Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

Kurt Weill,”Oh captain, my captain!” (ποίηση: Walt Whitman)

***

O Captain! my Captain! our fearful trip is done,
The ship has weather’d every rack, the prize we sought is won,
The port is near, the bells I hear, the people all exulting,
While follow eyes the steady keel, the vessel grim and daring;
But O heart! heart! heart!
O the bleeding drops of red,
Where on the deck my Captain lies,
Fallen cold and dead.

O Captain! my Captain! rise up and hear the bells;
Rise up—for you the flag is flung—for you the bugle trills,
For you bouquets and ribbon’d wreaths—for you the shores a-crowding,
For you they call, the swaying mass, their eager faces turning;
Here Captain! dear father!
This arm beneath your head!
It is some dream that on the deck,
You’ve fallen cold and dead.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Ιάκωβος Καμπανέλλης, «Άκουσε τη φωνή μου κι έλα» – Τραγούδια και ποιήματα» (φροντίδα: Θάνος Φωσκαρίνης- Κατερίνα Ι. Καμπανέλλη), εκδ. Κέδρος, 2020

 

Η ΝΑΞΟΣ
Σάββατο απόγεμα πήραμε
το πλοίο της γραμμής.
Στο χώρο: προορισμός η Νάξος.
Στο χρόνο: δεκαεννιά του Απρίλη…

Υπάλληλοι, ιδιωτικοί και δημόσιοι,
θα επιστρέφαμε στους εαυτούς μας!…
Μα, ψυχικά ποιος θα ’ταν
ο προορισμός μας
δεν το ξέραμε…
Γι’ αυτό, Σάββατο απόγεμα πήραμε
το πλοίο της γραμμής –
πληρώνοντας και του κόσμου
τα λεφτά από πάνω!…

Διασχίσαμε 200 μίλια στο χώρο
και κάπου 12 ώρες στο χρόνο…
Όμως εκείνο που μέσα μας διανύσαμε
ήταν αμέτρητο.

Ώσπου φτάσαμε…
Φτάσαμε γεωγραφικά, ακτοπλοϊκά,
στραγγίσαμε το εισιτήριο
ως την τελευταία πεντάρα
της ενέργειάς του –
μα πουθενά η Νάξος!…
Κι όμως ο χάρτης έδειχνε ότι
τόντι το λιμάνι αυτό ήταν η Νάξος!…
Κι οι κάτοικοι του νησιού
κάνανε όρκους:
να θάψουμε τα παιδιά μας, λέγανε,
αν δεν είναι τούτη η Νάξος,
κι αν δεν είμαστε Ναξιώτες εμείς!…

Φύγαμε απογοητευμένοι απ’ τη Νάξο
κι από τους Ναξιώτες…

Αν όλοι αυτοί οι διαβόλοι
που μας περίμεναν στην προκυμαία
είχαν την ευφυΐα ν’ αρνηθούνε
ποιοι είναι
και πού βρίσκονται,
ίσως να ’ταν τόντι εκεί η Νάξος
που νοσταλγήσαμε!…

`

 

*********************************************************************************

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΝΑΧΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗΛΗ ΠΟΙΗΣΗ

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είχε μια μακροχρόνια σχέση με τον εύρυθμο λόγο, το τραγούδι γενικά. Πρώτ’ απ’ όλα με τα τραγούδια που άκουγε στο σπίτι του και στο νησί του, τη Νάξο, αλλά και μετά, κυρίως με το έντεχνο λαϊκό, που άκουγε όταν το 1932 ήρθε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Έναν συνδυασμό αυτών των δύο υπηρέτησε με συνέπεια για πενήντα περίπου χρόνια. Η συγκεντρωτική συλλογή Άκουσε τη φωνή μου κι έλα συμπεριλαμβάνει, για πρώτη φορά, το σύνολο των τραγουδιών και των ποιημάτων που έγραψε και βρέθηκαν στα κατάλοιπά
του το 2015. Η διαδικασία συγκέντρωσης και καταγραφής δεν ήταν εύκολη, δεδομένου ότι δεν υπήρχε για όλα τα τραγούδια η γραπτή μορφή τους.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Ανδρέας Κατσιγιάννης, «Γη της Ιωνίας», εκδ. Ogdoo, 2021

Ποίηση & Στίχοι: Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Ρίτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Κ. Π. Καβάφης.
Κώστας Μπαλαχούτης, Ισαάκ Σούσης, Κώστας Καρτελιάς, Μιμή Ντενίση, Πόλυς Κυριάκου, Θωμάς Κοροβίνης, Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Ερμηνεύουν οι:  Μάριος Φραγκούλης, Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Γιώργος Νταλάρας, Μπάμπης Στόκας, Λεωνίδας Μπαλάφας, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Μανώλης Μητσιάς, Ασπασία Στρατηγού, Ζαχαρίας Καρούνης, Νατάσα Θεοδωρίδου, Γιώργος Μπαγιώκης
Αφηγούνται: Μιμή Ντενίση, Θωμάς Κοροβίνης, Ελένη Κοκκίδου, Χρύσα Παπά
Την επιμέλεια του βιβλίου έχει κάνει ο ς συγγραφέας,  ερευνητής του τραγουδιού και συνθέτης Θωμάς Κοροβίνης.

*

Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Τα εφτά κοιμισμένα παιδιά, εκδ. Αστέρος, Αθήνα 1981

Και η γη της Ιωνίας, η γη των θεών, να ξετυλίγεται ολόγυρά σου, όλη ομορφιά, όλη πάθος. Μια ευγένεια, μια γαλήνη. Τόπος κατάφυτος, τόπος κατάδεντρος, τόπος κατάκαρπος. Γόνιμα χώματα, καθώς το κορμί της γεννούσας γυναίκας, που δεν είναι τίποτες άλλο παρά η αδιάκοπη λαχτάρα του σπόρου. Το πνεύμα του Ομήρου αλαφροζυγιάζεται μέσα στον λαμπρόν αιθέρα. Ο δαχτυλικός εξάμετρος δεν έχει πεθάνει. Ειν’ ένας στίχος γεμάτος μακαριότητα και αθανασία, που εκφράζει το νόημα του τοπίου. Εδώ πέρα γεννιούνται οι όμορφοι μύθοι. Ο μύθος του έπους, ο μύθος της ιστορίας, ο μύθος της φιλοσοφίας, η ποίηση όλη, ο στοχασμός κι η χαρά της ζωής. Η χώρα είναι πλασμένη από θεούς καλοπροαίρετους, για να συνταιριάζει τις αντιθέσεις. Ανάμεσα στην Αιολίδα, στα χώματα της Τρωάδας, και στα περιγιάλια της δωρικής Μικρασίας. Η παλικαριά, η χλιδή. Κι ανάμεσά τους η λεπτότατη συνείδηση των Ιώνων, που έκαμαν τέχνη και τη ζωή, χωρίς, πολύ συχνά, να το νιώσουν.

*

KISMET/ Κείμενο: Θωμάς Κοροβίνης
Αιώνες τώρα η Ανατολή υπομένει και σιωπά, αφουγκράζεται τους αβάσταχτους καημούς των παιδιών της και καρτερά. Οι λαοί της Ανατολίας, όταν δεν σιωπούν, όταν δεν βυθίζονται στην ασάλευτη παθητικότητα και δεν εναποθέτουν το μέλλον τους στα χέρια του εκάστοτε θεού τους, τότε κλωτσώντας την μακάρια κηδεμονία του κισμέτ, εκρήγνυνται οργισμένα και εκδικητικά. Κι έπειτα σφαγιάζονται. Άλλοτε επιτιθέμενοι κι άλλοτε αμυνόμενοι. Απ’ τον καιρό του Πρίαμου, απ’ τον καιρό του Μεγαλέξαντρου ακόμα. Είναι της μοίρας τους να χτίζουν την ιστορία τους με αίμα.
Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Τhe Glass Prism, «The Crow» (μουσική: The Glass Prism, ποίηση: Edgar Allan Poe)

Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore—
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
“‘Tis some visitor,” I muttered, “tapping at my chamber door—
Only this and nothing more.”

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December;
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow;—vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow—sorrow for the lost Lenore—
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore—
Nameless here for evermore.

And the silken, sad, uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me—filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
“‘Tis some visitor entreating entrance at my chamber door—
Some late visitor entreating entrance at my chamber door;—
This it is and nothing more.”

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
“Sir,” said I, “or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you”—here I opened wide the door;—
Darkness there and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, “Lenore?”
This I whispered, and an echo murmured back the word, “Lenore!”—
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
“Surely,” said I, “surely that is something at my window lattice;
Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore—
Let my heart be still a moment and this mystery explore;—
‘Tis the wind and nothing more!”

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately Raven of the saintly days of yore;
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door—
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door—
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
“Though thy crest be shorn and shaven, thou,” I said, “art sure no craven,
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore—
Tell me what thy lordly name is on the Night’s Plutonian shore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning—little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door—
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
With such name as “Nevermore.”

But the Raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing farther then he uttered—not a feather then he fluttered—
Till I scarcely more than muttered “Other friends have flown before—
On the morrow he will leave me, as my Hopes have flown before.”
Then the bird said “Nevermore.”

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
“Doubtless,” said I, “what it utters is its only stock and store
Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore—
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
Of ‘Never—nevermore’.”

But the Raven still beguiling all my fancy into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird, and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore—
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking “Nevermore.”

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom’s core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion’s velvet lining that the lamp-light gloated o’er,
But whose velvet-violet lining with the lamp-light gloating o’er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
“Wretch,” I cried, “thy God hath lent thee—by these angels he hath sent thee
Respite—respite and nepenthe from thy memories of Lenore;
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

“Prophet!” said I, “thing of evil!—prophet still, if bird or devil!—
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted—
On this home by Horror haunted—tell me truly, I implore—
Is there—is there balm in Gilead?—tell me—tell me, I implore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

“Prophet!” said I, “thing of evil!—prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us—by that God we both adore—
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore—
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore.”
Quoth the Raven “Nevermore.”

“Be that word our sign of parting, bird or fiend!” I shrieked, upstarting—
“Get thee back into the tempest and the Night’s Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken!—quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted—nevermore!

 

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Αντώνης Καλογιάννης (1935- 2021), «Κράτησα τη ζωή μου…»

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ (μουσική: Μίκης Θεοδωράκης- στίχοι: Μάνος Ελευθερίου)
Δεν είσαι συ το αίμα της φωτιάς
εσύ π’ ανοίγεις την πληγή με το μαχαίρι την αυγή

Ο ποιητής είναι παράθυρο ανοιχτό στην εξουσία των καιρών
κι έχει τη μνήμη των νεκρών.

Μιλάει τη γλώσσα του Θεού με τη φωνή του κεραυνού.
Μιλάει τη γλώσσα του Θεού κι έχει τα μάτια του παντού.

Δεν είσαι εσύ αυτός που με κρατά με δυο μαχαίρια σταυρωτά
κι έχει στους ώμους του πουλιά

Ο ποιητής φοράει τον ήλιο στα μαλλιά
κι ανήκει χώρια καθενός θάλασσα είναι κι ουρανός.

Διαβάστε περισσότερα