Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

José Marti ( Cuba, 1853-1895), «Έμμετρα Απλά» (μετφρ. – επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

Ι.

Εγώ είμαι της ειλικρίνειας άντρας
Απ’ τα μέρη που φύεται ο φοίνικας
Και θέλω πριν να πεθάνω
Να βγάλω της ψυχής μου τους στίχους

Εγώ έρχομαι πανταχόθεν
Και προς όλα τα μέρη τραβάω:
Τέχνη είμαι στις τέχνες ανάμεσα
Είμαι βουνό μες τα βουνά.

Εγώ ξέρω τα παράξενα ονόματα
Των φυτών και των λουλουδιών,
Και των θανάσιμων εξαπατήσεων,
Και των υπέρτατων πόνων

Εγώ έχω δει στην ερεβώδη νυχτιά
Βροχή στην κεφαλή μου να πέφτουν
Οι αχτίδες της καθάριας της φλόγας
Του θείου, ουράνιου κάλλους.

Φτερά είδα να γεννιούνται στους ώμους
Των όμορφων των γυναικών:
Και να βγαίνουν απ’ τα χαλάσματα
Πετώντας οι πεταλούδες

Έχω δει άντρα στη ζωή να κρατιέται
Με το μαχαίρι μες τα πλευρά του
Δίχως τ’ όνομα να μαρτυρήσει ποτέ
Εκείνης που τον έχει φονεύσει

Γοργή όπως μια αστραπή
τη ψυχή δυο είδα φορές , δύο:
Όταν πέθανε ο καημένος ο γέρος μου
Κι όταν εκείνη μου είπε αντίο.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Βύρων Λεοντάρης, Πέντε Μελοποιημένα Ποιήματα

 

`

1. ΕΙΜΑΙ ΦΤΩΧΟΣ

(Μελοποίηση/Ερμηνεία: Μάνος Μοναστηριώτης, 2018)

 

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

«Με του Μαγιού τα Μάγια». Παραμυθόδραμα σε πέντε εικόνες / 2019- Έτος Νίκου Σκαλκώτα

`

«Με του Μαγιού τα Μάγια». Παραμυθόδραμα σε πέντε εικόνες για σοπράνο, 3 αφηγητές, χορωδία και ορχήστρα σε ποίηση Χρήστου Ευελπίδη. Μάρια Ντεβιτζάκη, σοπράνο. Σώτος Παπούλκας και Έφη Δρόσου, αφηγητές. Χορωδία και Ορχήστρα του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Διδασκαλία χορωδίας: Δρ. Μαρία-Έμμα Μελιγκοπούλου Διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Χατζηνίκος (1923-2015), επίτιμος διδάκτορας ΤΜΕΤ. Ζωντανή ηχογράφηση από τη συναυλία στις 23.12.2009.

`

***********************************************************************

`

Ο Νίκος Σκαλκώτας (1904-1949) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές στο χώρο της ελληνικής μουσικής δημιουργίας κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1904και μετά από πέντε χρόνια μετεγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα. Σπούδασε βιολί με τον Τόνυ Σούλτσε στο Ωδείο Αθηνών (1912-1920) και αποφοίτησε σε ηλικία 16 ετών αποσπώντας την ανώτερη τιμητική διάκριση, το «Χρυσό Μετάλλιο Ανδρέα και Ιφιγένειας Συγγρού». Την επόμενη χρονιά, αξιοποιώντας την Αβερώφειο υποτροφία από το Ωδείο Αθηνών, ξεκίνησε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Ανώτατη Ακαδημία Μουσικής του Βερολίνου με τον Willy Hess ως καθηγητή βιολιού.Από το 1923 το ενδιαφέρον του στρέφεται στη σύνθεση και σπουδάζει με τους Paul Kahn, Paul Juon, Philipp Jarnachκαι Kurt Weill (ενορχήστρωση), πριν γίνει δεκτός στην τάξη σύνθεσης του Arnold έSchoenbergστην Πρωσική Ακαδημία των Τεχνών στο Βερολίνο (1927-1931), βασικό κέντρο προαγωγής της σύγχρονης μουσικής εκείνη την περίοδο, όπου σπούδασε με ιδιωτική υποτροφία από τον Μανώλη Μπενάκη. Στο μεσοπολεμικό Βερολίνο ο Σκαλκώτας αναπτύσσει αξιόλογη σταδιοδρομία τόσο ως συνθέτης ή ενορχηστρωτής όσο και ως μουσικός εκτελεστής κερδίζοντας την εκτίμηση των καθηγητών του, αλλά και του επαγγελματικού του περίγυρου. Μετην άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία οι συνθήκες της ζωής του δεν του αφήνουν πολλά περιθώρια για να επιβιώσει πλέον εκεί. Γύρω στο Μάρτιο του 1933 αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Βερολίνο, αφήνοντας πίσω του τα χειρόγραφα 70 περίπου μουσικών έργων και επιστρέφει στην Αθήνα.Η επανένταξή του στους μουσικούς κύκλους της Αθήνας αρχικά τον δυσκόλεψε, γρήγορα όμως μπόρεσε να σταδιοδρομήσει εκ νέου, αρχικά ως ενορχηστρωτής στο Εθνικό Θέατρο και στη συνέχεια ως βιολονίστας στηνΟρχήστρα του Ωδείου Αθηνών (μετέπειτα Κρατική Ορχήστρα Αθηνών) και στην Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, όχι όμως και ως συνθέτης καθώς το έργο του παρέμεινε, εν πολλοίς, άγνωστο εκείνη την εποχή. Στην Αθήνα δημιούργησε έναν αξιοθαύμαστο κατάλογο έργων, τόσο σε ποιότητα όσο και σε όγκο, συνθέτοντας πυρετωδώς περισσότερα από 100 έργα μέσα στα 16 χρόνια από την επιστροφή του ως τον απροσδόκητο θάνατό του τον Σεπτέμβριο του 1949, από περίσφιξη κήλης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Δημήτρης Ποταμίτης. «Ανεπίδοτη επιστολή στον Μάνο Χατζιδάκι», περ. Διαβάζω, 1996

Σήμερα συμπληρώνονται 25 χρόνια από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι

 

Ανεπίδοτη επιστολή στον Μάνο Χατζιδάκι
(Μα που ο παραλήπτης την γνωρίζει καλά)

«Αν θες να είσαι αντικειμενικός, φρόντισε να ‘σαι απόλυτα προσωπικός», μου έλεγες κάποτε. Αυτό θα προσπαθήσω σ’ αυτό το γράμμα, γιατί όλα τ’ άλλα είναι ανόητες νεκρολογίες και δεν μας ταιριάζουν.

Αγαπητέ Μάνο,
Θυμάσαι πως γνωριστήκαμε; Σπούδαζα τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Σ’ αυτή τη φάση και σ’ αυτή την ηλικία γνωριστήκαμε. Γύρναγα από ένα εστιατόριο, γύρω στις 11 το βράδυ, διέσχιζα την Μιχαλακοπούλου που η μισή ήταν δρόμος και η άλλη μισή ρέμα που το είχανε στερέψει, γεμάτο χαμόσπιτα και παράγκες, όταν σε είδα, έξω ακριβώς από το κατώφλι του σπιτιού μου. Ανοίγω την πόρτα, μπαίνω μέσα. Απότομα πάλι γυρνάω, ξαναβγαίνω. Σε πρόλαβα.

«Είστε ο κ. Χατζιδάκις;». Χαμογέλασες σαν παιδί. «Θέλω να σας χαρίσω ένα βιβλίο, αγαπώ πολύ τη μουσική σας. Να, εδώ μένω, θέλετε να ανεβείτε για λίγο;». «Να ανέβω!». Ανεβήκαμε στο εργένικο φοιτητικό δωμάτιο. Σου έδωσα το βιβλίο. Δεν ξέρω πώς, κουβέντα την κουβέντα, ξημερωθήκαμε. Ένιωσα σαν να σε ήξερα από μιάν άλλη ζωή. Η πώς ήμουν με τον καλύτερο παιδικό μου φίλο. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα πόσο επικίνδυνο ήταν αυτά πού έκανα. Όχι για σένα, γιατί τάχα κινδύνευες να κατηγορηθείς άλλη μια φορά ότι συγχρωτίζεσαι με νεαρούς, κάτι πού η αστική νεοελληνική διαστροφικότητα το θεωρούσε τότε -ίσως και σήμερα- αμάρτημα. Ο κίνδυνος ήταν άλλου: Να με πέρναγες εσύ, Μάνο, για προβοκάτορα της αστικής διαστροφικότητας. Να υποθέσεις ότι άλλος ένας νέος, ανάμεσα στους εκατοντάδες πού σε πολιορκούσαν από σκοπού – γιατί αυτοί σε πολιορκούσαν, όχι εσύ – ήμουνα κι εγώ. Κι όμως, εγώ δεν είχα κανένα σκοπό. Απλά, ακούγοντας τη μουσική σου πριν σε γνωρίσω, ακούγοντας τα λόγια σου αφού σε γνώρισα, ένιωθα πως το κατά Πλάτωνα αρχέτυπο και πρότυπό μου, θα ‘πρεπε να ‘σουνα εσύ. Βλέπεις, μου έλειψε εμένα ο πατέρας φίλος, κι ο σοφός μουσικός μου ταίριαζε απόλυτα . Όμως το πράγμα ήταν πολύ πιο πέρα από μια τέτοια φροϋδική εξήγηση.

Το ξέρω, στις αρχές της γνωριμίας μας δεν είχα κερδίσει τη φιλία σου, αλλά μόνο τη συμπάθειά σου. Θυμάμαι, σ’ ένα γράμμα σου, μου έγραφες: «Μια αληθινή σχέση μπορεί να ‘ναι είτε έρωτας, είτε σοφία». Η δική μας σχέση, έτσι και αλλιώς, δεν ήταν έρωτας. Λεν μπορούσε όμως , τότε, να ήταν ούτε σοφία. Ευτυχώς που υπήρχε και η γοητεία και μας κράτησε κοντά. Μερικά χρόνια αργότερα, η σχέση μας έγινε σοφία. Όμως όλα αυτά τα χρόνια, τόσο τα χρόνια της συμπάθειας και της γοητείας, όσο και τα χρόνια της σοφίας και της φιλίας, εγώ έδινα τον αγώνα για να σε κερδίσω. Ρουφούσα ως στυπόχαρτο τη σκέψη σου, την ηθική της αισθητικής και την αισθητική της ηθικής σου, μεγάλε Έλληνα. Ατέλειωτες νύχτες στον «Μαγεμένο Αυλό», γνώριζα την μαγεία της πιο αιρετικής σκέψης πού έζησαν οι μετά-σωκρατικοί αιώνες.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Γιάννης Βασιλειάδης, «Η μοναξιά του Γιοχάνες Μπραμς», εκδ. Καστανιώτη, 1996

Το 1896 ο Μάλερ επισκέπτεται, για τελευταία φορά, τον Μπραμς στην εξοχική του βίλα στο Bad Ischl , στη βόρεια Αυστρία κοντά στον ποταμό Τράουν. Τις εντυπώσεις του και τα συναισθήματά του γράφει στον μαθητή του και μετέπειτα σπουδαίο μαέστρο Μπρούνο Βάλτερ.

Bad Ischl, καλοκαίρι του 1896
Αγαπητέ μου Μπρούνο Βάλτερ
Τον είδα από μακριά να κάθεται κάτω από το μεγάλο σκιερό πλατάνι, στον κήπο της βίλας του, πιο μικρός και πιο συμμαζεμένος απ’ ό,τι συνήθως. Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Αναρωτήθηκα: Γιατί τόσοι μουσικοί μένουν ανύπαντροι; Μήπως δεν βρίσκουν ανταπόκριση στον έρωτα τους; Ή είναι τόσο κλεισμένοι και αφοσιωμένοι στην τέχνη τους. ώστε να μη μπορούν να κρατήσουν κοντά τους μια γυναίκα; Ή μήπως, έτσι απλά, επειδή είναι πολύ φτωχοί και αποπνέουν πικρίες και κακομοιριά;
Το σακάκι του γέρου Brahms ήταν γεμάτο λεκέδες από λίπος, από κρόκους αυγού, από δεν ξέρω κι εγώ τι. Λόγω της μεγάλης μυωπίας του δεν με γνώρισε παρά την τελευταία στιγμή, όταν βρισκόμουν σε δυο βήματα απόσταση.
Μείναμε καθιστοί, στις καρέκλες του κήπου για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, ο ένας δίπλα στον άλλο, σιωπηλοί, σαν δύο γέροι.
Μου μίλησε αργά σα να μονολογούσε: «Συνθέτω πάντοτε, αλλά με μεγάλη δυσκολία». Πήρε μια βαθιά αναπνοή και κοιτώντας συνεχώς μπροστά του συνέχισε: «Το τελευταίο μου έργο θα είναι μια σονάτα για κλαρινέτο και πιάνο. Τη συνέθεσα σε συνεργασία με το Richard Mülfeld – έναν εκπληκτικό Γερμανό κλαρινετίστα». Κατά τα λεγόμενα του Μπραμς είναι πολύ ανώτερος από όσους έχουμε στη Βιέννη.
Ξαφνικά θυμήθηκε και μου ανέφερε το θάνατο της Κλάρα Σούμαν, της αγαπημένης μεγάλης φίλης του.
Πέρασαν μερικά λεπτά και μετά είπε σχεδόν ψιθυριστά: «δεν ζει κανείς παρά για να τα χάσει όλα. μέχρι την ημέρα που θα τον πάνε και τον ίδιο με τη σειρά του στο νεκροταφείο. Και μπορεί να φυσάει ή και να χιονίζει πάνω στον τάφο του. Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτό. όλα συνεχίζουν το δρόμο τους και εξακολουθούν να υπάρχουν όπως και πρωτύτερα».
Σκούπισε ένα δάκρυ, αναστέναξε βαθιά και έπειτα μου διηγήθηκε πώς έφυγε από τη Βιέννη μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο της Κλάρας Σούμαν και πώς έχασε το τρένο – ανταπόκριση στο σταθμό της Φρανκφούρτης. Κοντολογίς, όταν έφτασε τελικά στην Βόννη, η κηδεία είχε τελειώσει.
 Δεν πρόλαβε παρά να ρίξει μια χούφτα χώμα στον τάφο. Γύρισαν μαζί με τον Μπαρτ (Bart) και τον Μπέρκερατ (Berkerat) στο σπίτι του Σούμαν – «εκεί όπου έκαιγε τα γράμματα μου», μου είπε, και παίξανε στη μνήμη της τη μουσική που αγαπούσε.
Για να κρύψει τη συγκίνηση του μου έδειξε την παρτιτούρα του πρώτου από τα Σοβαρά Τραγούδια που ήταν εκεί δίπλα, πάνω στο τραπέζι, μαζί με άλλα χαρτιά.  Ψιθύρισε χαμηλόφωνα και με τρεμάμενη φωνή τους στίχους:

 

Γιατί συμβαίνει με τον άνθρωπο, όπως και με τα ζώα.
Πεθαίνουν, και το ίδιο πεθαίνει κι αυτός.
Κι όλοι έχουν την ίδια πνοή.
Κι ο άνθρωπος δεν έχει τίποτα περισσότερο από τα ζώα.
Γιατί όλα είναι μάταια.

Διαβάστε περισσότερα