Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Uncategorized

Uncategorized

Uncategorized

Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), «Το Πάσχα στον Πίνδο»

Όλο το χειμώνα ο Πίνδος μένει βουβός, ήσυχος δεν ακούγεται καθόλου. Νομίζει κανείς, πως κοιμάται κάτω απ’ το παχύ κάτασπρο πάπλωμα των χιονιών, βυθισμένος σ’ έναν ύπνο ολοκλήρων μηνών.
Οι κάτοικοι των χωριών, που οι μισοί απ’ αυτούς είναι τσοπάνηδες, κατεβαίνουν τότε μαζί με τις οικογένειές τους στα χειμαδιά. Απ’ όσους μένουν εκεί, οι άνδρες, επειδή δεν έχουν καμιά δουλειά πάνω στις άγονες κορυφές του, ξενιτεύονται σε χώρες μακρινές, για να εξοικονομήσουν τα αναγκαία της ζωής.
Μένουν λοιπόν εκεί μερικοί γέροντες, απόστρατοι της βιοτικής πάλης, που ταράσσουν με τις πολύλογες συζητήσεις των τη μονότονη ερημιά των μεσοχωριών και τη σιγαλιά των χαγιατιών της κάθε εκκλησιάς, καθώς και αρκετές γυναίκες και κοπέλες.
Αυτές κάθονται κλεισμένες μέσα στα σπίτια τους, γνέθουν τα μάλλινα υφάσματα τους, λένε τη νύχτα παραμύθια γύρο απ’ τη φωτιά και στον ύπνο τους ονειρεύονται το γυρισμό των καλών των.
Ώσπου έρχεται η άνοιξη… Ώσπου πλησιάζει το Πάσχα, η χαριτωμένη Λαμπρή…

Τότε παύουν οι μπόρες κι οι κακοκαιρίες. Ο ουρανός αλαφρώνεται απ’ τα πυκνά σύγνεφα και το πλάτος του ανοίγεται καθαρό, καταγάλανο. Ο ήλιος ανατέλλει στον ορίζοντα θερμός και ζωογόνος. Λειώνουν τα χιόνια στα χαμηλώματα του Πίνδου, και τα νερά σχηματίζουν μεγάλα, θολά κι ορμητικά ρέματα.

Στα σπλάχνα της γης ξυπνά το μικρό χόρτο και φουντώνει το λουλουδάκι από τα ζεστά του ήλιου φιλιά. Μόνον οι κορυφές λαμποκοπούν ακόμα κατάλευκες και παγωμένες.

Τότε αρχίζει να ξυπνά κι ο Πίνδος. Η καρδιά του πυρώνεται και ξεπαγώνει η φωνή του. Οι γέροντες των χωριών του κατεβαίνουν συχνότερα στα μεσοχώρια και στα χαγιάτια των εκκλησιών, τα πρόσωπά τους παίρνουν φαιδρή όψη κι οι συζητήσεις τους ζωηρότερο ύφος.

Οι γυναίκες κι οι κοπέλες δεν κλείνουν πια ορμητικά τα παράθυρα και τις πόρτες των σπιτιών. Παρατούν κάπου – κάπου το μελαγχολικό αργαλειό και πιάνουν τ’ ανοιχτά λιακωτά, με τη ρόκα στη μασχάλη και με το τραγούδι στα χείλη τους, το τραγούδι της ελπίδας, του γυρισμού των ξενιτεμένων τους.

Κι αυτοί, αφού γεμίσουν τα πορτοφόλια τους με παράδες, αφήνουν πια την ξενιτειά και ξεκινάνε για την πατρίδα τους, για το σπίτι τους, για τον Πίνδο.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Μιχαὴλ ῎Αγγελος,«Σονέτα», (Εἰσαγωγή-Μετάϕραση: Αἰμιλία ᾽Εμμανουήλ), εκδ. Gutenberg, 2019

13.
Μακριὰ ἀπ ᾽τὸν ῎Ερωτα, ἐραστές, ἀπὸ τὴ ϕλόγα μακριά·
ἡ πυρκαγιὰ εἶναι τρομερὴ καὶ ἡ πληγὴ θανατερή,
ἀϕοῦ τὸ πρῶτο χτύπημα ἂν δεχτεῖς δὲν ὠϕελεῖ
ἡ δύναμη, ἡ κρίση, ἡ λογική, οὔτε ἡ ϕυγὴ εἶναι γιατρειά.
Φύγετε, τώρα ποὺ ἀπόδειξη ἔχετε τρανὴ
πόσο ἰσχυρὸ εἶναι τὸ χέρι κι αἰχμηρὰ τὰ βέλη·
διαβάστε πάνω μου ποιά συμϕορὰ σᾶς μέλλει,
πόσο ἀνελέητο κι ἀνίερο παιχνίδι ἔχει στηθεῖ.
Φύγετε, μὴν καθυστερεῖτε ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας τὴ ματιά:
ἐγὼ γελάστηκα θαρρώντας πὼς θὰ ξεϕύγω ἂν τὸ ποθῶ·
τώρα τὸ νιώθω, καὶ τὸ βλέπετε καλά, πόσο πολὺ μὲ καίει
ἡ ϕωτιά.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Γεώργιος Αλεξανδρής, Τρία ποιήματα

ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΣ ΚΙ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ

 

Όταν έρχονται ημέρες  χωρίς προβληματισμούς και ανησυχίες,

μέρες πιστής αντιγραφής, χωρίς αμφισβητήσεις και φοβίες,

οι νύχτες φεύγουν χωρίς σχεδιασμούς και επινοήσεις,

νύχτες μικρής απόστασης, χωρίς στασιασμούς και αποδράσεις.

`

Όταν στους δρόμους συναλλάσονται ο συμβιβασμός και η σιωπή,

δρόμοι στενάχωροι, που αδειάζουν σε μια αβασάνιστη επιστροφή,

πίσω απ΄τις πόρτες ζυγιάζονται ο εφησυχασμός και η μικροθυμία,

πόρτες ερμητικά κλειστές, στην εύτακτη και παιδευμένη αυτοφοβία.

`

Όταν αδιάτακτοι ειδήμονες εκποιούν γενιές και ιστορία,

ειδήμονες, επίσκοποι των καιρών και μπροστάρηδες με προσωπεία,

δικάζονται οι αιρέσεις του στοχασμού και της προφητείας,

αιρέσεις, ως σύμβολο αναχρονισμού και αρνήσεις ευνομίας.

`

Όταν συντεταγμένα πλήθη σε συνθήματα εκποιούν τη μοναξιά τους,

πλήθη ετερόκλητης σύστασης και ευκαιριακής ομογνωμίας,

μεθοδεύονται υπαρξιακές αλλοτριώσεις και εύβουλες ψευδαισθήσεις,

αλλοτριώσεις, ως χρίσμα καταξίωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

`

Όταν στερεύει η ζωή από όνειρα, πεποιθήσεις και ουτοπίες,

ζωή που χαλκεύεται στο δείλιασμα την απόγνωση και τις παραιτήσεις,

πώς να θεριέψει η μνήμη ένοχη οργή και παρηγορήτρα,

μνήμη αυριανή, χωρίς εμμονές, ευαισθησίες και αποζητήσεις.

`

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Ιγνάτιος Ταγκούλης, «Μπου», εκδ. Οδός Πανός, 2018

ΚΡΙΣΙΜΗ ΑΛΛΑ ΣΤΑΘΕΡΗ

 

Καλυτερεύω.

Είμαι με τους  περιπλανώμενους και την ανέκαθεν απελπισία τους.

Υπονοώντας :

Αγνοούμαι και με ψάχνουν διαρκώς στα ξέφωτα –

σ’ αυτούς τους μοναχικούς πληθυντικούς της όρασης και των θηραμάτων.

Είμαι των ελεύθερων σκοπευτών η αναμονή

και το αλάνθαστο αριστερό τους

η σταγόνα της αγωνίας τους στο μέτωπο

με χαλασμένο κλείστρο και θαμπωμένη διόπτρα.

 

Είμαι όσα προσμένω και όσα δεν θα πετύχω σ’ αυτήν την ζωή.

 

Καλυτερεύω δίχως φάρμακα και μόλις κλείσω τα μάτια

περιπολώ καλοντυμένος σε νηπίων όνειρα

σφυρίζοντας  δήθεν αδιάφορα καθώς πλησιάζει το φριχτό τέλος της αθωότητας.


Απομνημονεύω τα σύννεφα και των δέντρων την γενεαλογία

περασμένα μεσάνυχτα μ’ ένα κερί αναμμένο απ’ την πίκρα μου

για να περάσει η ώρα και να ξεκουραστούν τα ρολόγια.

Είμαι σε συμμαχία με τα σωθικά μου – τ’ ομολογώ.

Καλυτερεύω γιατί περιφρόνησα τις νηστείες και τώρα – ω, θεέ μου ! –

που εγώ και το μέσα μου κατουριόμαστε απ’ τα γέλια

μ’ όλες αυτές τις Σαρακοστές των ανθρωποκρεάτων

δεν μας απομένει ούτε ένα σαββατοκύριακο να μετανοήσουμε…

 

Καλυτερεύω,

το λένε ξεκάθαρα κι όλων των αναστηθέντων οι χημειοθεραπείες !

 

Οικειοποιήθηκα τα μεσοσκόταδα κ’ έλαμψε όλη η Οικουμένη μου

μ’ όλα της τα ερπετά μεμιάς.

Καλυτερεύω κι όλες μου οι προβλέψεις για μια άλλη ζωή πετάχτηκαν στα σκουπίδια.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Μίλος Ματσόουρεκ ,«Ζωολογία», (μτφρ. Σπύρος Τσακνιάς), εκδ. στιγμή, 2018

O μεταξοσκώληκας

O μεταξοσκώληκας φτιάχνει λογής λογής όμορφα πράματα, μεταξωτά φουλάρια, μπλούζες και γραβάτες, βραδινά φορέματα και τα τοιαύτα, στη ζωή του ο μεταξοσκώληκας έχει κάνει πολλά πράματα, πολύ ακριβά πράματα για τους καλύτερους μόδιστρους και μια φορά γίνεται μεγάλη επίδειξη μόδας στου Κριστιάν Ντιορ, είσοδος μόνο με προσκλήσεις, ντουζίνες αυτοκίνητα κουβαλάνε τους πιο κομψευόμενους ανθρώπους απ’ όλα τα σημεία της γης, ο μεταξοσκώληκας τυχαίνει να περνάει αποκεί, θα πρέπει να ‘ναι ενδιαφέρον, σκέφτεται, και σκαρφαλώνει στα σκαλιά, όμως εκεί, στο κεφαλόσκαλο, στέκεται ο πορτιέρης με τη μεγάλη στολή: έχετε πρόσκληση, κύριε;
Ο μεταξοσκώληκας δεν έχει πρόσκληση, πού θα μπορούσε διάβολε να τη βρει, δεν έχει άλλωστε καιρό να ασχολείται με προσκλήσεις, είναι πάρα πολύ απασχολημένος με την ύφανση όλων αυτών των ωραίων μεταξωτών, ξανακατεβαίνει λοιπόν από τα σκαλιά, κάνει έναν άσκοπο περίπατο γύρω στην πλατεία κι έπειτα γυρίζει σπίτι και πέφτει νωρίς-νωρίς να κοιμηθεί. Τι άλλο να κάνει με τόση δουλειά που τον περιμένει το πρωί.

Διαβάστε περισσότερα