Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Ο ξένος κι η σημαία» (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Δεκαετία του μηδενός συνειδητοποιώ ότι οι κινηματογράφοι δεν είναι πια οι εκκλησίες με τα σουτ και την προσήλωση που ήταν παλαιότερα. Τα παιδάκια κάνουν φασαρία, μικρά, μεγάλα, μικρομέγαλα, δεν έχει τόση σημασία η ηλικία, φωνάζουν, συζητάνε, πετάνε καλαμπόκια, ενοχλούν σα να ’ναι στο σαλόνι τους. Δε φταίνε, σκέπτομαι, τα παιδάκια, στραβά τα μεγαλώνουν οι γονείς τους, δεν τους μαθαίνουν το σεβασμό. Ύστερα μου πήρε ο πατέρας μου ένα αυτοκίνητο, τον έπρηξε η μάνα μου να μου κάνει μεγάλο δώρο, άρχισα να γυρνοβολάω βόλτες και ν’ απορώ. Γελοίοι πιθηκάνθρωποι, αλήτες, σατανιστές που χώνονται παντού, κορνάρουν παντού, κενώνουν παντού το γαστρεντερικό τους σωλήνα με κραυγή υπερηφάνειας για τον εξευτελισμό τους. Σήμερα πάλι γυρνοβόλησα κατά τα Μεσόγεια, ο φουκαριάρης ο μαγαζάτορας έστρωσε τα τραπέζια του στον κήπο, όμως όλοι έκατσαν μέσα. Όταν πήγα να πληρώσω, μου είπε με παράπονο «μόνο εσύ κάθισες έξω». Άντε να του εξηγήσω ότι από το στρίμωγμα προτιμώ το κρύο. Χαμογέλασα.

Στο τέλος της βραδιάς η κόρη μου μου κουνάει χαμογελαστή τη σημαία. Θέλω να της εξηγήσω πως το ν’ αγαπάς σήμερα αυτή τη σημαία σημαίνει να μην αγαπάς τους Έλληνες. Και για να μην αγαπάς τους Έλληνες όντας Έλληνας θα πρέπει να είσαι έτοιμος να προσφέρεις τη ζωή σου γι’ αυτούς˙ ειδάλλως είσαι, απλώς, ένας ξένος.

Ένας ξένος δε νιώθει τίποτα κοιτάζοντας τη σημαία˙ κι είναι τούτο απόλυτα φυσικό.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Ο μόχθος των [υποψηφίων] αρίστων» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

«Γηράσκω αεί αναθεωρών» έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης και τους βλέπω στη σειρά,  ανεξαρτήτως πολιτικής γραμμής, να αναθεωρούν άμεσα ή έμμεσα. Νεότατοι όμως και ακμαιότατοι ακόμα. Απολογίες, συγγνώμες, επαναδιατυπώσεις, «άλλο εννοούσα», «μπαρδόν», «θα το ξαναπώ», «πάμε πάλι απ΄ την αρχή», «δεν καταλάβατε καλά» [έμμεση αναθεώρηση], «τα μαζεύω» και ένα σωρό ακόμα δευτερολογίες παίρνοντας τη θέση της αρχικής άποψης που εκτοξεύτηκε, όπως πάντα, στο πλαίσιο της ημιμαθούς πυροτεχνηματικής λογοδιάρροιας.  Όσο, λοιπόν, εύκολα ξεστομίζονται «βατράχια», τόσο κουραστική μοιάζει η επανατοποθέτηση. Όλη η φαιά ουσία αναλώνεται για να παραδεχτείς με έντεχνο τρόπο το λάθος σου και ταυτόχρονα να μην εκτεθείς περισσότερο. Τόση κούραση για να αποδείξεις τη μεταμέλειά σου με τον πιο αναίμακτο τρόπο. Πόσος σπαταλημένος ιδρώτας ανάμεσα στην πρώτη λέξη και την απολογία της που ελάχιστον από αυτόν να αφιέρωνες στην αφετηριακή σου υποστηρικτική γραμμή, θα είχες ένα ξεκάθαρο προβάδισμα. Ή έστω  αξιοπρέπεια (τι είναι αυτό;).

«Ρώτησαν τον κ. Κ.: Τι φτιάχνετε τώρα; Ο κ. Κ. αποκρίθηκε: Κουράζομαι πάρα πολύ, ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου», έγραφε ο Μπρεχτ στις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ», μιλώντας για τον «μόχθο των αρίστων» . Ο μόχθος των εγχώριων υποψηφίων αρίστων διαφαίνεται ακόμα πιο κουραστικός.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Το τραγούδι του παιδιού» (μετφρ.: Αρκούλη Κυριακή)

H “Himba” είναι μια φυλή στην Αφρική, όπου η ημερομηνία γέννησης ενός παιδιού δεν υπολογίζεται από τη στιγμή που γεννήθηκε, ούτε από τη στιγμή της σύλληψης, αλλά από την ημέρα που το παιδί υπήρξε ως σκέψη στο μυαλό της μητέρας του. Και όταν μια γυναίκα αποφασίζει ότι θα έχει ένα παιδί, πάει και κάθεται κάτω από ένα δέντρο μόνη και ακούει όσο μπορεί να ακούσει το τραγούδι του παιδιού που θέλει να έρθει . Και αφού έχει ακούσει το τραγούδι, πάει πίσω στον άνθρωπο που θα είναι ο πατέρας του παιδιού, και το διδάσκει σ ‘αυτόν. Και στη συνέχεια, όταν κάνουν έρωτα για να συλλάβουν σωματικά το παιδί, τραγουδούν το τραγούδι του παιδιού, ως ένα τρόπο για να το καλέσουν.

Και στη συνέχεια, όταν η μητέρα είναι έγκυος, η μητέρα διδάσκει το τραγούδι του παιδιού στις μαίες και τις ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού, έτσι ώστε όταν το παιδί γεννιέται, οι μαίες και οι άνθρωποι γύρω του να τραγουδήσουν το τραγούδι του παιδιού για να το υποδεχθούνε. Και τότε, καθώς το παιδί μεγαλώνει, οι άλλοι κάτοικοι του χωριού διδάσκονται το τραγούδι του παιδιού. Εάν το παιδί πέσει ή όταν πονάει το γόνατο του , κάποιος αρχίζει να του τραγουδά το τραγούδι του. Ή όταν το παιδί κάνει κάτι θαυμάσιο, ή περνά μέσα από τις τελετές της εφηβείας και της ενηλικίωσης, οι κάτοικοι του χωριού τραγουδούν το τραγούδι του για να το τιμήσουν.

Στην αφρικανική φυλή υπάρχει μία άλλη περίσταση κατά την οποία οι κάτοικοι τραγουδούν για το παιδί. Σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του, κάποιος που διαπράττει ένα έγκλημα ή μια παρεκκλίνουσα κοινωνική πράξη καλείται στο κέντρο του χωριού και οι άνθρωποι στην κοινότητα σχηματίζουν ένα κύκλο γύρω του. Στη συνέχεια, τραγουδούν το τραγούδι του ενόχου.

Η φυλή αναγνωρίζει ότι η διόρθωση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς δεν είναι η τιμωρία. Είναι η αγάπη και η ανάμνηση της ταυτότητας . Όταν έχω αναγνωρίσει το δικό μου τραγούδι, δεν έχω καμία επιθυμία ή την ανάγκη να κάνω κάτι που θα βλάψει τον άλλο.

Και το τραγούδι είναι ο τρόπος μέσα από τη ζωή τους. Στο γάμο , τα τραγούδια των νεόνυμφων τραγουδιούνται , μαζί . Και τέλος, όταν αυτό το παιδί είναι ξαπλωμένο στο κρεβάτι , έτοιμο να πεθάνει , όλοι οι κάτοικοι γνωρίζουν το τραγούδι του, και του τραγουδούν – για τελευταία φορά – το τραγούδι του.

`

Πηγη:  http://www.umthwakazireview.com/…/…/item/678-the-himba-tribe

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Τελικά είναι τα πουλιά δοξασμένα ερπετά;» (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Στην ενότητα Oxford Blues της συλλογής Adieu του Xάρη Βλαβιανού βρίσκουμε το ποίημα:

Στο μάθημα της Ηθικής,
το πρώτο εξάμηνο,
ο Acrill άρχιζε τις διαλέξεις του στον Αριστοτέλη
με τη γνωστή, πια, ερώτηση:
«Αν ένα μουσείο έπιανε φωτιά, κύριοι,
τι θα σώζατε, έναν πίνακα του Ρέμπραντ
ή μια γριά επισκέπτρια που τα χρόνια της
είναι ούτως ή άλλως λιγοστά;

Την εποχή εκείνη
αδιαφορώντας για πίνακες ή γριές
επιλέγαμε άλλοτε τη ζωή, άλλοτε την τέχνη,
ανάλογα με το αν η εκλεκτή της καρδιάς μας
διάβαζε Μποβουάρ ή Μπροντέ.
Αργότερα, τελειόφοιτοι νικόμαχοι πλέον,
προσπαθώντας (ως καλοί υπαρξιστές)
να μεταθέσουμε το δίλημμα στις πλάτες της γριάς,
ανακαλύπταμε αίφνης ότι το νόημα της λέξης «ευθύνη»
–ο Καντ λογιζόταν παρωχημένος–
δεν είχε προσδιοριστεί σαφώς.

Τώρα που βρίσκομαι σ’ ένα αληθινό μουσείο,
αντικρίζοντας με κείνη –αληθινή γριά πλέον–
έναν αληθινό Ρέμπραντ
είμαι σε θέση να γνωρίζω
πως οι γριές, οι πίνακες και τα μαύρα τους τοπία
είναι προγεγραμμένα˙
πως μια εφηβική ψυχή
σε διαρκή αιώρηση
είναι ανίκανη να υπερβεί τη δύναμη
που καθηλώνει το βλέμμα
στην εικόνα της ζωής.

Τα μάτια διακηρύσσουν
πως τα πάντα είναι επιφάνεια.

Εδώ στο Ποιείν, ολίγες αναρτήσεις πριν, βρίσκουμε το ποίημα της Linda Pastan (σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου):

Ηθική

Στο μάθημα περί ηθικής πολλά χρόνια πριν
ο δάσκαλος έκανε στην αρχή κάθε φθινοπώρου την ίδια ερώτηση:
Αν ένα μουσείο έπιανε φωτιά,
ποιον θα σώζαμε, έναν πίνακα του Ρέμπραντ
ή μια ηλικιωμένη γυναίκα που έτσι κι αλλιώς
δεν της έμενε πολλή ζωή; Αεικίνητοι πάνω στις άβολες καρέκλες
αδιαφορώντας για τους πίνακες ή τα γεράματα
θα διαλέγαμε πότε τη ζωή, πότε την τέχνη
και πάντα με μισή καρδιά. Μερικές φορές
η γυναίκα έπαιρνε το πρόσωπο της γιαγιάς μου
που εγκατέλειπε την κουζίνα της για να βολτάρει
σε κάποιο ψυχρό, ημι-φάνταστο μουσείο.
Μια χρονιά, με διάθεση να φανώ έξυπνη, απάντησα
γιατί να μην αφήσουμε μόνη της τη γριά να διαλέξει;
Η Λίντα, θα απαντούσε ο δάσκαλος, θίγει τα όρια
της προσωπικής ευθύνης.
Αυτό το φθινόπωρο σ’ ένα αληθινό μουσείο στέκομαι
μπροστά σ’ έναν αυθεντικό Ρέμπραντ, πλέον η ίδια γριά
ή σχεδόν γριά. Τα χρώματα που εγκλωβίζονται
μέσα στο κάδρο είναι σκοτεινότερα του φθινοπώρου,
σκοτεινότερα ακόμα και του χειμώνα – τα καφέ της γης,
μολονότι της γης οι πιο λαμπερές αποχρώσεις φέγγουν
μες στον καμβά. Τώρα πλέον γνωρίζω ότι η γυναίκα
και ο πίνακας και η εποχή είναι σχεδόν ένα
και όλα αυτά αδύνατο να σωθούν από παιδιά.

Ερωτήματα πολλά κατακλύζουν τον ήσυχο νου μου. Το δίστιχο «και τι δεν κάνατε για να με θάψετε / όμως ξεχάσατε πώς ήμουν σπόρος» είναι παλιά μεξικάνικη παροιμία; Η υπεραξία είναι προϊόν κλοπής που νέμονται οι κεφαλαιοκράτες; Αν ναι, γιατί εξαφανίζεται μαζί τους; Αν όχι, μήπως άλλους νομίζουν για Φαρισαίους οι πιστοί; Τελικά είναι τα πουλιά δοξασμένα ερπετά; Μήπως ο Χάρης και η Linda ήταν συμφοιτητές;

God bless us everyone.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Ασύμμετρη σημείωση για τα αυτιά της κατσαρόλας» (γράφει ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος)

 

Έπειτα από κάθε ανθολόγηση-σταχυολόγηση σηκώνεται -σχεδόν εθιμοτυπικά- ο κουρνιαχτός περί ονοματολογίας: «είσοδοι», «αποκλεισμένοι», «σιγουράκια», «new entries», «αντι-σταρ» και ούτω καθεξής. Εύλογο, πλην εύκολο.

Δεδομένου ότι κανείς δεν θυμάται καμιά 200αριά ονόματα που έχουμε καταλογογραφηθεί τα τελευταία 4-5 χρόνια σε ανάλογα εγχειρήματα, πέραν από το αν συμπεριλαμβάνεται ή όχι το δικό του/της και πού, και

Εφόσον ακόμη και ο πιο συμβατικός -ή μάλλον, κυρίως αυτός- ποιητής, κριτικός, ανθολόγος, καθηγητής αντιλαμβάνεται πως η τέχνη προχωράει με τις παρεκκλίσεις και τις εκτροπές ορισμένων ατομικοτήτων

Αν θέλουμε να δούμε αυτό που κρύβει ο κουρνιαχτός, δηλαδή ποιος/α (προσπαθεί κάθε φορά να) κανοναρχεί ή αλλιώς να κολλάει τα αυτιά της κατσαρόλας όπου θέλει, καλύτερα να ξαναδιαβάσουμε τα εκάστοτε (και συχνά, ευφάνταστα) κριτήρια στα ανάλογα εγχειρήματα των τελευταίων ετών

Και ας δούμε μήπως εκείνα τα «ίσως», τα «κατά παράβαση», οι «εξαιρέσεις», τα «ναι μεν, αλλά» ευελπιστούν να είναι περισσότερο επιτελεστικά από όσο δείχνουν

Η δυνατότητα να μεταθέτεις τα όρια κατά το δοκούν (θεμιτό, βέβαια, το γούστο καθενός) είναι πιο εξουσιαστική από το rotation αναλώσιμων -ή μη- ονομάτων

Και οι τίτλοι που υπερθεματίζουν δυσανάλογα το περιεχόμενο της κριτικής ή «κριτικής» ανθολόγησης, ή οι μισο-απολογητικές, μισο-ισορροπιστικές επεξηγήσεις για την ευφάνταστη σύλληψη των κριτηρίων αποτελούν καλή στρατηγική μάρκετινγκ, αλλά όχι αισθητική πρόταση.

Διαβάστε περισσότερα