Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Uncategorized

Uncategorized

Uncategorized

Francis Bacon, «Παραμορφώσεις», Θέατρο ΠΚ [5/3- 27/3]

 

Bασισμένο στο βιβλίο «Η ωμότητα των πραγμάτων – Συζητήσεις με τον Φράνσις Μπέικον»

του David Sylvester (Εκδόσεις Άγρα, 2009)

 

 

Με άξονα τις θέσεις του Francis Bacon, η παράσταση/performance «Francis Bacon “Παραμορφώσεις”», επιχειρεί να μας μεταφέρει στο εργαστήρι του ζωγράφου και να προσεγγίσει, μέσα από θεατρικά εικαστικά τοπία, το καλλιτεχνικό και το φιλοσοφικό έργο του σπουδαίου καλλιτέχνη.

 

Με τη σύμπραξη καλλιτεχνών από διάφορους χώρους, δημιουργείται η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του εργαστηρίου και ο θεατής καλείται να γίνει συνοδοιπόρος στην αισθητική αναζήτηση και μάρτυρας της δημιουργικής διαδικασίας. Με κυρίαρχο το στοιχείο της δόμησης και της αποδόμησης που χαρακτηρίζει το έργο του Bacon, η παράσταση ακροβατεί ανάμεσα στην εικονοπλασία και το κείμενο, συνδυάζοντας τη ροή και τον ρυθμό μιας αφηγηματικής αισθητικής  στην οποία η εικόνα, ο λόγος και η μουσική λειτουργούν και εξισώνονται μέσα από τον ίδιο παρανομαστή και συνυπάρχουν με την φιλοσοφική προσέγγιση του καλλιτέχνη για την Tέχνη και για την ζωή.

 

Η παράσταση είναι αποτέλεσμα ομαδικής έρευνας πάνω στο έργο, τη ζωή και τις θέσεις του Francis Bacon και βασίζεται στο βιβλίο «Η ωμότητα των πραγμάτων – Συζητήσεις με τον Φράνσις Μπέικον» του David Sylvester (Άγρα, 2009) σε μετάφραση Σπύρου Παντελάκη.

 

Η ομάδα εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Διεθνές Φεστιβάλ UKYA στο Nottingham της Αγγλίας τον Φεβρουάριο του 2019.

`

*****************************************************

Όταν πρωτοεκδόθηκε αυτό το βιβλίο, πριν αρκετά χρόνια, έγινε δεκτό σαν μια μοναδική συνεισφορά στη βιβλιογραφία της σύγχρονης τέχνης. Ο Stephen Spender υπόστήριξε σ ένα κύριο άρθρο του στο Times Literary Supplement ότι “ίσως επηρεάσει τη ζωγραφική του τελευταίου τέταρτου του αιώνα μας τόσο, όσο επηρέασαν την ποίηση του 20 και του 30 τα κριτικά κείμενα του Ezra Pound και του T.S.Eliot”. Ο Graham Greene, που το επέλεξε ως το βιβλίο της χρονιάς εκείνης, έγραψε στον Observer: “… Ένα συναρπαστικό ντοκουμέντο που μπορεί να θεωρηθεί ανάλογο των Ημερολογίων του Delacroix και των επιστολών του Gauguin”. Ο Michel Leiris έχει παρατηρήσει: “Η δουλειά του Bacon κουβαλάει τα ίχνη των πράξεών του, όπως η ανθρώπινη σάρκα φέρει τα τραύματα ενός δυστυχήματος ή μιας επίθεσης”.

Αυτές οι εξαιρετικά αποκαλυπτικές συνεντεύξεις του ζωγράφου Francis Bacon στον διάσημο κριτικό της τέχνης David Sylvester έγιναν στο διάστημα 1962-1986. Σ αυτές βρίσκεται συμπυκνωμένη μια μοναδική κατάθεση του Bacon πάνω στην τέχνη του και την τέχνη γενικά. Με μια σπάνια και σπινθηροβόλα χρήση της γλώσσας ο Bacon μιλά για τους στόχους του σαν ζωγράφος, τον τρόπο που δουλεύει, τη ζωή του, απαντώντας με κέφι και ειλικρίνεια στις διερευνητικές ερωτήσεις του Sylvester Η έμμονη προσπάθεια του Bacon να επαναδημιουργήσει την ανθρώπινη φόρμα, η δουλειά του πάνω σε έργα παλιών ζωγράφων και σε φωτογραφίες, η εξάρτησή του απ το τυχαίο, οι απόψεις του για τους τρόπους με τους οποίους έχει ερμηνευθεί η δουλειά του, είναι μερικά από τα θέματα που συζητήθηκαν και διερευνήθηκαν σε βάθος κατά τη διάρκεια αυτών των συναντήσεων.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Κώστας Βάρναλης, «Το κελάηδημα της τσίχλας», 1959

 

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Alfonsina Storni (Aργεντινή,1892-1938), Δέκα Ερωτικά Ποιήματα (μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας)

Ι

Τελείωνε ο Νοέμβρης  όταν σε βρήκα. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος και τα δέντρα καταπράσινα. Εγώ λαγοκοιμόμουν για ώρα, κουρασμένη απ’ το να σε περιμένω, πιστεύοντας πως δεν θα  ερχόσουν  ποτέ.

Σε όλους έλεγα: κοιτάχτε το στήθος μου-βλέπετε;- η καρδιά μου πάει να μαραθεί, πεθαμένη, άκαμπτη. Και σήμερα, λέω: δείτε το στήθος μου: η καρδιά μου είναι κόκκινη, γεμάτη χυμούς και θαύματα.

 

`

*

ΙΙ

Ποιος είναι αυτός π’ αγαπώ; Ποτέ δεν θα το μάθετε. Με κοιτάτε στα μάτια για να το ανακαλύψετε και δεν βλέπετε τίποτα παραπάνω απ’ την λάμψη της έκστασης. Εγώ θα τον κλείσω μέσα μου για να μη φανταστείτε ποτέ ποιος είναι μες την καρδιά μου, και δικός μου θα γίνει, σιωπηλά, ώρα με την ώρα, μέρα με την μέρα, χρόνο με τον χρόνο.  Τα άσματα μου σας δίνω, όμως δεν δίνω το όνομα του. Εκείνος  μέσα μου ζει όπως ένας νεκρός στο μνημούρι του,  δικός μου ολότελα, μακριά από την περιέργεια, την αδιαφορία και τον φθόνο.

`

*

ΙΙΙ

Το πρωινό ετούτο, ενώ ξαπόσταινα, απ’ το σπίτι μου πέρασες. Με το βήμα αργό  και την ανάσα σου πνίγοντας, μη τυχόν με ξυπνήσεις, γλιστρώντας πέρασες πολύ κοντά στο μπαλκόνι μου.

Αφημένη ήμουν στον ύπνο,  όμως στα όνειρα μου σε είδα να περνάς σιωπηλός: κάτωχρος ήσουνα και  θλιμμένα με θωρούσαν τα μάτια σου, όπως την τελευταία φορά που σε είδα.

Όταν ξύπνησα,  λευκά νεφελώματα τρέχανε πίσω σου, να σε προφτάσουν.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Γιώργος Χριστοδουλίδης, «Μυστικοί άνθρωποι», εκδ. Κύμα, 2019

 

 

 

Η περίπτωση της λέξης πάντα στη λίμνη Τάμπο

 

Ένα κέδρο κλαίει στις όχθες της παγωμένης λίμνης Τάμπο

κοιτάζει απελπισμένα τη λίμνη και κλαίει
από τα κλαδιά του στάζουν αναφιλητά
ανατριχιάσματα σχηματίζονται στην επιφάνεια της λίμνης
η λίμνη τα επιστρέφει ως ευμετάβλητους ανασασμούς λυγμών
το κέδρο περισσότερο αναστατώνεται
η λίμνη βουρκώνει, οι πάγοι τρίζουν.
Ένα κέδρο κλαίει στις όχθες της λίμνης Τάμπο
επειδή κάποτε ήταν άνδρας που έχασε το φύλο του, το όνομά του
επειδή η λίμνη ήταν η γυναίκα που αγάπησε
αλλά είχε έρθει η ώρα oι άνθρωποι να μετατραπούν
αφού πρώτα απωλέσουν το φύλο τους
να γίνουν δέντρα, να γίνουν λίμνες
οι πιο σκληροί να γίνουν βουνοκορφές
αυτοί με τις πιο αποπνικτικές μελωδίες
να λιώσουν μέσα στους ωκεανούς
κι οι πιο χοντρόπετσοι υποστήλια και τοιχώματα ορυχείων
και κανείς πια δεν θα συναντά κανένα
αλλά και κανείς δεν θα μπορεί να βλάψει κανένα
ούτε θα μπορούν σε περιόδους μεγάλης οδύνης
να παρηγορούν ο ένας τον άλλο
για την απώλεια του φύλου, για τη διαρροή της μορφής
όπως τώρα
το κέδρο που κλαίει
η λίμνη που θέλει
ανήμποροι να πλησιαστούν
με την αμετακίνητη λέξη πάντα
ανάμεσά τους.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

«Το Έπος του Ελ Σιντ» [Εισαγωγή – Πρωτότυπο Κείμενο – Μετάφραση – Σχόλια: Ιωάννης Κιορίδης, Στέργιος Ντέρτσας, Αλμπέρτο Μοντανέρ], εκδ. ρώμη, 2019

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΡΩΤΟ : ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ

 

1

 

Μες στα βουβά του δάκρυα κλαίγοντας με οδύνη, [1]

δεν έπαυε να τα θωρεί, στρέφοντας το κεφάλι. [2]

Είδε τις πόρτες ανοιχτές, ξεκλείδωτα παράθυρα, [3]

ολόγυμνες κρεμάστρες, χωρίς μανδύες και χιτώνες,

φευγάτα απ’ τις κούρνιες, γεράκια και σαΐνια. [4]                                                     5

Ξεφύσηξε ο Μίο Σιντ, τον τσάκιζε ο πόνος,

αλλά καλά και μετρημένα ο Μίο Σιντ τα είπε: [5]

«Ευχαριστώ Σε, Κύριε, Ουράνιε Πατέρα!

Αυτό μου εξυφάνανε οι μοχθηροί εχθροί μου!». [6]

 

2

 

Φτερνοκοπώντας φύγανε, τα χαλινά χτυπώντας.                                                    10

Στην έξοδο του Βιβάρ, δεξιά τους, κουρούνα εμφανίζεται [7]

και μπαίνοντας στο Μπούργος, αριστερά τούς βγαίνει. [8]

Τους ώμους σήκωσε ο Σιντ, κουνάει το κεφάλι:

«Χαράς Ευαγγέλια, Άλβαρ Φάνιεθ, είμαστε πια εξόριστοι!». [9]

 

 

3

 

Ο Μίο Σιντ Ρούι Ντίαθ στο Μπούργος εισελαύνει, [10]                                           15

εξήντα είν’ τα λάβαρα που ’χει στη συνοδειά του. [11]

Γυναίκες, άντρες βγαίνουνε για να τον αντικρίσουν,                                              16b

οι κάτοικοι του Μπούργος επάνω στα μπαλκόνια,

κλαίγοντας όλοι σιωπηλά, τόση ήταν η oδύνη τους,

και βγαίνει από το στόμα τους μια μοναχά κουβέντα:

«Κύριε, τι καλός θα ήταν υπηρέτης, αν κύρη είχε άξιο!». [12]                                  20

 

4

 

Θα τον καλούσαν με χαρά, όμως, κανείς δεν το τολμά:

του ρήγα Αλφόνσο η μάνητα δε λέει να κοπάσει. [13]

Εψές το βράδυ έφτασε το γράμμα του στο Μπούργος [14]

με χίλιες προφυλάξεις κι επίσημες σφραγίδες:

στον Μίο Σιντ Ρούι Ντίαθ, στέγη κανείς μην τύχει και του δώσει,                        25

κι όποιος τολμούσε, ας ήξερε μιαν απειλή βαριά,

πως θα ’χανε τα υπάρχοντα, τα μάτια του προσώπου

κι ακόμα ακόμα θα ’χανε το σώμα του και την ψυχή.

Θλίψη μεγάλη βάρυνε όλους τους Χριστιανούς,

από τον Σιντ κρυβόντουσαν, κουβέντα δεν του λένε.                                            30

Κινάει τότε ο Μαχητής να πάει στο κονάκι του, [15]

γερά αμπαρωμένη την πόρτα βρίσκει φτάνοντας,

ο φόβος προς τον ρήγα έτσι το επιβάλλει:

η πόρτα δε θα άνοιγε, εχτός κι αν έσπαγε με βία.

Του Μίο Σιντ οι άντρες καλούν με τρανταχτές φωνές                                            35

τους από μέσα που, βουβοί, δε λεν να βγάλουν άχνα.

Φτερνοκοπά ο Μίο Σιντ, στη θύρα κοντοζύγωσε,

το πόδι απ’ τον κρίκο το τραβά και ρίχνει μια κλωτσιά· [16]

η πόρτα αντιστέκεται, γερά είναι σφαλισμένη.

Κόρη εννιάχρονη τον απαντά κι ασάλευτη στέκει εμπρός του:                             40

«Μαχητή, ευλογημένη η ώρα π’ αδράξατε σπαθί! [17]

Τ’ απαγορεύει ο ρήγας, χθες βράδυ φτάσαν τα μαντάτα του

με χίλιες προφυλάξεις κι επίσημες σφραγίδες.

Μην τύχει και ανοίξουμε και μέσα να σας βάλουμε,

αλλιώς τα πάντα χάνουμε, σπίτια και αγαθά, [18]                                                      45

κι ακόμη θε να χάσουμε τα μάτια του προσώπου.

Διαβάστε περισσότερα