Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

Charles Gounod, «Φάουστ» /Όπερα σε πέντε πράξεις με μπαλέτο, εκδ. Εθνική Λυρική Σκηνή, 2012

επιμέλεια: Νίκος Α. Δοντάς
κείμενα: Νίκος Α. Δοντάς, Μηνάς Ι. Αλεξιάδης, Μαριάννα Σιδερή, Εκτόρ Μπερλιόζ, Σοφία Κομποτιάτη
μετάφραση: Νίκος Α. Δοντάς

`

 

Το έργο: Όπερα σε πέντε πράξεις με μπαλέτο, ο “Φάουστ” -στηρίζεται σε ποιητικό κείμενο των Ζυλ Μπαρμπιέ και Μισέλ Καρρέ, οι οποίοι άντλησαν το υλικό τους από το θεατρικό έργο Φάουστ και Μαργαρίτα του Καρρέ (1850), όπως επίσης από το Α΄ Μέρος του “Φάουστ”, του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (1808) στη γαλλική του μετάφραση από τον Ζεράρ ντε Νερβάλ (1828). Τυπικό δείγμα γαλλικής μεγαλόπρεπης όπερας -grand opera- και η πρώτη του είδους που σημείωσε τόσο μεγάλη επιτυχία παγκοσμίως, ο Φάουστ παρέμεινε το δημοφιλέστερο λυρικό έργο μέχρι περίπου τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ξεκίνησε ως opera comique με πεζούς διάλογους και μετασχηματίστηκε σταδιακά, στη διάρκεια μίας δεκαετίας, ώστε να ταιριάξει στα γούστα του παγκόσμιου κοινού. Ο όρος opera comique -κωμική όπερα- δεν υπαινίσσεται κωμικά στοιχεία, αλλά αφορά σε χαρακτηριστικά δομής και αισθητικής, ένα από τα οποία είναι οι διάλογοι πρόζας. Από τον Γκαίτε ο Φάουστ κρατά μονάχα την αφήγηση και παρακάμπτει το φιλοσοφικό υπόβαθρο: ο ηλικιωμένος επιστήμονας Φάουστ πουλά τη ψυχή του στον Μεφιστοφελή, με αντάλλαγμα τη νιότη και τον έρωτα. Στο επίκεντρο της όπερας δεν βρίσκεται τόσο ο ίδιος Φάουστ, όσο η Μαργαρίτα, που μεταμορφώνεται χάρη στο έρωτα και τελικά πληρώνει σκληρά τις επιλογές της.

`

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Ευαγόρας Καραγιώργης, «10 Χαϊκού του Γιώργη Παυλόπουλου για τετράφωνη χορωδία», Κύπρος, 2019

`

Στον δίσκο συμμετέχει η χορωδία δωματίου «Πολυφωνία», υπό τη διεύθυνση της Μάρως Σκορδή.

`

Κρυφό μου σώμα

Τα μυστικά σου μόνος

εγώ τα ξέρω.

`

*

Όταν χορεύει

σηκώνει τη φούστα της

να ιδώ την ελιά.

`

*

Τρεις φίλοι παίζαν

στα ζάρια το φιλί της.

Κι άλλος το πήρε.

`

*

Πάνω στο αμόνι

μενεξές το σίδερο

του μπαλκονιού της.

`

*

Δυο μάτια σπαθιά

σκίζαν τα βλέφαρά του

κι έμενε γυμνή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Μαρία Παπαθανασίου, «Moυσική της Ανατολής – O ξεπεσµένος δερβίσης»

Από την πτυχιακή εργασία, «∆ιαπολιτισµική µουσική εκπαίδευση  και λογοτεχνία», Τµήµα Μουσικής Επιστήµης και Τέχνης του Πανεπιστηµίου Μακεδονίας, 2008

`

Στο έξοχο διήγηµα του Αλέξανδρου Παπαδιαµάντη Ο ξεπεσµένος ∆ερβίσης, ο
κεντρικός ήρωας είναι ένας άνθρωπος ανατολίτικης καταγωγής, ο οποίος βρίσκεται
στην Αθήνα. Είναι πολύ µόνος και η µοναδική του συντροφιά είναι το νέι4 του. Οι
κάτοικοι της πόλης τον αντιµετωπίζουν σαν ξένο. Τα ρούχα και η εµφάνισή του είναι
διαφορετικά, ακόµη και τα τραγούδια που παίζει µε το νέι του διαφέρουν πολύ από τα
ακούσµατα των υπολοίπων.
Η πρώτη περιγραφή του δερβίση γίνεται όταν τον συναντάει ένας σαλεπτσής:

`
«Υψηλή µορφή, µε λευκόν σαρίκι, µε µαύρην χλαίναν και χιτώνα χρωµατιστόν, είχε
σταθεί ενώπιον του σαλεπτσή. […] ∆εν είχε γνωρίσει [ο σαλεπτσής] τον άνθρωπον,
αλλά το ένδυµα. Κάθε άλλος θα τον εξελάµβανεν ως φάντασµα. Αλλ’αυτός δεν
επτοήθη. Ήτο απ’εκείνα τα χώµατα» (Παπαδιαµάντης, 2004: 12, 14).

`
Στη συνέχεια του διηγήµατος, ο Παπαδιαµάντης αφηγείται:

`
Είχεν αναφανή. Πότε; Προ ηµερών, προ εβδοµάδων. Πόθεν; Από την
Ρούµελην, από την Ανατολήν, από την Σταµπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορµής;
Ποίος;
Ήτον ∆ερβίσης; Ήτον βεκτασής, χόντζας, ιµάµης; Ήτον ουλεµάς,
διαβασµένος; Υψηλός, µελαψός, συµπαθής, γλυκύς, άγριος. Με το σαρίκι του, µε
τον τσουµπέν του, µε τον δουλαµάν του.
Ήτο εις εύνοιαν, εις δυσµένειαν; Είχεν ακµάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθή;
Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσµος είναι σφαίρα και γυρίζει..

Εκείνην την βραδειάν τον είχε προσκαλέσει µία παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι
αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας απ’αυτούς έβαλλε γιουβέτσι
κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν.
Ήτον λοταρτζής κ’ εκέρδιζε δέκα ή δεκαπέντε δραχµάς την ηµέραν. Τι να τας
κάµη; Τους έβαλλε γιουβέτσι και τους εφίλευε. Ήσαν λοτοφάγοι, µε όµικρον και
µε ωµέγα.
Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Ο ∆ερβίσης δεν έπινε κρασί, έπινε
µαστίχαν. ∆ερβισάδες ήσαν κι αυτοί. Του είπαν να τραγουδήσει. Ετραγούδησε.
Του είπαν να παίξη το νάϊ. Έπαιξε.
∆εν τους ήρεσε. Ω, αυτός δεν ήτον αµανές.
∆εν ήτον, όπως τον ήξευραν αυτοί. Αλλ’ο ∆ερβίσης τους έλεγε τον καθ’αυτό
αµανέν (Παπαδιαµάντης, 2004: 14,16).

`
Τα παιδιά που διαβάζουν αυτό το διήγηµα διαπιστώνουν από την αρχή ότι έχουν
να κάνουν µε έναν άνθρωπο διαφορετικό. Ή µάλλον διαφορετικό για τους κατοίκους
της Αθήνας. Γιατί προφανώς, στη χώρα του δεν θα θεωρούνταν διαφορετικός.
Στην περιγραφή του συνδυάζονται επίθετα όπως γλυκύς και άγριος. Είναι ένας
ήρωας µοναχικός και συνάµα πολύ συµπαθής. Πηγαίνει εκεί που τον καλούν, αλλά οι
άνθρωποι δεν µπορούν να εκτιµήσουν τη µουσική του, δεν µπορούν να την
απολαύσουν. Κι αυτό γιατί δεν είναι σαν αυτή που έχουν συνηθίσει να ακούν, είναι
διαφορετική. Αυτή η µουσική είναι, όµως, η πραγµατική, η αυθεντική, ο «καθ’ αυτός
αµανές».
Μ’ αυτό τον τρόπο, µέσα από το διήγηµα, δίνεται στα παιδιά η ευκαιρία να
αντιληφθούν πόση σηµασία έχει να δέχονται και να εκτιµούν τις µουσικές των άλλων
λαών και τις πολιτιστικές τους ιδιαιτερότητες. Μπορεί µε το πρώτο άκουσµα να τους
φανούν περίεργες. Στη συνέχεια, όµως, και κυρίως αν γνωρίσουν ολόκληρο τον
πολιτισµό της χώρας και αντιληφθούν τις αιτίες που δηµιούργησαν αυτή τη µουσική,
τις επιδράσεις που δέχτηκε, τις συνθήκες µέσα στις οποίες εξελίσσεται, θα µπορέσουν
να την απολαύσουν και πιθανόν να την αγαπήσουν.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Ιάννης Ξενάκης, «Κείμενα περί μουσικής και αρχιτεκτονικής» (μετ. Τίνα Πλυτά), εκδόσεις Ψυχογιός, 2013

`
Η μουσική του Ιάννη Ξενάκη παίζεται καθημερινά ανά τον κόσμο και ο δημιουργός της ανήκει στον ομάδα των τεσσάρων ή πέντε σημαντικότερων συνθετών της λεγόμενης σύγχρονης μουσικής, η οποία, μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, έδωσε μια ριζικά νέα πορεία στην ιστορία της τέχνης αυτής. Η προσφορά του είναι διπλή μαζί με άλλους συνθέτες, με μεγαλύτερη όμως οξύτητα, έδωσε ώθηση σε δύο ουσιαστικές αλλαγές της πορείας της μουσικής, αλλαγές οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμη. Πρώτον: Άνοιξε τον κόσμο των ήχων. Η μουσική ορίζεται μεν εν γένει ως τέχνη των ήχων, μόνον όμως με την πρόσφατη εξέλιξή της ανταποκρίνεται με ακρίβεια στον ορισμό αυτό. Η τονική μουσική, λόγου χάρη, ήταν μάλλον τέχνη δομών που μιμούνται τη δόμηση της γλώσσας και όπου κατά συνέπεια, ο ήχος ως ήχος δεν παίζει ουσιαστικό ρόλο. Στο πλαίσιο αυτό μετράει το τι συμβαίνει “μεταξύ” των ήχων κι όχι μέσα τους. Δεύτερον: με τον Ξενάκη, η μουσική συμμετέχει και πάλι στα συμβάντα του κόσμου. Η μουσική της δεκαετίας του ’50 είχε καταλήξει σε ένα είδος υπερειδίκευσης που πολλοί συνέχεαν με την πρώην χειροτεχνική της κατάσταση (η οποία εγγυάτο την αυτονομία της) ενώ δεν ήταν παρά μίμηση της γενικής πορείας της βιομηχανικής κοινωνίας – χωρίς βέβαια την αντίστοιχη οικονομική χρησιμότητα! Αποκομμένη από το κοινό και γενικότερα από τα του κόσμου, κινδύνευε να περιπέσει σε πλήρη μαρασμό, να θεσμοποιηθεί με τη χειρότερη έννοια της λέξης. Ενώ η πρώτη αναφερθείσα αλλαγή είναι υπόθεση της ίδιας της μουσικής του Ξενάκη, η δεύτερη αποτελεί ίσως το αντικείμενο των γραπτών του περί μουσικής γι’ αυτό το λόγο και το ενδιαφέρον τους είναι τόσο μεγάλο. […]
`
(Από τον πρόλογο της έκδοσης)

`

*********

`

Ήμουν 5-6 χρονών όταν πέθανε η μητέρα μου. Πέρασα τα εφηβικά μου χρόνια εσωτερικός σ ένα σχολείο κοντά στη
θάλασσα· η ζωή όμως ήταν πικρή, ακόμη και στις Σπέτσες εκείνης της εποχής.
Μου άρεσε πολύ να διαβάζω αστρονομία, απομονωμένος στη βιβλιοθήκη. Και κάποτε, μέσω ενός δασκάλου, ανακάλυψα τον Όμηρο, τους αρχαίους συγγραφείς· έτσι άνοιξε για μένα η καταπακτή προς τον φιλοσοφικό λόγο. Ήρθα στην Αθήνα και συνέχισα να μελετώ τους αρχαίους· άρχισα να διαβάζω Πλάτωνα, αρχαίους ποιητές όπως η Σαπφώ και ο Ανακρέων, μόνος μου φυσικά. Πήγαινα στον Μαραθώνα κι έκλαιγα πάνω στον τύμβο των
Μαραθωνομάχων. Πήγαινα στο μουσείο και μάθαινα, αποκτούσα και σωματική επαφή με την αρχαία αισθητική.
Εν τω μεταξύ, επειδή αγαπούσα τα μαθηματικά και τη φυσική, με παρότρυναν να φοιτήσω στο Πολυτεχνείο, να γίνω μηχανικός, παρότι δεν μ ενδιέφερε. Απ την άλλη πλευρά υπήρχε η μουσική· συνειδητοποιούσα σιγά σιγά ότι αυτό που ήθελα δεν ήταν να μάθω πιάνο ή κάτι τέτοιο, αλλά να κάνω σύνθεση, να δω πώς φτιάχνεται η μουσική, ποια είναι η διάρθρωση, πώς είναι η δομή της.
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων ανακοινώθηκαν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940. Το Πολυτεχνείο δεν άνοιξε τις πύλες του, είχαν όμως δημοσιεύσει τα αποτελέσματα κι έτσι ήξερα πως είχα περάσει. Καθυστέρησε να ανοίξει περίπου ένα χρόνο· από κει και πέρα αρχίζει και η Αντίσταση.
Εκείνη την εποχή διάβαζα Πλάτωνα, είχα πάντοτε στην τσέπη μου κάτι μικρές στερεότυπες εκδόσεις. Μελετούσα την Πολιτεία. Η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν τόσο ασφυκτική ώστε έπρεπε να
βρει κανείς διεξόδους. Δημιουργούσα λοιπόν ένα δικό μου χώρο, εντελώς φανταστικό, ο οποίος βρισκόταν σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Και αυτή η σύγκρουση ήταν πράξη — ο κίνδυνος θανάτου στις διαδηλώσεις.
Ήταν και ιδεολογία διότι στα μαρξιστικά κείμενα που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή —με την παράξενη, άκαμπτη, δήθεν δημοτική τους γλώσσα— διάβαζα, καταλάβαινα και αποδεχόμουν τις θέσεις του μαρξισμού· τις έβλεπα ως ένα είδος παραμόρφωσης των πλατωνικών ιδεών.

Διαβάστε περισσότερα