Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ποιητικό Καφενείο

Μια συνέντευξη της Amelia Rosseli [1930-1996] (Μετάφραση- Επιμέλεια: Γιάννης Η. Παππάς)

 

https://www.laltroveappuntidipoesia.com/category/riscoprire-i-poeti/

 

«Δεν πίστευα ότι θα ζούσα πολύ», λέει, «πίστευα ρομαντικά ότι θα καώ από την ηλικία των σαράντα ετών στη φωτιά του πολύ μεγάλου ρίσκου, που ήταν η επιλογή της ζωής μου. Η επιλογή της ποίησης όπως την έζησα, όπως την ήθελα. Μερικές φορές παραλίγο να σπάσω τη γραφομηχανή εξαιτίας της έντασης με την οποία έγραφα. Τώρα αντιμετωπίζω ένα δεύτερο μισό της ζωής μου, για το οποίο είμαι εντελώς απροετοίμαστη και το οποίο με ενδιαφέρει μόνο μέχρι ενός σημείου. Η ποίηση δεν εντάσσεται στην κανονική, καθημερινή ζωή. Τώρα παλεύω με την πραγματικότητα, την παρατηρώ με άλλα μάτια. Γράφοντας αναρωτιέσαι πώς γίνεται ο κόσμος: όταν ξέρεις πώς γίνεται ο κόσμος, ίσως δεν χρειάζεται πλέον να γράφεις. Γι’ αυτό τόσοι πολλοί ποιητές πεθαίνουν νέοι ή αυτοκτονούν. Είναι σαν η συγγραφή να συνδέεται με ένα εφηβικό όραμα για τον κόσμο, και όταν φτάνεις στη λεγόμενη ωριμότητα, η επιθυμία για συγγραφή χάνεται. Είναι μια πιθανή θέση».

 

Η Amelia Rosselli μίλησε σε μια συνέντευξη του 1978 που επιμελήθηκε η Sandra Petrignani.

Ενενήντα ένα χρόνια μετά τη γέννησή της, θυμόμαστε την Ιταλίδα ποιήτρια αναδημοσιεύοντας την παρακάτω συνέντευξη.

 

―Δεν αυτοκτονούν όλοι οι ποιητές ή δεν σταματούν να γράφουν…

―Φυσικά, υπάρχει ο Μαγιακόφσκι και ο Πάστερνακ. Υπάρχει ο ποιητής της σοφίας και ο ποιητής της έρευνας, υπάρχει ο ποιητής της ανακάλυψης, της ανανέωσης, της καινοτομίας…

―Και συ;

―Της έρευνας. Και όταν δεν υπάρχει τίποτα απολύτως καινούργιο να πει, ο ποιητής της έρευνας δεν γράφει. Έχω πέντε χρόνια να γνωρίσω τον εαυτό μου ως συγγραφέα. Δεν αισθάνομαι ότι έχω ταλέντο τώρα. Είναι σαν να μην μπορείς να μιλήσεις μια γλώσσα. Είναι τρομερό.

 

Δηλαδή περιμένεις να επιστρέψει το ταλέντο;

―Όχι, δεν περιμένω καν. Συνεχίζω να διαβάζω, να μελετώ. Μερικές φορές γράφω, αλλά τα πετάω όλα. Αφήνω τον εαυτό μου να ζήσει και είμαι κουρασμένη και ανικανοποίητη. Δεν ξέρω προς τα πού να πάω.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Παναγιώτης Λυμπέρης, «Ολόκληρη η πλάση μπορεί να ιδωθεί με τρόπο ποιητικό» (συνέντευξη στην Αθηνά Στυλιανή Μίχου)

-Η λειτουργία της ποίησης ως τρόπος αντίληψης, ως τρόπος του γίγνεσθαι, εκδήλωνεται ως λειτουργία στο μυαλό κάποιων ανθρώπων ή αποκτιέται εκ των υστέρων; Δηλαδή υπάρχει μια ποίηση που ορίζει εκ των προτέρων τη σκέψη των ανθρώπων που τη φέρουν;

Όλα είναι ποίηση γύρω μας αλλά θεωρώ πως η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο που μας περιβάλλει ποιητικά, κατά κύριο λόγω αποτελεί μια εκ γενετής ιδιότητα –  ταλέντο – χάρισμα με την οποία κανείς γεννιέται. Δεν πιστεύω πως η ποίηση διδάσκεται, δεν μπορεί να είναι ένα επίκτητο χαρακτηριστικό, σιγουρά όμως μπορεί να καλλιεργηθεί και να ανθίσει μέσα από το διάβασμα, τα ταξίδια, το θέατρο, τη μουσική τη ζωγραφική και την απόκτηση νέων εμπειριών ζωής ευχάριστων και δυσάρεστων κτλπ.

 

-Κατά τη γνώμη σου, ποιά πιστεύεις ή/και νιώθεις ότι είναι η πιο έντονη στιγμή στην ποίηση; Είναι αυτή που δίνει οντότητα στην ποίηση;

Χωρίς αμφιβολία η στιγμή της σύλληψης είναι η πιο μεγαλειώδης στιγμή, εκείνη που η ψυχή δονείται και λειτουργεί ως ενδιάμεσος/σκεύος της μούσας και αφήνεται να αιμορραγεί στίχους. Είναι ένας καθάριος ψυχικός αυτοματισμός η ποίηση θεωρώ σχεδόν, μια ατόφια πράξη εκδήλωσης αγνού σουρεαλισμού. Μέσω του γραπτού λόγου εκφράζει τη λειτουργία της σκέψης και την υπαγορεύει, δίχως το φιλτράρισμα της λογική και των κάθε είδους προκαταλήψεων. Μιλάμε για απόλυτη συμφωνία με τον ορισμό του υπερρεαλισμού, όπως διατυπώθηκε από τον Αντρέ Μπρετόν.

 

-Πώς χαρακτηρίζεις τη γεύση, την αφή, την οσμή, της ποίησης; Και με ποιο χρώμα ή χρώματα την χαρακτηρίζεις;

Αν είχε γεύση η ποίηση θα ήταν αψιά σαν το αλάτι της θάλασσας, που δίνει νοστιμιά στη τροφή. Η ποίηση είναι χωρίς αμφιβολία το άλας της ζωής, η αλισάχνη που γλύφω από τα χείλη μου. Η αφή της όμοια με αυτή της πιο λεπτόκοκκης καυτής άμμου, καθώς προσπαθώ να προσμετρήσω την απειροσύνη της, που κυλά ζεστά και ηδονικά στα χέρια μου, απολαμβάνοντας την καλοκαιρινή ραστώνη, ξαπλωμένος σε κάποια παραλία των κυκλάδων και ατενίζοντας το αγαπημένο μου Αιγαίο υπό το ιερό φως. Η οσμή της είναι η οσμή της θάλασσας και του καλοκαιριού, Ιώδιο και καρπούζι, αλλά και περιστασιακά η μυρωδιά της σκουριάς κα της σήψης, ενώ το χρώμα της μερικές φορές είναι μαύρο σαν την πιο βαθιά νύχτα χωρίς αστέρια αλλά και γαλάζια και άσπρη όπως ο παράδεισος μου, η Πάρος μου και κατακόκκινη σαν το αίμα, το αίμα του έρωτα, των αγώνων και της ζωής.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Εννέα ερωτήσεις σε ένα σπουδαίο Έλληνα (μία σύντομη συνομιλία ανάμεσα στον Ιωάννη Ιωαννίδη και τον Δημήτρη Μουζάκη)

Ο πολύς κόσμος μπορεί να μη γνωρίζει πώς ακριβώς να πληροφορηθεί ποιον επιστήμονα έχει απέναντί του. Εγώ εφαρμόζω μία απλή μέθοδο, παραλλαγή της απλής μεθόδου των τριών που ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δίδαξε στον Σωτήρη Παστάκα: μπαίνω στο Scopus και κοιτάζω τον αριθμό των δημοσιεύσεων (1239 για το σημερινό μου συνομιλητή), τις ετεροαναφορές του (177546) και το h-index του (165). Αν συλλογιστώ, ομού μετά των τριών αυτών δεικτών, ότι έχω απέναντί μου έναν ποιητή, έναν αλαφροΐσκιωτο δηλαδή, τότε σηκώνομαι όρθιος. Αντιλαμβάνομαι ότι οι άνθρωποι θα ερίζουν αείποτε επί παντός, όπως και για το πότε θα σηκώνονται όρθιοι. Εις ό,τι αφορά σε εμένα, όταν ομιλεί ένας σπουδαίος Έλληνας, κλείνω το στοματάκι μου (το ράβω για την ακρίβεια) και παρακολουθώ με προσήλωση και σεβασμό ό,τι έχει να πει. Όμως υπάρχει κι ένας ακόμη λόγος: η επιμονή του ανδρός στην ποιοτική επιστήμη (που αντιτίθεται στη βιομηχανία παραγωγής των papers) και το μειλίχιο λόγο (που αντιτίθεται στην υστερία που έχει κατακυριεύσει τα πάντα). Ακολουθεί μία σύντομη συνομιλία του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Stanford, Ιωάννη Ιωαννίδη, με τον Δημήτρη Μουζάκη.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

«Σικελιανός – 70 Χρόνια», πλατεία Μαρκά, Λευκάδα, 13-22/6

Με αφορμή τη συμπλήρωση εβδομήντα χρόνων από τον θάνατο του ποιητή Άγγελου Σικελιανού, το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λευκαδίων διοργανώνει έκθεση φωτογραφίας και φωτογραφική προβολή του καλλιτέχνη – φωτογράφου Θεοδώρου Παπατρέχα. Η έκθεση θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα τέχνης “Θεόδωρος Στάμος”, στην πλατεία Μαρκά, από τις 13 έως τις 22 Ιουνίου 2021.

`

`

`

Πρόκειται για τη  διλογία  «Σικελιανός – 70 Χρόνια», ένα φωτογραφικό δοκίμιο, αφιερωμένο στην συμπλήρωση των εβδομήντα χρόνων από  τον θάνατο του κορυφαίου Έλληνα ποιητή. Το φωτογραφικό αφήγημα περιλαμβάνει εικόνες του γενέθλιου τόπου  του ποιητή, που πλαισιώνονται από τους στίχους του και παρουσιάζονται υπό τους ήχους της μουσικής του Νίκου Σκαλκώτα και του Διονυσίου Γράψα, από τη μαντολινάτα του Ορφέα και με τη διεύθυνση του Κωσταντίνου Τσίντζα.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Ανέκδοτη συνέντευξη του Κλείτου Κύρου στη Βάσια Αναγνωστοπούλου (πρόλογος- επιμέλεια: Μιχάλης Γελασάκης)

 

 

Φωτογραφία: Βάσια Αναγνωστοπούλου

 

Ο Κλείτος Κύρου παραμένει ένας ποιητής προς ανάγνωση και κυρίως προς ανακάλυψη. Ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές και μεταφραστές της Θεσσαλονίκης με περιορισμένο σε έκταση αλλά ουσιαστικό ποιητικό έργο. Όπως μαθαίνουμε από την ανέκδοτη συνέντευξή του, που δημοσιεύεται σήμερα στο Ποιείν, επιθυμία του ήταν να είχε αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην ποίησή του και λιγότερο στις μεταφράσεις που έκανε. Προτιμούσε να γράφει στο γραφείο του παρά μακριά από αυτό. Εκτός από το ποιητικό και μεταφραστικό του έργο δεκάδες άρθρα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί στα (πολλά) περιοδικά με τα οποία κατά καιρούς συνεργάστηκε. Ο ποιητής Γιώργος Θέμελης έλεγε ότι ο Κύρου κάνει ποίηση «κοινωνικού προβληματισμού από σκοπιά ατομικής συνείδησης». Η συνέντευξη που ακολουθεί είναι μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του ποιητή και μεταφραστή. Έγινε το 2002 από την φωτογράφο Βάσια Αναγνωστοπούλου, η οποία γράφει και το προλογικό κείμενο. Με την άδειά της τη δημοσιεύουμε.


*  *  *

 

 

Για τον Κλείτο, έβαλα τον μπαμπά μου να με πάει στη Θεσσαλονίκη. Ήθελα να τον συναντήσω, με αφορμή μία σχολική εργασία που αφορούσε τη συλλογή του “Κραυγές της Νύχτας”. Δε μιλούσε πολύ. Ήταν κλειστός και λακωνικός. Αγαπηθήκαμε από την πρώτη στιγμή, γιατί μοιάζαμε. Γνώρισα τη γυναίκα του και την κόρη του. Κάθε φορά που πήγαινα στη Θεσσαλονίκη τους επισκεπτόμουν. Κάθε φορά που ερχόταν στην Αθήνα συναντιόμασταν. Ήταν ο αγαπημένος μου. Η φωτογραφία αυτή, στόλιζε το γραφείο του, και ήταν αυτή με την οποία τον αποχαιρέτησε η οικογένειά του. Έφυγε όταν ήμουν στο Εδιμβούργο, και τον έκλαψα σαν παππού μου. Εδώ λείπει η μία μεριά της κασετούλας μου, οπότε ξεκινώ χωρίς ερώτηση.  

 

Οι ιστορικές αυτές στιγμές απαντώνται σε πολλά ποιήματα δικά μου. Κυρίως, εννοώ οι μεταπολεμικές, οι μετεμφυλιακές εκείνες. Όλο το σύνολο σιγά σιγά καταλαγιάζει και ερχόμαστε στις πρόσφατες δεκαετίες με ένα πιο ήρεμο και κανονικό κλίμα. Η δεύτερη συλλογή που έγραψα -οι «Kραυγές της Nύχτας»- αποπνέουν όλο αυτό φάσμα. Tον αγώνα, αυτό το ζόρι που τραβήξαμε, το κυνηγητό, φαίνεται από διάφορους στίχους, από διάφορες λέξεις. Ήμασταν και δεν ήμασταν εν ζωή.

 

Το κλίμα αυτό φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σου το παρουσιάσω ή να σε κάνω να το νιώσεις. Έχουμε μία ιστορική στιγμή που βγαίναμε στους δρόμους, κάναμε μία διαδήλωση, κραυγάζαμε, τραγουδούσαμε και μας κυνηγούσανε μετά οι Γερμανοί και μπαίναμε σε διάφορα σπίτια. Είχαμε συνέχεια αυτό το κυνηγητό. Οι Γερμανοί δε χωρατεύανε. Σκότωσαν κόσμο και κοσμάκη. Και από τους συναγωνιστές μας πολλοί σκοτώθηκαν, πολλοί πιάστηκαν, πολλοί φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν βέβαια. Γι’ αυτό είμαι σε πολλούς στίχους μου έτσι πολύ… και βίαιος είμαι. Ήταν μια εποχή πάρα πολύ δύσκολη, δεν ξέραμε αν θα ξημερωνόμασταν. Κάναμε διάφορους συνδυασμούς, αν έρθουν και λοιπά, για έναν τρόπο διαφυγής.

 

Μετά τα πράγματα πήραν έναν πιο ομαλό δρόμο, γι’ αυτό και τα πρώτα μου ποιήματα ήταν κάπως βίαια, κάπως κραυγαλέα. Στα κατοπινά πήρα εκείνη την πορεία που έχει ο χρόνος. Καταλαγιάζεις, ηρεμείς. Βλέπεις τα πράγματα με άλλο μάτι. Εκ του ασφαλούς.

 

Αφομοιώνεται πλήρως η προσωπική περιπέτειας στην ιστορική στιγμή, στις Κραυγές της Νύχτας; Αν γραφόταν σήμερα, θα υπήρχαν κομμάτια κοινά;

Κάθε πράγμα στον καιρό του. Αυτά που έγιναν στη δεκαετία του 40, και τα κατέγραψα εγώ στη δεκαετία του 50 και του 60, θα είναι τραγικό αν τα καταγράψει κανείς σήμερα, δηλαδή ύστερα από 50 χρόνια.

 

Υπάρχουν κομμάτια που δεν είναι επηρεασμένα από τα ιστορικά γεγονότα;

Υπάρχουν και κομμάτια μη επηρεασμένα.

Διαβάστε περισσότερα