Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Διονύσης Σαββόπουλος, «Η μουσική των λέξεων/ Γεννήθηκα στη Σαλονίκη»

Αντιφώνηση – Ομιλία του Διονύση Σαββόπουλου κατά την αγόρευσή του ως Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας , ΑΠΘ,  24 Νοεμβρίου 2017.

`

Κύριε Πρύτανη,
κύριοι Αντιπρυτάνεις,
κύριε Κοσμήτορα,
κύριε Πρόεδρε του Τμήματος Φιλολογίας,
κυρίες και κύριοι,
εκλεκτοί προσκεκλημένοι,

Κάθε φορά που μου λένε καλά και θερμά λόγια, νομίζω στην αρχή ότι μιλούν για
έναν άλλον κι όταν λίγο μετά συνειδητοποιώ ότι τα λένε για μένα κοντεύω να βάλω
τα κλάματα.
Αυτή τη φορά μάλιστα, φοβάμαι πως είναι χειρότερα. Διότι καθώς άκουγα τόσο
τιμητικά λόγια, περιστοιχιζόμενος επιπλέον από τους αγαπημένους μου φίλους,
τους συγγενείς, τους αξιότιμους προσκεκλημένους και το σεβαστό κοινό, όλους
αυτούς που με την παρουσία τους λαμπρύνουν αυτήν την αίθουσα απόψε, ένιωσα
βαθιά μέσα μου εκείνη τη συγκίνηση που θα είχε ο πατέρας μου, η μητέρα και ο
αδερφός μου αν βρίσκονταν στη ζωή.

`
«Είναι πολλών ανθρώπων τα λόγια μας», έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης. Πράγματι,
μέσα από την φωνή μας πολλές φορές, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, είναι σαν να
μιλάει μια κοινότητα, μια πόλη, πρόσωπα που αγαπήσαμε, παρέες, μια γειτονιά.
Γεννήθηκα μες στα Δεκεμβριανά του ΄44, η πόλη ήταν ανάστατη, συγκοινωνίες δεν
λειτουργούσαν και η μητέρα μου ετοιμόγεννη μεταφέρθηκε άρον άρον μέσα στην
καλαθούνα μιας μοτοσυκλέτας του Ε.Λ.Α.Σ. ―ο οποίος Ε.Λ.Α.Σ. είχε επιτάξει ένα
σπίτι ακριβώς πίσω απ᾽ το σπίτι μας― κι ένας ΕΛΑΣίτης προθυμοποιήθηκε και την
μετέφερε με κρότους και καπνούς στο μαιευτήριο όπου γεννήθηκα άμα τη αφίξει.
Το 1984, ήρθε στην Θεσσαλονίκη το επίσημο κανάλι της κρατικής Ιταλικής
τηλεόρασης, η ΡΑΙ, για ένα αφιέρωμα στους αντιπάλους σαράντα χρόνια μετά το
ξέσπασμα του εμφυλίου. Μου ζήτησαν το τραγούδι μου «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη»
και μια μικρή συνέντευξη. Μιλούσα στην κάμερα βαδίζοντας σ΄εκείνον τον δρομάκο
όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, στην οδό Ζάννα. Ο δρομάκος ήταν πια
ασφαλτοστρωμένος. Παλιά δεν ήταν παρά ένας χωματόδρομος όλο πέτρες. Μετά
βίας αναγνώρισα που θα ήταν κάποτε το πατρικό μου σπίτι, αφού όλα είχαν γίνει
πια πολυκατοικίες. Ανηφορίζαμε αργά και διστακτικά διότι πλάι μου ερχόταν η
κάμερα, κι όπως ήμουν συγκεντρωμένος σε αυτά που έλεγα, το πόδι μου ξαφνικά
έκανε σαν εδώ να υπήρχε λακκούβα κι εκεί κοτρώνα. Υπήρχαν αυτά τα πράγματα.
Αλλά κάτω απ΄ την άσφαλτο! Και το πόδι θυμόταν, γιατί είχε διατρέξει το
κακοτράχαλο δρομάκι άπειρες φορές ως παιδί. Η παραίσθηση κράτησε λίγα
δευτερόλεπτα, ήταν όμως αυτό αρκετό για να γεμίσω χαρά και αισιοδοξία. Διότι για
άλλη μια φορά η Θεσσαλονίκη μου, όχι, δεν ήταν η χαμένη Ατλαντίδα αλλά ένας
τόπος παλλόμενος που θαρρείς με παρακολουθεί, αποκαθιστώντας μέσα μου την
χαμένη ενότητα του βίου και το σκορποχώρι της ψυχής μου. Παρόλη την εξέλιξη,
τον οικοδομικό οργασμό, τις μόδες που ήλθαν και παρήλθαν, η Θεσσαλονίκη ως
πνευματικότητα είναι πάντα η γενέθλια γη των ονείρων μου.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Ραδιόφωνο Ποιείν

Λευτέρης Ξανθόπουλος (1945- 2020), «Καλή πατρίδα, σύντροφε»

 

Θεολογία των εντόμων

Ένα μερμήγκι περπατάει αναποφάσιστο πάντως σε ευθεία

γραμμή με πολλές στάσεις λες και μυρίζει κάθε φορά

τον αέρα μπροστά του και πίσω του και στο πλάι

`

Κουβαλάει στο στόμα του μια μεγάλη προβιά ενός άλλου

ζώου που δεν ένας θεός ξέρει δεν την αφήνει

Ο ήλιος που τσουρουφλίζει τα γυμνά ποδάρια των

περαστικών το μερμήγκι το αφήνει ανέγγιχτο λες και δεν

δεν τον ακούει καν

`

Το μερμήγκι βαδίζει στα χνάρια ενός

άλλου μερμηγκιού μπροστά του που επίσης βαδίζει πίσω

από κάποιον άλλον που πάντα προπορεύεται ο καθένας με

το δικό του φορτίο στο στόμα

`

Τα μερμήγκια όσο αβέβαιος και αν είναι ο σχηματισμός

τους (με τα άλλα μερμήγκια στη σειρά) όσο και αν τα

αφήσεις μακριά σε ξένη γη σε ξένα χώματα ξαναγυρνούν

με γεωμετρική ακρίβεια εκεί στη σπηλιά τους στα έγκατα

της γης στα μαύρα σκοτάδια σε όλα εκείνα τα ξένα

συμβάντα τα ξένα ζητήματα τα ξένα συμφέροντα που λόγο

έχουν και λόγο δεν έχουν

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

«Ο Γιάννης Βαρβέρης διαβάζει Βαρβέρη», Lyra, 2009

 

 

Ο αυτάρκης φτιάχνει τον καφέ του μόνος του

Ο αυτάρκης φτιάχνει τον καφέ του μόνος του.
Στον κήπο του λίγοι σπόροι καφέ
και τεύτλα για τη ζάχαρή του.

Τρίβει με υπομονή
κάτω απ’ το μπρίκι
δυό ξυλαράκια για προσάναμμα
στήνει πιο κει το φλυτζανάκι του
και περιμένει.
Ανακατεύει που και που κατά τη συνταγή
τ’ απλά υλικά.
κρυφοκοιτάει το πυρωμένο αγκάλιασμα
ενώ με ρίγος ονειρεύεται το προϊόν
της θείας ζυμώσεως.
Όμως εκεί, κατά το σύννεφο-καϊμάκι
ο πονηρός πολτός
τον υπνωτίζει στις καυτές του ανάσες
τον τυλίγει στον τρελό χορό των αρωμάτων
τινάζεται
σε τελευταίο σπασμό
κι εκσπερματώνει
γύρω στο μπρίκι
πάνω στο τραπέζι
και παντού-
μπροστά στα μάτια του!

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Δημήτρης Φεργάδης, «Με αφορμή την Columbia / Η βιομηχανία της δισκογραφίας στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα», εκδ. ΚΨΜ, 2018

«[…] πώς να μαζέψω  τις κοντά 400 σελίδες  του βιβλίου μου σε μερικές αράδες. Όμως, ανάγκα και συγγραφείς  (ακόμα και σαν του… λόγου μου) πείθονται. Αξιοποιώντας, λοιπόν, την πενηντάχρονη δουλειά και πείρα μου στη δισκογραφία (βιομηχανία, εμπόριο), προσπάθησα να παρουσιάσω, μέσα από μια αξιοπρεπή, ενδιαφέρουσα -όπως εκτιμώ- έκδοση βιβλίου, με  ενάργεια και σεβασμό, κι ένα άλλο πρόσωπο (εξαιρετικά άγνωστο και αγνοημένο αυτό), το πρόσωπο του ήχου, όπως προκύπτει μέσα από ενδιάμεσα στάδια «επεξεργασίας και βιομηχανοποίησής του στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Στο βιβλίο μου, «μποτίλια» στο πέλαγος της  δισκογραφίας, καταγράφονται και αποτυπώνονται με σαφήνεια και πληρότητα στοιχείων πολύ σημαντικοί σταθμοί της βιομηχανίας του δίσκου  και μαζί άπειρες μικρές και καθημερινές ανθρώπινες στιγμές του σύγχρονου ελληνικού μουσικού πολιτισμού μας. Όλα αυτά μέσα, κυρίως, από την ιστορία της Columbia και τα κοινωνικό-ιστορικό-πολιτικά γεγονότα της εποχής. Από ιδρύσεως του εργοστασίου (1929) μέχρι το κλείσιμο (1991) και τη σχεδόν ολική κατεδάφισή του (2006).

Δημήτρης Φεργάδης, «Ραδιοτηλεόραση», 16/04/19

`

**************************************************

Ο ήχος. Πρώιμο εργαλείο παραγωγής, επικοινωνίας, διασκέδασης, χειραγώγησης. Ο ήχος-μουσική… Ένα μεγάλο κομμάτι της εγχώριας -και όχι μόνο- μουσικής ιστορίας. Της δισκογραφίας, της βιομηχανίας και των οικογενειών που τη διαμόρφωσαν. Τη δισκογραφία.
Άπειρες μικρές και καθημερινές στιγμές, άπειρες άγνωστες ιστορίες, χιλιάδες γεγονότα που συνέβησαν στα studios και στο ιστορικό εργοστάσιο του Περισσού-Ριζόπολης, μικρά και μεγάλα πράγματα που βρίσκονται πίσω από τους δίσκους που λατρέψαμε, πίσω από τα CDs που αγοράσαμε, πίσω από τα αγαπημένα τραγούδια που ακούμε.
Η πραγματική, η χωρίς ψιμύθια δισκογραφία και ιστορία της ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ. Από την ίδρυσή της και τη διαδρομή της μέσα στο χρόνο και στα ιστορικο-πολιτικά γεγονότα της εποχής, μέχρι το κλείσιμο και την κατεδάφισή της (1929-1991).
Μνήμες και μυρωδιές φάμπρικας βγαλμένες από τη ζωή και την εμπειρία ενός εκ των πρωταγωνιστών της δισκογραφικής βιομηχανίας της χώρας μας:
«Η πενηντάχρονη δουλειά και πείρα μου στη δισκογραφία, η μνήμη και οι μαρτυρίες συνεργατών και φίλων συναδέλφων παλαιότερων από εμένα, πρωταγωνιστών τις εποχές που δενότανε τ’ ατσάλι στην ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ, και τα όσα διασωσμένα -λίγα- πολύτιμα έγγραφα, φυλαγμένα στα φυλλοκάρδια, πιστεύω πως είναι ικανά στοιχεία για να γραφτεί έτσι όπως θα γραφτεί η πρώτη ολοκληρωμένη -κατά προσωπική άποψη-, πολύπλευρη ιστορία της δισκογραφικής βιομηχανίας στην Ελλάδα τον 20ό αιώνα».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Χρήστος Θ. Παπαδημητρίου, «Το τέλος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ – Απόδραση από τη ναζιστική Γερμανία», εκδ. Ιωλκός, 2008

Ιανουάριος 1939. Καθώς η Ευρώπη ετοιμάζεται να βυθιστεί στη δίνη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ένας καταδικασμένος έρωτας έρχεται στο φως, γεννημένος από την ερμηνεία των «Βρανδεμβούργιων κονσέρτων» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Υπό την αδιάκοπη απειλή της Γκεστάπο, δυο άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν κατά την πιο αιμοβόρα περίοδο της Ιστορίας. Ακόμη όμως και μέσα στο σκοτάδι η μαγεία της μουσικής δε σταματά. Το υπέρτατο νόημα της δημιουργίας του μεγάλου κάντορα της Λειψίας αποκαλύπτεται στην πιο απρόσμενη στιγμή, χρωματίζοντας ανεξίτηλα την προσωπική ιστορία των πρωταγωνιστών. Από το Φράιμπουργκ και τις πλαγιές του Μέλανος Δρυμού ως τις ακτές της Νορμανδίας και το Λονδίνο, το ιστορικό μυθιστόρημα «Το τέλος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ», του Χρήστου Παπαδημητρίου, παρακολουθεί με ακρίβεια τις πολεμικές εξελίξεις και πέρα από μια συναρπαστική ερωτική ιστορία προσφέρει μια αναπάντεχη ερμηνεία στο ημιτελές τελευταίο έργο και στο θάνατο του μεγαλύτερου ίσως μουσικού που έζησε ποτέ, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. 

`

ΦΡΑΪΜΠΟΥΡΓΚ ΣΤΟ ΜΠΡΑΪΣΓΚΑΟΥ, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1939 (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ]

 

Ο ιδρώτας άρχισε και πάλι να τρέχει από το μέτωπό του. Η αίθουσα είχε γεμίσει ασφυκτικά και η ατμόσφαιρα τον έπνιγε. Οι πολυέλαιοι έκαιγαν σαν φωτιά. Σηκώθηκε απότομα, καθώς ανέβηκε στη σκηνή ο διευθυντής της ορχήστρας. Με αριστοτεχνική δεξιότητα κατάφερε να γλιστρήσει το μαντίλι του ανάμεσα στα δάχτυλά του και το βιολί, σκουπίζοντας τις σταγόνες του ιδρώτα. Ήταν ήδη πέντε μήνες που έπαιζε στη Φιλαρμονική της Ζυρίχης και ακόμη δεν είχε ξεπεράσει το στρες. Εκδηλωνόταν με κύματα ιδρώτα πριν την έναρξη της συναυλίας. Δεν τον ενοχλούσαν οι σταγόνες στο πρόσωπό του, αλλά εκείνες που φαίνονταν να τυλίγουν τις άκρες των δακτύλων και να ακουμπούν στις χορδές. Είχε μια ανεξήγητη φοβία πως οι νότες αλλοιώνονταν τόσο από την υγρασία, που του φαινόταν πως έπαιζε λάθος δίεση. Ο μαέστρος Έρικ Ρόμπερτς έκανε μία από τις παροιμιώδεις του βαθιές θεατρικές υποκλίσεις και περίμενε να σιγήσει το αφηνιασμένο χειροκρότημα του κοινού. Το πρόγραμμα ήταν όπως πάντα προσωπική του επιλογή και ανακοινώθηκε μόλις την παραμονή της πολυαναμενόμενης συναυλίας. Δεν ήταν Βάγκνερ (Wagner), όπως πολλοί περίμεναν και απαιτούσαν. Τον αγαπούσε βέβαια πολύ, αλλά απεχθανόταν τη λατρεία των ναζί στο πρόσωπό του. Είχε παρακολουθήσει ο ίδιος πρόσφατα τη Φιλαρμονική του Βερολίνου να παίζει τον «Τριστάνο» και είχε την ατυχία εκείνη τη βραδιά να παρευρίσκεται εκεί ο καγκελάριος Χίτλερ. Καθόταν μάλιστα λίγα καθίσματα δεξιά του, μαζί με την κουστωδία του. Όταν η συναυλία τελείωσε, ο καγκελάριος ξέσπασε σε επευφημίες και χειροκροτήματα, και το κοινό, αφού για λίγο χειροκρότησε τόσο δυνατά που ο μαέστρος φοβήθηκε ότι θα σπάσουν τα κρύσταλλα των παραθύρων από το θόρυβο, αμέσως άρχισε να ουρλιάζει: «Χάιλ Χίτλερ!». Ήταν η χειρότερη εμπειρία της ζωής του. Η βεβήλωση της Μουσικής από την πολιτική, η στυγνή εκμετάλλευση της τέχνης από το ναζιστικό καθεστώς.

Διαβάστε περισσότερα