη φορέσω πάνω από τα επιφωνήματα
να μη ντρέπομαι για τη γύμνια
μιάς ασταθούς ισορροπίας
Θέλω να αγοράσω τη σιωπή
ρευστή ακόμα
και να περιχύσω τούς διδασκάλους των Γραφών
Θέλω να σφραγίσω τα Σόδομα και Γόμορρα τού Λόγου.
Να περνώ κάθε πρωί από μέσα τους
στο δρόμο για τη δουλειά
χειροκροτητές
αγάλματα με στοιχειωμένους συλλογισμούς
στο κεφάλι
και να τούς επιστρέφω καθημερινά και λίγα από τα επιφωνήματα τους.
Θέλω να αγοράσω τη σιωπή ζεστή ακόμα
και αν δεν καταφέρω ένα πλήγμα
ένα διάλειμμα, μια διαίρεση στη μέρα
τουλάχιστον για ένα λεπτό σιγής θα φτάσει
και από κει να ξεκινήσω.
Θέλω να αγοράσω τη σιωπή
μα όπως άκουσα δεν αγοράζεται πια
την κλέβεις νύχτες αν την ποθείς
όταν οι φύλακες παραδίδονται στα λόγια.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), «Το Πάσχα στον Πίνδο»

Όλο το χειμώνα ο Πίνδος μένει βουβός, ήσυχος δεν ακούγεται καθόλου. Νομίζει κανείς, πως κοιμάται κάτω απ’ το παχύ κάτασπρο πάπλωμα των χιονιών, βυθισμένος σ’ έναν ύπνο ολοκλήρων μηνών.
Οι κάτοικοι των χωριών, που οι μισοί απ’ αυτούς είναι τσοπάνηδες, κατεβαίνουν τότε μαζί με τις οικογένειές τους στα χειμαδιά. Απ’ όσους μένουν εκεί, οι άνδρες, επειδή δεν έχουν καμιά δουλειά πάνω στις άγονες κορυφές του, ξενιτεύονται σε χώρες μακρινές, για να εξοικονομήσουν τα αναγκαία της ζωής.
Μένουν λοιπόν εκεί μερικοί γέροντες, απόστρατοι της βιοτικής πάλης, που ταράσσουν με τις πολύλογες συζητήσεις των τη μονότονη ερημιά των μεσοχωριών και τη σιγαλιά των χαγιατιών της κάθε εκκλησιάς, καθώς και αρκετές γυναίκες και κοπέλες.
Αυτές κάθονται κλεισμένες μέσα στα σπίτια τους, γνέθουν τα μάλλινα υφάσματα τους, λένε τη νύχτα παραμύθια γύρο απ’ τη φωτιά και στον ύπνο τους ονειρεύονται το γυρισμό των καλών των.
Ώσπου έρχεται η άνοιξη… Ώσπου πλησιάζει το Πάσχα, η χαριτωμένη Λαμπρή…

Τότε παύουν οι μπόρες κι οι κακοκαιρίες. Ο ουρανός αλαφρώνεται απ’ τα πυκνά σύγνεφα και το πλάτος του ανοίγεται καθαρό, καταγάλανο. Ο ήλιος ανατέλλει στον ορίζοντα θερμός και ζωογόνος. Λειώνουν τα χιόνια στα χαμηλώματα του Πίνδου, και τα νερά σχηματίζουν μεγάλα, θολά κι ορμητικά ρέματα.

Στα σπλάχνα της γης ξυπνά το μικρό χόρτο και φουντώνει το λουλουδάκι από τα ζεστά του ήλιου φιλιά. Μόνον οι κορυφές λαμποκοπούν ακόμα κατάλευκες και παγωμένες.

Τότε αρχίζει να ξυπνά κι ο Πίνδος. Η καρδιά του πυρώνεται και ξεπαγώνει η φωνή του. Οι γέροντες των χωριών του κατεβαίνουν συχνότερα στα μεσοχώρια και στα χαγιάτια των εκκλησιών, τα πρόσωπά τους παίρνουν φαιδρή όψη κι οι συζητήσεις τους ζωηρότερο ύφος.

Οι γυναίκες κι οι κοπέλες δεν κλείνουν πια ορμητικά τα παράθυρα και τις πόρτες των σπιτιών. Παρατούν κάπου – κάπου το μελαγχολικό αργαλειό και πιάνουν τ’ ανοιχτά λιακωτά, με τη ρόκα στη μασχάλη και με το τραγούδι στα χείλη τους, το τραγούδι της ελπίδας, του γυρισμού των ξενιτεμένων τους.

Κι αυτοί, αφού γεμίσουν τα πορτοφόλια τους με παράδες, αφήνουν πια την ξενιτειά και ξεκινάνε για την πατρίδα τους, για το σπίτι τους, για τον Πίνδο.

Διαβάστε περισσότερα