Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Κωστής Παλαμάς, «Μουσική και Λογική στην ποίηση»

Το κείμενο «Μουσική και Λογική στην ποίηση» αποτελεί παρέμβαση του Κωστή Παλαμά σχετικά  με την «καθαρή ποίηση»  στο πλαίσιο της σχετικής διαμάχης  που προκάλεσε η ομιλία του αββά Μπρεμόν στη Γαλλική Ακαδημία στις 24 Οκτωβρίου του 1925. 

`

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

`

[…] Ο κ. Παράσχος πιστεύει αφορμή του ξεπεσμού της ποιητικής τέχνης στους αρχαίους καιρούς, ύστερ’ από την αφάνταστην ακμή της με τους Ομήρους, τους τραγικούς και τους λυρικούς της Αθήνας, της Στερεάς και της Ελλάδας των νησιών, καθώς μάλιστα φάνηκε στους Αλεξανδρινούς και στους ρωμαϊκούς καιρούς, την ανεπάρκειαν, καθώς την ονομάζει, του ποιητικού λόγου, μόλις χώρισε από τον ήχο το μουσικό. Αλλά τάχα ο αποχωρισμός αυτός δεν έχει και τα καλά του; Δεν είναι κάποιος χαλασμός που καθαρίζει το έδαφος και φέρνει αγάλια-αγάλια, προς την ποίηση των νεωτέρων καιρών, την ανεξάρτητη, την αυτόνομη, την ποίηση που μας έρχεται και μας εξελίσσεται με μια ψυχήν ασύγκριτη πνευματικής ομορφάδας, την ποίηση που διά τινας δεν είναι η μηλιατική Αφροδίτη, όμως είναι η φλωρεντινή Ζοκόντα, και αξίζει να της τονισθή ο ίδιος ύμνος που τόνισε στο βιβλίο του για την «Αναγέννηση» ο Βάλτερ Πάτερ [Walter Pater] προς το αριστούργημα του Λεονάρδου Νταβίντση; […]

Κ’ έτσι η ποιητική σχολή που φάνηκε στη Γαλλία από τα 1880 κ’ εκείθε, και που ένας από τους διδασκάλους της, έν’ από τα είδωλά της είναι ο Μπωντελαίρ, ο Συμβολισμός μ’ ένα λόγο, μπορεί, απλούστατα, να ορισθή ως μια κοινή, σε διάφορες οικογένειες ποιητών, όσο κι αν είναι μεταξύ τους άμοιαστες και αντίμαχες, ως μια κοινή πρόθεση να πάρη τα καλά της Μουσικής, να θησαυρίση από τη Μουσική. Και ο Βαλερύ με τη θύμηση των πρώτων νεαρών ημερών του που και αυτός ανήκε στη φάλαγγα του Συμβολισμού, μας εξομολογιέται: Είμαστε θρεμμένοι από μουσική. Τα φιλολογικά μυαλά μας δεν ωνειροπολούσαν παρά πώς να επιτύχουν από τη γλώσσα τα ίδια σχεδόν αποτελέσματα που οι καθαροί μουσικοί τόνοι προξενούσαν στα νεύρα μας. Κ’ έτσι εδώ αγαπούσαν το Βάγνερ κ’ εκεί το Σούμαν. Κ’ έτσι ο Βαλερύ σε σελίδες αξιοσπούδαστες πάντα για τη σοβαρότητα και τη λεπτότητα των συλλογισμών του, —μαθηματικός κι αυτός καθώς, νομίζω, χρημάτισε— αναλύει και παρουσιάζει στον πρόλογο του ποιήματος του φίλου του και μαθητή του Λουκιανού Φαβρ το πρόβλημα της καθαρής, της απόλυτης, καθώς θέλει, ποιητικής ομορφιάς. […]

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Χρύσα Κωττάκη, «Silver Alert» [ποίηση: Δημήτρης Λέντζος], εκδ. Μετρονόμος, 2020 (Βιβλίο- CD)

`

Μουσική: Χρύσα Κωττάκη / Ποίηση: Δημήτρης Λέντζος / Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη, Μάρθα Φριντζήλα, Σοφία Μανουσάκη, Χρύσα Κωττάκη & Παντελής Θεοχαρίδης / Ενορχηστρώσεις: Παντελής Ντζιάλας ( Ενορχήστρωση σε ένα τραγούδι: Ο Νόμος περί Ανθέων: Γιώργος Καγιαλίκος)  / Καλλιτεχνική επιμέλεια: Αντώνης Μποσκοΐτης / Παραγωγός: Θανάσης Συλιβός/ Μετρονόμος

 

SILVER ALERT

Φορούσε μαύρο πουκάμισο
και τζιν παντελόνι
και φθηνά δερμάτινα πέδιλα
στο ένα του χέρι κρατούσε το τσιγάρο του
στο άλλο κρατούσε
μια φέτα φεγγάρι
είναι είκοσι δύο χρονών
απολυτήριο στρατού δεν πήρε
και η αστυνομική του ταυτότητα
δεν γράφει όνομα και ύψος
ούτε ηλεκτρονικό εισιτήριο
για το Μετρό και τα λεωφορεία
η ζωή του κινδυνεύει
άλλοι λένε πως ήταν άγαλμα
στον περιφερειακό
στα Πετράλωνα
στις εργατικές πολυκατοικίες
τον αναζητεί
μονάχα η μάνα του.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Γιάννης Μαρκόπουλος, «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» -ποίηση: Διονυσίος Σολωμός, Columbia, 1977

Σήμερα συμπληρώνονται 40 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Ξυλούρη

 

Ο  δίσκος  «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Γιάννη Μαρκόπουλου σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού  κυκλοφόρησε  σε μορφή λαϊκής λειτουργίας για τρεις τραγουδιστές (δυο υψίφωνους κι έναν βαρύτονο), αφηγήτρια, μικτή χορωδία και ορχήστρα. Τραγουδούν ο Νίκος Ξυλούρης, ο Λάκης Χαλκιάς, ο Ηλίας Κλωναρίδης, η Μικτή, 40μελής Χορωδία Πρέβεζας «Αρμονία» και αφηγείται η Ειρήνη Παππά. Η προετοιμασία της χορωδίας έγινε από τον Γιώργο Κακίτση, ενώ η σύνθεση, διδασκαλία των ερμηνευτών, ενορχήστρωση και διεύθυνση της ορχήστρας από τον Γιάννη Μαρκόπουλο.

`

Βαρώντας γύρου ολόγυρα 

Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται
κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανής πετιέται
και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
τ’ αράθυμο, το δυνατό κι όλο ψυχές γιομάτο,
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα.
Τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

 «Ο Ελύτης Διαβάζει Ελύτη -Έξη Και Μία Τύψεις Για Τον Ουρανό / Επτά Νυχτερινά Επτάστιχα», Διόνυσος, 1964

Μουσική Συνοδεία: Αργύρης Κουνάδης

`

 

 

`

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

ή
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ

Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών
της: Μεσημέρι.

Άδραξε μυτερό χαλίκι, κι αργά, με δεξιοσύνη, ο ήλιος, πάνω απ’ τον
ωμό της Κόρης του Ευθυδίκου, χάραξε τα πτερύγια των ζεφύρων.

Το φως δουλεύοντας τη σάρκα μου, φάνηκε μια στιγμή στο στήθος το
μενεξεδί αποτύπωμα, κει που η τύψη μ’ άγγιξε κι έτρεχα σαν
τρελός. Ύστερα, μες στα πλάγια φύλλα ο ύπνος μ’ αποστέγνω-
σε, κι έμεινα μόνος. Μόνος.

Ζήλεψα τη σταλαγματιά που απαρατήρητη δόξαζε τα σκίνα. Όμοια
να ‘μουν στο έκπαγλο μάτι που αξιώθηκε να δει το τέλος του
Ελέους!

Ή μήνα κι ήμουν; Στην τραχύτη του βράχου, ανάρραγου από την κορ-
φή ως τα βάραθρα, γνώρισα τα πεισματικά σαγόνια μου. Που
σπάραζαν το κτήνος μέσα στον άλλον αιώνα.

Και η άμμο πέρα, κατακαθισμένη από την ευφροσύνη που μου ‘δω-
κεν η θάλασσα, κάποτε, σαν βλαστήμησαν οι άνθρωποι κι άνοι-
γα τις οργιές με βιάση να ξεδώσω μέσα της· να ‘ταν αυτό που γύ-
ρευα; η αγνότητα;

Το νερό αναστρέφοντας το ρέμα του, μπήκα στο νόημα της μυρσίνης
όπου φυγοδικούν οι ερωτευμένοι. Άκουσα ξανά το μετάξι που
έψαυε τα τριχωτά μου στήθη ασθμαίνοντας. Και η φωνή «χρυσέ
μου», νύχτα, μέσα στη ρεματιά, που έκοβα το στερνό πρυμνήσιο
των άστρων και πρόσεχε να πάρει σχέδιο τ’ αηδόνι.

Τι λαχτάρες αλήθεια και τι χλευασμούς εδέησε να περάσω, με το λί-
γο του όρκου στα δυο μάτια και τα δάχτυλα έξω απ’ τη φθορά.
Τέτοιες χρονιές -α ναι- θα ‘ταν που εργαζόμουν να γίνει τόσο
τρυφερό το απέραντο γαλάζιο!

Είπα. Και στρέφοντας το πρόσωπο, μες στο φως ξανά το αντίκριζα να
με ατενίζει. Δίχως έλεος.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Leoš Janáček, «Από το σπίτι των πεθαμένων», 1928

 

 

 

Το έργο αποτελεί διασκευή των «Αναμνήσεων από το σπίτι των νεκρών» του Ντοστογιέφσκι, την περιγραφή του καιρού που πέρασε εξόριστος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία. Στα 90 λεπτά της η όπερα του Γιάνατσεκ αναβιώνει έναν κόσμο απόγνωσης.

 

`

**************************************************

Απόσπασμα από το βιβλίο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων»

σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου

`

ΣTIΣ AΠOMAKPEΣ ΓΩNIEΣ της Σιβηρίας, ανάμεσα στις στέπες, τα βουνά ή τ’ αδιάβατα δάση, συναντάει κανείς πού και πού κάτι μικρές ασήμαντες πολιτείες, με χίλιους, το πολύ δυο χιλιάδες κατοίκους, με δύο εκκλησίες –η μια μέσα στην πόλη κι η άλλη στο νεκροταφείο– πολιτείες που μοιάζουνε περισσότερο μ’ ένα κεφαλοχώρι κοντά στη Μόσχα. Συνήθως είναι με το παραπάνω εφοδιασμένες με αρχιαστυνόμους, με παρέδρους κι όλους τους άλλους κατώτερους υπαλλήλους. Γενικά, αν και στη Σιβηρία κάνει κρύο, ο κάθε μικροζεστοθεσούλης το βρίσκει εξαιρετικά ευχάριστο να υπηρετεί εκεί πέρα. Γιατί εκεί ζούνε άνθρωποι απλοί, χωρίς φιλελεύθερες τάσεις. Oι συνήθειες είναι παλιές, γερές και οι αιώνες όχι μόνο δεν τις άλλαξαν, αλλά τις καθαγιάσανε κιόλας. Oι υπάλληλοι –που με το δίκιο τους παίζουνε το ρόλο των ευγενών της Σιβηρίας– είναι ή ντόπιοι ριζωμένοι Σιβηριανοί ή όσοι ήρθανε απ’ τη Ρωσία, απ’ τις μεγαλουπόλεις οι περισσότεροι, γιατί τους τράβηξαν οι έκτακτοι μισθοί, τα διπλά οδοιπορικά κι οι δελεαστικές ελπίδες για το μέλλον. Όσοι απ’ αυτούς ξέρουν να λύσουν το πρόβλημα της ζωής, μένουν σχεδόν πάντα στη Σιβηρία και μ’ απόλαυση ριζώνουν εκεί. Και πάντα προκόβουν. Μα οι άλλοι, οι επιπόλαιοι, κι όσοι δεν ξέρουν να λύσουν το πρόβλημα της ζωής, σύντομα νιώθουν πλήξη στη Σιβηρία και ρωτάνε θλιβερά τον εαυτό τους: «γιατί κουβαληθήκαμε εδώ πέρα;» Αυτοί περιμένουν μ’ ανυπομονησία να τελειώσει το τρίχρονο συμβόλαιο της υπηρεσίας τους κι όταν τελειώσει, αμέσως φροντίζουν για τη μετάθεσή τους και γυρίζουν στο σπιτάκι τους βρίζοντας και κοροϊδεύοντας τη Σιβηρία. Δεν έχουν δίκιο: Όχι μονάχα απ’ την άποψη της υπηρεσίας, μα κι από πολλές άλλες απόψεις αν εξετάσει κανείς το πράμα, φτάνει στο συμπέρασμα πως μπορεί να ζήσει κανείς θαυμάσια εκεί. Το κλίμα είναι υπέροχο. Υπάρχουν πολλοί αξιοπρόσεχτοι και φιλόξενοι μεγαλέμποροι, υπάρχουν πολλοί Ευρωπαίοι και αρκετοί πλούσιοι. Oι δεσποινίδες ανθίζουν σαν τα τριαντάφυλλα κι είναι ηθικές ως εκεί που δεν παίρνει. Το κυνήγι πετάει μέσα στους δρόμους και πέφτει μόνο του πάνω στον κυνηγό. Η κατανάλωση της σαμπάνιας φτάνει σε αμέτρητες ποσότητες. Το χαβιάρι είναι θαυμαστό. Η συγκομιδή σε μερικά μέρη είναι δεκαπέντε προς ένα. Γενικά μια γης ευλογημένη. Φτάνει μονάχα να ξέρεις να την εκμεταλλευτείς. Στη Σιβηρία ξέρουν και την εκμεταλλεύονται.

Σε μια απ’ αυτές τις εύθυμες κι ευχαριστημένες με τον εαυτό τους πολιτείες, με τον πιο αξιαγάπητο πληθυσμό, που η θύμησή τους θα μείνει για πάντα στην καρδιά μου, συνάντησα τον Αλέξαντρο Πετρόβιτς Γοριάντσικοβ.

Διαβάστε περισσότερα