Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

James Joyce, «Γράμματα στη Νόρα», Faust – Bar-Theatre-Arts

Ο Τζέημς Τζόυς συναντά τη Νόρα Μπάρνακλ και η ερωτική τους ιστορία αναβιώνει επί σκηνής. Οι επιστολές του Τζόυς αποκαλύπτουν με απόλυτη φυσικότητα τη γελοία, προκλητική, παραληρηματική κι εξουθενωτική διαδικασία του έρωτα. Άλλοτε λυρικές και ποιητικές, γεμάτες τρυφερότητα και στοργή, και άλλοτε προκλητικές και χυδαίες. Η παράσταση φωτογραφίζει έναν κοινά αποδεκτό τόπο παράνοιας όπου κάθε ερωτευμένος βιώνει μέσα του. Μια πάλη άνευ όρων και άνευ ορίων. Ένας αγώνας για να παραμείνει ο έρωτας στην ύψιστη μορφή του.

`

Ο πλούτος των συναισθημάτων του συγγραφέα μέσα από την προκλητική γραφή του, πέρα από σεμνοτυφίες και προκαταλήψεις, μας προκαλεί να σταθούμε απέναντι στον έρωτα τελείως γυμνοί και να βυθιστούμε στα πιο βαθιά, σκοτεινά και ανεξιχνίαστα κομμάτια του εαυτού μας.

«Αναρωτιέμαι μήπως υπάρχει μέσα μου μια δόση τρέλας ή μήπως είναι η τρέλα του έρωτα;” (30 Αυγούστου 1909).

`

*******************

`

Δέξου µε στην ψυχή της ψυχής σου» ικετεύει ο Τζόυς «και τότε θα γίνω στ’ αλήθεια ο ποιητής της φυλής µου». Οι επιστολές του Τζέηµς Τζόυς προς την ισόβια σύντροφό του και µητέρα των παιδιών του Νόρα Μπάρνακλ είναι ένα συγκινητικό χρονικό του έρωτά τους: χιούµορ, λυρισµός, έξαρση και αµφιβολία, οµολογίες πίστης και εκρήξεις οργής, νυγµοί ζήλιας και παραδοχές συντριβής, θρησκευτικό δέος και όρκοι λατρείας εναλλάσσονται πάνω σ’ έναν σταθερό καµβά υφασµένο από αγωνία για επικοινωνία και πόθο για σωµατική και ψυχική ταύτιση. Θέλει τη Νόρα πηγή έµπνευσης και συνένοχή του, µαθήτριά του και καθοδηγήτριά του, ερωµένη του και εξοµολόγο του· επιζητεί τη συνεχή συνοµιλία τους, ακόµη κι όταν εκείνη «δεν ακούει». Τρυφερές, ακραίες, τολµηρές, κάποτε έως και βωµολοχικές, οι επιστολές του µεγάλου συγγραφέα προς την αγαπηµένη του αποτυπώνουν ένα δηµιουργικό πνεύµα σε συνεχή έξαρση και αποκαλύπτουν τα συναισθήµατα και τις εµπειρίες που τόσο εξαίσια µετουσιώθηκαν στον «Οδυσσέα».

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Νίκος Φωτόπουλος, «Μέσα μας συγκρούονται η αρχή της πραγματικότητας με την αρχή του ονείρου»

 

Συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή

`

Ο κοινωνιολόγος Lewis Coser είχε γράψει, στα 1963,  πως «ο κοινωνιολόγος που αγνοεί τη λογοτε­χνία είναι καταδικασμένος να είναι… κακός κοινωνικός επιστήμονας». Στην περίπτωση του Νίκου Φωτόπουλου, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, αυτή η ρήση βρίσκει την εφαρμογή της από την αντίστροφη πλευρά. Πριν λίγο καιρό, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρας η συγκεντρωτική έκδοση «Δάνειος χρόνος», η οποία περιλαμβάνει όλες τις ποιητικές συλλογές που εξέδωσε μέχρι σήμερα, σε βάθος εικοσαετίας.

`

 

– Όταν κρατήσατε στα χέρια σας τη συγκεντρωτική έκδοση μιας ποιητικής σοδειάς είκοσι χρόνων, ποια ήταν τα πρώτα συναισθήματα; Η ποίηση σάς δάνεισε το χρόνο της ή εσείς της δανείσατε τον δικό σας;

 

Αναμφίβολα ένιωσα ιδιαίτερα.Σκεφτόμουν καιρό για το αν πρέπει να εκδοθούν συγκεντρωτικά τα ήδη δημοσιευμένα ποιήματα μιας εικοσαετίας, αλλά μετά και την παρότρυνση των εκδόσεων «Μανδραγόρας» το έπραξα με απόλυτη σιγουριά. Επιπροσθέτως,τόσο το βελούδινο ίχνοςτης Λίνας Νικολακοπούλουστον Πρόλογο της έκδοσης,όσο και το εικαστικό έργο του ζωγράφου Γιάννη Παπαγιάννημε αφορμή ένα μουσικό έργο του Ιάνη Ξενάκη στο εξώφυλλο, επισφράγισαν με τον πιο αισθαντικό τρόπο το εγχείρημα. Πραγματικά νιώθω πως έδωσα μια ευκαιρία στα ποιήματά μου να επικοινωνήσουν εκ νέου με τον κόσμο και κυρίως να διαφανεί η αθόρυβη συνέχεια μιας πολύχρονης προσπάθειας. Ωστόσο, ο τίτλος «Δάνειος χρόνος», ακριβώς πάνω σε αυτό που με ρωτάτε ακροβατεί. Όταν αισθάνεσαι πως «ο χρόνος δεν σου ανήκει» ενδεχομένως η ποίηση να είναι το πιο πρόσφορο σύμπαν για να αναμετρηθείς με τις αινιγματικές διαστάσεις αυτού του φαινομένου όχι τόσο με τη φιλοσοφική ή την επιστημονική άποψη, αλλά με γνώμονα τον ίδιο τον άνθρωπο.

 

-Μιλώντας με όρους κοινωνιολογίας, όπως είναι και το ακαδημαϊκό σας υπόβαθρο, στην περίπτωση της ποιητικής δημιουργίας το κληρονομημένο πολιτισμικό κεφάλαιο, κατά Bourdieu, δεν αρκεί για να κάνει κάποιον ποιητή. Εξ όσων γνωρίζω, ισχύει και στη δική σας περίπτωση, έτσι;

 

Μιας και αναφέρεστε στον Βourdieu συμφωνώ απόλυτα με τη θεωρία του «πολιτισμικού κεφαλαίου». Τη  διδάσκω, και την αξιοποιώ θεωρητικά και  ερευνητικά στην προσπάθεια ερμηνείας και αντιμετώπισης των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων.  Ωστόσο, μιας και μιλάμε για την ποίηση είναι προφανές πως το κληρονομημένο «πολιτισμικό κεφάλαιο»δεν αρκεί από μόνο του για να γίνει κάποιος ποιητής. Παρόλα αυτά ο «βιόκοσμος», η οικογενειακή προέλευση, ο κοινωνικός περίγυρος, οι ταξικές καταβολές κ.ά., διαμορφώνουν τα «καύσιμα» του καθενός, γεγονός που προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική του τροχιά καθώς και την «περιήγησή» του στα συστημικά πεδία των κοινωνικών ιεραρχήσεων. Μιας και με ρωτάτε όμως για τη δική μου περίπτωση, η σχέση μου με την ποίηση υπήρξε παράγωγο μιας κοπιώδους και αμφίθυμης προσπάθειας η οποία ούτε ευδοκίμησε αυτονόητα, ούτε ευνοήθηκε ευθέως από το «κληρονομημένο πολιτισμικό κεφάλαιο». Μεγάλωσα στην Αμαλιάδα με όλες τις δυσκολίες μιας μέσης οικογένειας της δεκαετίας του 70 στην ελληνική επαρχία. Ερχόμενος στην Αθήνα για να σπουδάσω, εκτός από την αγάπη των δικών μου, πήρα στις αποσκευές μου την περηφάνεια και το όνειρο των απλών και λαϊκών ανθρώπων της γειτονιάς και τη πόλης μου για ένα καλύτερο αύριο. Πέρα όμως από την ακαδημαϊκή πορεία η οποία αναπτύχθηκε σε βάθος χρόνου και φυσικά εξελίσσεται, η θητεία στην ποίηση προηγήθηκε ως στάση ζωής και προέκυψε κυρίως μέσα από το αινιγματικό κίνητρο μιας υπαρξιακής αναζήτησης η οποία ενστικτωδώς με έφερε κοντά σε πνευματικούς ανθρώπους, ιδεολογικούς χώρους, αλλά και διανοητικά περιβάλλοντα που είχαν τις τέχνες και τα γράμματα ως βασικούς κώδικες επικοινωνίας.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

«The Second Coming» (2015 & 2017) σε σκηνοθεσία Richard Wolstencroft (γράφει ο Διόνυσος Ανδρώνης)

 

`

 

 

Μας άρεσε η παλιά ταινία «Pearls before Swine/Διαμάντια στα γουρούνια» τoυ αυστραλού  σκηνοθέτη Richard Wolstencroft και γράψαμε ένα άρθρο που έχει έχει μείνει στην δική του ιστοσελίδα εδώ και δέκα χρόνια. Αυτή τη φορά θα σας γράψουμε για την τελευταία τoυ ταινία μεγάλου μήκους «Δευτέρα Παρουσία» η οποία αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο ολοκληρώθηκε το 2015 και το δεύτερο το 2017 και οι δύο διαρκούν 1 ωρα 30 περίπου . Αυτη η ταινια συνολικήs διάρκειαs 3 ωρών είναι διαθέσιμη σήμερα στο «Vimeo».  Ο Richard Wolstencroft είναι επίσης o καλλιτεχνικός διευθυντής του MUFF (Φεστιβάλ Underground Κινηματογράφου Μελβούρνης), ένα φεστιβάλ που είχε συναντήσει δυσκολίες ύπαρξης εξαιτίας της άρνησης των τοπικών αρχών να επιτρέψουν τη προβολη της ταινίας «Skin Flick» (όχι «Skin Gang») του Bruce LaBruce, χαρακτηρίζοντάς την ως πορνογραφική. Εδώ, ο Bruce LaBruce παίζει στο ισπανικό κομμάτι, όπως θα δούμε παρακατω. Ωστόσο, μην ξεγελιέστε, ο Wolstencroft δεν είναι καθόλου ομοφυλόφιλος! Είναι κάποιος με ανοιχτο μυαλο, αφού είναι σατανιστης!

Αυτή η νέα ταινία είναι μια πολύ ελεύθερη προσαρμογή του ποίηματος του ίδιου ονόματος του William Butler Yeats, ιρλανδικού κλασικού ποιητή. Αλλά το σημείο εκκίνησης είναι το δοκίμιο ενός άλλου Βρετανού ποιητή, tοu μάγοu Aleister Crowley και τοu βιβλίο του «777 και άλλα καβαλιστικα γραπτά».

Η διεθνής μαφία αποφασίζει να ξεσηκώσει τον διάβολο να έρθει να  αναστηθει μέσα από αυτό το παραμελημένο έργο του καλλιτεχνικού κόσμου. Ο William Butler Yeats ανήκε στο μακρινό παρελθόν στο «ιρλανδικό Blueshirts», μια φασιστική οργάνωση των αρχων του προηγούμενου αιώνα. Έτσι το μήνυμα ξεκινάει από τα πρώτα λεπτά: πώς να  μεταφερθούν τα αποκρυφιστικά και φασιστικά οράματα αυτών των δύο Βρετανών Μεγάλων Συγγραφέων του προηγούμενου αιώνα sτις περιπέτειες του σύγχρονου μαφιόζου; Η ιστορια ξεκιναει στο Λονδίνο με δύο γνωστούς τραγουδιστες ροκ: Pete Doherty και Jerome Alexander από το συγκρότημα Deadcuts. Ο Pete Doherty ήταν για λίγο με την κορη Robyn (γραμμένο έτσι) του αγαπημένου σκηνοθέτη μας του παρελθόντος (και πολύ φίλοu μας) Peter Whitehead. Η κληρονομιά του θα είναι επίσης το κλειδί για τις φανταστικές δολοφονίες που θα οδηγήσουν στο νέο «Lucifer Rising» του Kenneth Anger. Ο Wolstencroft γίνεται σήμερα λοιπόν ο πνευματικός του κληρονόμος !

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ποιητικό Καφενείο

Ο Γιώργος Κεντρωτής μιλά για τα «Τα Άνθη του Κακού» του Charles Baudelaire

Συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή

 

Charles Baudelaire, «Τα Άνθή του Κακού» (μετφρ.-επιλεγόμενα: Γιώργος Κεντρωτής), εκδ. Gutenberg, 2018

 

 

Ο Κωστάς Παλαμάς στα 1916 είχε γράψει: «Ὁ Βωδελαίρ δέν ἤρχισε νά γίνεται θέμα μεταφραστικόν παρ’ ἡμῖν παρά πολύ μετά τό 1890, ἐν ἡμέραις δημοτικιστικῶν ὀργασμῶν καί ὀργίων. Ἀνέτειλεν εἰς τούς οὐρανούς μας ὡς δημοτικιστής, ἐμεσουράνησεν ὡς μαλλιαρός». Πώς θα χαρακτηρίζατε τη δική σας μεταφραστική εργασία στα «Άνθη του Κακού»; 

Ο Μπωντλαίρ γνώρισε μεγάλη δημοφιλία στην Ελλάδα κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα: όχι μόνο μεταφράστηκε πολύ, αλλά και επηρέασε πλείστους όσους ποιητές: τον Καρυωτάκη, τον Σκαρίμπα, τον Εμμανουήλ, τον Ουράνη, τον Καββαδία… Κλίμα «μπωντλαιρισμού» κυριάρχησε για πολλά χρόνια στα ελληνικά ποιητικά πράγματα. Μεταφράζοντας τα «Άνθη του Κακού» στον 21ον αιώνα προσπαθώ να κάνω τον ποιητή να μιλήσει με γλώσσα σημερινή, χωρίς ωστόσο να τον ξεκόβω από την ήδη από πολύ παλιά δημιουργημένη και ποιητικώς εμπεδωμένη μπλωντλαιριανή παράδοση στην Ελλάδα. Αν στην εποχή του Παλαμά το κρίσιμο στοιχείο ήταν ποιος θα κατακτήσει τη γλωσσική νίκη (η «διεκδικητική» δημοτική ή η «αμυνόμενη» καθαρεύουσα;), στην εποχή μας θεωρώ ότι το κρίσιμο είναι η ανάγνωση και η μεταφορά των ποιημάτων του με πνεύμα νεωτερικό που να μετέχει τόσο της αρτιωμένης παραδόσεως, όσο και της πρωτοπορίας όπως μπορεί να αρθρωθεί σήμερα χρησιμοποιώντας στίχους με ηλικία ενάμιση και πλέον αιώνα.

 

Έχοντας μελετήσει τον Μπωντλαίρ σε διάφορες γλώσσες μετάφρασης, ποια προτερήματα και μειονεκτήματα έχει η ελληνική τα οποία διευκόλυναν ή παρεμπόδισαν το δρόμο σας;

Συνεχίζοντας στον ειρμό της προηγούμενης απάντησής μου, θα σας πω ενότι στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν ποικίλες πνοές «μπωντλαιριανής» αύρας και μέσα στο πρωτότυπο έργο σημαντικών ποιητών. Ο Καββαδίας, αίφνης, είναι κατ’ εξοχήν μπωντλαιρικός, όχι μόνο ως προς τη θεματολογία και τη διαχείρισή της, αλλά και ως προς την όλη πολιτιστική νοοτροπία που έχει καταθέσει στους στίχους του. Κάτι τέτοιο είναι ευεργετικό όχι μόνο για τον εν λόγω  ποιητή, αλλά και για όλη την ελληνική νεωτερική ποιητική, καθώς το αναγνωρίσιμο πλέον μπωντλαιριανό κλίμα μάς διευκολύνει να υποδεχθούμε με ευχέρεια συγγραφείς συγγενούς τεχνοτροπίας με αυτήν του Μπωντλαίρ, όπως, φέρ’ ειπείν, τον Πόε και τον Χάμσουν, αλκλά και τον Γκεόργκε.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Γιάννης Ρίτσος, «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού» [5 Οκτωβρίου, στις 20.00, στο Art Base, 29 rue des Sables, Brussels]

Το πρώτο της ταξίδι εκτός Ελλάδος θα πραγματοποιήσει η παράσταση «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού» τον Οκτώβρη του 2019. Ο ποιητικός μονόλογος απ’ την αριστουργηματική «Τέταρτη Διάσταση» του Γιάννη Ρίτσου, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία Νάνας Παπαδάκη, ταξιδεύει στις Βρυξέλλες και παρουσιάζεται, ύστερα από τιμητική πρόσκληση, το Σάββατο 5 Οκτωβρίου, στις 20.00, στο Art Base, 29 rue des SablesBrussels.

 

 

[…] Ο θάνατος πλέει μέσα μας ή πλέουμε εμείς
απ’ το λίκνο μας κιόλας στα μυστικά νερά του. Ωστόσο
κρατούσα μόνο για λογαριασμό μου αυτή τη σκέψη περήφανα,
τη συγκέντρωνα, την έσφιγγα επάνω μου
για να τους απαλλάξω αυτούς κι ίσως και να τους προστατεύσω
σαν βρέφη που χαμογελούν αθώα μπροστά στη μοίρα
ή σαν αφύσικα, άγρια ζώα τρομαγμένα
μπρος στην αμείλικτη εμπειρία μας.
Αντίθετα η μητέρα
μετά τον τελευταίο της τοκετό είχε ασκημίσει·
το μέτωπό της γεμάτο φακίδες· τα στήθη της
είχαν χάσει το σχήμα τους — το ’ξερε και το ’κρυβε
κι ήταν ενοχλημένη, δύστροπη,
σχεδόν αντιπαθητική· — αυτό που κρύβουμε είναι
αυτό που πιότερο μας φανερώνει, —έτσι δεν είναι, νένα;—
κι ίσως αυτό μας κάνει ενόχους κι άσκημους — μια απόσπαση,
μια μεταποίηση και παραμόρφωση της ζωής
απ’ τη δική μας μάταιη ανυπακοή και σκληρότητα,
απ’ τη δική μας περηφάνια —καλύπτρα της δειλίας μας—
ανάρμοστη στο φως· ενώ τα έπιπλα
γερνούν χωρίς αντίσταση κι έχουν πάντα τη θέση τους μέσα στο σπίτι,
έχουν μιαν έκφραση γλυκιάς ταπεινοσύνης —
και το μπράτσο της πολυθρόνας, όταν τύχει
καμιά φορά να το αγγίξει απ’ τ’ ανατολικά παράθυρα
μια λουρίδα ήλιος, είναι σα χέρι αληθινό, κουρασμένο,
καμπυλωμένο μ’ ευγνωμοσύνη στο γοφό του κόσμου,
κάτι επιδοκιμάζοντας, θαρρώ, κάτι λέγοντας:
«υπήρξα· υπάρχω ακόμη· ευχαριστώ· μου φτάνει».

Διαβάστε περισσότερα