Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο, Ραδιόφωνο Ποιείν

«Φροσύνη» του Στέφανου Παπατρέχα [Θέατρο Άβατον]

`

Φροσύνη είναι ο τίτλος του νέου θεατρικού έργου του Στέφανου Παπατρέχα που παίζεται στο θέατρο Άβατον από τις 20 Φεβρουαρίου 2019. Τη σκηνοθεσία του μονολόγου συνυπογράφουν ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο συγγραφέας του έργου. Ερμηνεύει η Σύνθια Μπατσή σε μουσική της Σίσσυς Βλαχογιάννη. 

 

************************************

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Φροσύνη

Πρώτα ήρθαν κάποιες σκέψεις. Πιο πολύ δικές μου, προσωπικές. Γύρω από τον έρωτα, την ελευθερία, τον θάνατο. Αργότερα άρχισα να ψάχνω για αυτήν τη γυναίκα. Φροσύνη. Όλα όσα είχα γράψει και πολλά ακόμη, που βρισκόντουσαν ήδη στο μυαλό μου και ζητούσαν να γίνουν λέξεις γραμμένες, ήταν στην ιστορία αυτού του προσώπου. Έγινε η αφορμή να περάσω τη σκέψη στο χαρτί. Τις διάβασε ο Λάζαρος. Μάλλον κάτι βρήκε σε αυτές. Κάτι δικό του. Τις διάβασε η Σύνθια. Το ίδιο. Ο Αλέξανδρος επίσης. Η Ναταλία του έδωσε εικόνα, η Σίσσυ μουσική, ο Λευτέρης φως, η Έλλη χρώμα. Όλοι μαζί κάναμε αυτήν την παράσταση πραγματικότητα. Η «Φροσύνη» ζωντανεύει πια για εμάς κάθε Τετάρτη στο θέατρο Άβατον.

Στέφανος Παπατρέχας

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

«Motel Sub Rosa» (στο βάθος θάλασσα), Θέατρο Faust

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ της ομάδας Κόσμοι από γάλα για την παράσταση Motel Sub Rosa (στο βάθος θάλασσα) που ανεβαίνει τα απογεύματα του Σαββατοκύριακου στο Faust.

[ Η παράσταση βασίζεται σε κείμενα γραμμένα από τους: Δήμητρα Αγγέλου, Ιβάν Βιριπάγιεφ, Ροντρίγκο Γκαρσία, Γιώργο Ευθυμίου, Ε.Ε. Κάμμινγκς, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Αλφονσίνα Στόρνι, Μπέλα Ταρ και αποσπάσματα από τη Βίβλο.] 

`

Οι “κόσμοι από γάλα” είναι μια φράση από ένα γαλατένιο ποίημα μιας πολύ αγαπημένης μας ποιήτριας, της Ανν Σέξτον . Έγινε ο τίτλος της πρώτης μας παράστασης κι έπειτα έγινε το όνομα της  ομάδας μας. Αυτή την εποχή την ομάδα συνθέτουν κυρίως ο Βασίλης Χατζηδημητράκης, η Κατερίνα Κλειτσιώτη, η Νατάσσα Διαμάντη και ο Γιάννης Παπαδάκης.

Στο έργο Motel Sub Rosa (στο βάθος θάλασσα) πρωταρχική σημασία έχει η θάλασσα, κι ας είναι σε παρένθεση, κι έπειτα ένα υγρό σουρεαλιστικό παραμύθι για την αγάπη και τρεις φορές η λέξη αγάπη για να ‘ναι αρκετή, αφού ποτέ δεν είναι αρκετή.

Το κείμενο της παράστασης συντέθηκε από κείμενα αγαπημένων ποιητών (Δ. Αγγέλου, Ε.Ε.Κάμινγκς, Γ.Ευθυμίου, Α.Πισαρνίκ, Α.Στόρνι) και σκηνοθετών (Ρ.Γκαρσία, Ι.Βιριπάγιεφ, Μπέλα Ταρ). Η παράσταση  είναι γεμάτη κυρίως από θραύσματα ποιημάτων που σιγά σιγά μπήκαν στη σειρά καθαρά ενστικτωδώς, με κάποια συναισθηματική ίσως λογική. Χρησιμοποιήθηκαν κάποια αποσπάσματα από τη Βίβλο ως αντιδιαστολή.

Οι στίχοι των ποιημάτων είχαν από κάτω κάποιες πολύ δυνατές εικόνες που σίγουρα θα θέλαμε να δούμε. Όταν μπήκαν τα σώματα πάνω στη σκηνή κινήθηκαν προς αυτές τις εικόνες. Πολλά ποιήματα δεν ειπώθηκαν καν, αλλά υπάρχουν μέσα στα σώματα που κινούνται. Ήταν μια ιδιαίτερη διαδικασία με αρκετές “ψυχοσωματικές” δυσκολίες.

Το ΜOTEL “sub rosa” δεν θέλει να θέσει κάποιο συγκεκριμένο ερώτημα. Αν υπάρχει κάποια επιθυμία, αυτή  είναι να ενεργοποιηθεί  το “νιώθω” κι όχι το “καταλαβαίνω” του θεατή.

Ένα απόσπασμα από την παράσταση που θα μπορούσαμε να πούμε ότι εμπεριέχει τον πυρήνα της:

“Ήμουν παιδί και έπαιζα με τα μυρμήγκια στον κήπο”.

Είναι μια πολύ απλή φράση από ένα ποίημα του Γιώργου Ευθυμίου. Στο μυαλό σου ‘ρχεται ένα παιδί, μ’ όλη του την αθωότητα, που παρατηρεί τα μυρμήγκια για ώρες και περνάει όμορφα, τα υπόλοιπα θα ‘ρθουν στη ζωή μετά. Σε κάποια πρόβα ρωτήσαμε τον Γιώργο τι ακριβώς περιείχε αυτό το παιχνίδι κι απάντησε εξίσου αθώα  “έριχνα νερό και τα έπνιγα”. Στην απάντηση αυτή ξεκαθάρισαν και τα περισσότερα νοήματα της παράστασης

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Γιάννης Ρίτσος, «Κάτω απʼ τον ίσκιο του βουνού» (Φεστιβάλ «Aισχύλεια 2018»)

`

* Το έργο του Γιάννη Ρίτσου «Κάτω απʼ τον ίσκιο του βουνού» παρουσιάζεται στον βιομηχανικό χώρο του Παλαιού Ελαιουργείου της Ελευσίνας, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αισχυλείων. Μόνο για μια παράσταση, την Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία της Νάνας Παπαδάκη.

`

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

(Στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού, ένα παλιό μισοερειπωμένο αρχοντικό. Φθινοπωριάτικο βράδυ. Σʼ ένα υπνοδωμάτιο του σπιτιού, η μεγάλη ανύπαντρη κόρη, κάπου 70 χρονώ, μιλάει στην παλιά τροφό της. Η Τροφός θα ʼναι περισσότερο από 100 χρονώ, ίσως και 200. Μοιάζει με μια ταριχευμένη αιωνιότητα, απόλυτα σιωπηλή, υπομονετική, αινιγματική, σαν ζυμωμένη με χώμα που, απʼ τον παλιό καιρό, έχει σκάσει ο πηλός τόπους τόπους. Δεν μπορείς να καταλάβεις αν η σιωπή της είναι κούραση, σοφία, άγνοια, ανοχή, κατανόηση, γενική καταδίκη, γενική παραδοχή, στοργή, κατάφαση, άρνηση, εχθρότητα, ηλιθιότητα ή ένα δικό της ξεχωριστό όνειρο. Το υπόλοιπο σπίτι φαίνεται ακατοίκητο. Μια νυχτερίδα χτύπησε στο τζάμι. Πότε πότε, η φωνή μιας κουκουβάγιας ακούγεται απʼ το βουνό, ανάμεσα στα λόγια της αιώνιας παρθένου):

Νένα, μη σβήσεις ακόμη το φως. Κάθισε λίγο μαζί μου.
Σαν σβήνει το φως, δεν έχω πια πού να μείνω,
χάνω τον ορισμένο χώρο, τον σχεδόν δικό μου. Νιώθω τότε
την κυριαρχία του πελώριου βουνού πάνω στη μοίρα μας· — αυτό το βουνό

όρθιο μπροστά στο παράθυρο, κλείνοντας το παράθυρο,
κολλημένο στο σπίτι — δεν αφήνει το σπίτι νʼ ανασάνει,
ιδίως απʼ το μέρος του γυναικωνίτη. Μʼ ένα κομμάτι βράχο,
φραγμένο το παράθυρο. Από παιδί το φοβόμουν. Τʼ απογεύματα
έπεφτε ο ίσκιος του νωρίς, βούλιαζε ολόκληρο στο σπίτι·

μόνο το υδραγωγείο, σκαμμένο μέσα στο βουνό,
είχε μια κάποιαν ανεξαρτησία, μια φωνή δική του,
σαν έντερο τεράστιο, μαλακό, που τρυπούσε την πέτρα
και λειτουργούσε μόνο του με το νερό, με σκοπό και με θέληση
κάπου να πάει, κάτι να κάνει, αψηφώντας
το βουνό και τον ίσκιο του βουνού.
Στα παιδικά μου χρόνια,
τις νύχτες, στο κρεβάτι, όταν σβήναν οι λυχνίες
κι η κάπνα γαλάνιζε μες στο σκοτάδι, πριν απʼ τον ύπνο,
άκουγα το πελώριο πέλμα του βουνού να σηκώνεται
για να πατήσει μες στην κάμαρα, και τότε
αυτό το υδραγωγείο σκεφτόμουνα για να πάρω κουράγιο,
αυτό μονάχα με υπεράσπιζε·
και μια μικρή αντιφεγγιά στο ασημένιο καντηλέρι
ήταν σαν ένα χέρι λιγνό που ʼχε επιζήσει απʼ τον ίσκιο του βουνού,
ένα χέρι που κρατούσε κι εμένα στην επιφάνεια
κι έτσι μπορούσα κάπως να κοιμηθώ, ξέροντας
πως πάνω μου υπάρχει ένα άνοιγμα ή ένας μικρός γάντζος
απʼ όπου, το πρωί, θα μπορούσα να πιαστώ, να σηκωθώ απʼ το κρεβάτι.

Απʼ την άλλη μεριά του σπιτιού
ήταν ο μέγας κάμπος ανοιχτός (λέω: ήταν,
σα να μην είναι πια το σπίτι μας, σαν να μην είμαστε)·
όμως κι εκεί σκοτείνιαζε μεμιάς μέσα στο δείλι
κι ήταν αόριστη η έκταση, επίβουλη η θέα, —
μόνο ένα σύννεφο, κάποτε, τρυφερό, βιολετί,
αρμένιζε μοναχικό μες στο θολό ουρανό, πάνω απʼ την κατασκότεινη πεδιάδα,
σαν ένας μικρός, ξεριζωμένος κήπος
ή σα μια διάφανη τριήρης μετέωρη
από κάποιον αντικατοπτρισμό μακρινής, αόρατης θάλασσας
φωτισμένης από μέσα έτσι που να προβάλλονται
οι ρόδινες σκιές των πλεούμενων στον αέρα του λυκόφωτος.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Νίκος Λέκκας, «Συλλέκτης Γραμματοσήμων Ι, ΙΙ»

Βάγγέλης Κολώνας

Ο Βαγγέλης Κολώνας με προσκαλεί σ’ ένα αόρατο κονσέρτο για πιάνο αισθησιακών αισθημάτων. Σολίστ ο ίδιος. Με παπιόν. Τόσο ερωτικός όσο καμιά από τις συναδέρφους του. (Ο Βαγγέλης είναι ηθοποιός – σκηνοθέτης -συγγραφέας). Τόσο ερωτικός που μπροστά του ντίβες του θεάτρου και λαϊκές κομμώτριες που σέρνουν συνοικίες από καψουράκια, μοιάζουν σταφιδιασμένα μουνιά μπροστά του. «Μπροστά του οι ζωντανοί μοιάζουν ξόανα» έγραφε ο Κώστης Παπαγιώργης σε μια άλλη περίπτωση, εντελώς διαφορετική.
και εγώ λαϊκός άντρας με το σκεπάρνι στους ώμους, και ανοιχτό πουκάμισο, μοιράζω σκεπαρνιές σε δήθεν λαϊκές ποιήτριες (κάποιες εξ αυτών με περιοδικό), που το παίζουν μάγκες. μάγκες και χωρίς εφημεριοπεριοδικά έστω και ως ανάγνωση. και από κάποιο σημείο και μετά η ηλικία δεν παίζει κανένα ρόλο, αυτό είναι δοσμένο. και το λέω εγώ ο φύση και καταγωγή λαϊκός. πίπες στην μέση του δρόμου, παρτούζες πίσω από νταλίκες ή μέσα σ αυτές, όπερα σε βελούδινα υπόγεια πρέζα και τσιφτετέλια σε ρετιρέ και μεζονέτες, κάπνισμα οπίου με γαύρο στην σχάρα και ρετσίνα. όλα ισάξιες γνώσεις, οδηγός προς τον ουμανισμό….τον ανθρωπισμό του έρωτα….

Διαβάστε περισσότερα