Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Pablo de Rokha (Chile, 1894-1968), «Κύκλος» (μετάφραση- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

 

Χθες έπαιζε ο κόσμος σαν γάτος  στο φουστάνι σου •

σήμερα σου γλύφει τα λεπτεπίλεπτα μποτίνια-περιστεριού •

την καρδιά σου έχεις  κατοικημένη από τζιτζίκια,

και μια ομοιότητα με  νεκρά ξάγρυπνα  κιθαρόνια,

μεγάλη μελαγχολική

 

Διόλου απίθανο  να χωρά η θάλασσα όλη μες στα μάτια σου

και να χωρά όλος ο ήλιος στη δράση σου- δράση του υδροχόου •

σαν ένας σκύλος κίτρινος σε ακολουθούν τα φθινόπωρα,

και, ζωσμένη από ποταμίσιους και αστρονομικούς θεούς,

είσαι η αιωνιότητα στην σταλαγματιά του τρόμου.

 

Η ψευδαίσθηση που είσαι μοιάζει με  πολιτεία πανάρχαια,

με  τις καλύβες τις γεμάτες με λυπητερό άρωμα,

με τις αιώνιες πέτρες και τα πληγωμένα κορίτσια •

ένα αυγουστιάτικο πουλί πνίγεται στων ματιών σου τις κόρες

και, σαν σκοτεινό ένδυμα, πέφτει το παραλήρημα σου.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Τρία ποιήματα μεταφράσεως (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Κουτσουρέλης)

Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

Ωσάν αδέξια μέλισσα εφορμά
επάνω στο λουλούδι
λυγίζει τον ντελικάτο στήμονα
ανοίγει δρόμο μέσ’ από τα πέταλα καθώς
μέσα από σελίδες λεξικού
πασκίζει να χωθεί
εκεί που βρίσκονται το άρωμα κι η γλύκα
και μολονότι συναχωμένος
δίχως γεύση
επιμένει
ωσότου κουτουλήσει
σε κάποιο κίτρινο ύπερο

εδώ τελειώνουν όλα
είναι απλώς αδύνατο
να φθάσει κανείς τη ρίζα του λουλουδιού
απ’ το κεφάλι

περήφανη πολύ
η μέλισσά μας η καλή
ξαναβγαίνει
βουίζοντας θορυβωδώς:
χώθηκα μέσα!

σ’ αυτούς
που δεν πολυπιστεύουν
δείχνει μια μύτη κίτρινη
απ’ τη γύρη.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Πέτρος Γιατζάκης, «Ιώβ», εκδ. Κίχλη, 2022 [προδημοσίευση]

2,1 Μια μέρα, οι γιοί του Θεού ήρθαν να παρουσιαστούν ενώπιόν Του. Ο Σατανάς ήρθε κι αυτός ανάμεσά τους, για να παρουσιαστεί ενώπιον του Κυρίου.
2 Ο Θεός είπε στον Υπεναντίο/Κατήγορο: << Πούθε έρχεσαι; >> Ο Σατανάς απάντησε στον Θεό και είπε: << Περιπλανήθηκα πάνω από ολάκερη τη γη και πέρα ώς πέρα τη διέσχισα. >>
3 Ο Κύριος ρώτησε τον Σατανά: << Πρόσεξες τον δούλο μου τον Ιώβ; Δεν υπάρχει κανείς άλλος σαν κι αυτόν σ’ ολάκερη τη γη, άμωμος και δίκαιος άνθρωπος που έχει φόβο Θεού και που αποστρέφεται καθετί κακό. Ακόμα στέκει ακέραιος κι απαρασάλευτος· κι εσύ με παραπλάνησες και μ’ εξερέθισες ενάντιά του, για να τον κατασπαράξω δίχως λόγο!>>

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Oρφικοί Ύμνοι: Ύμνος Εστίας και Ύμνος Πρωτέως (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

ΥΜΝΟΣ ΕΣΤΙΑΣ

Ἄνασσα Ἑστία τοῦ ἰσχυροῦ τοῦ Κρόνου θυγατέρα,
τ’ ἀενάου μέγιστου πυρὸς πό ’χεις τὸ μέσο δῶμα,
τοὺς ὅσιους μύστες ἄμποτε στὲς τελετὲς νὰ ὑψώσῃς,
ν’ ἀειθάλλουν, νὰ πολυευτυχοῦν, νὰ εὐφρονοῦν, ν’ ἁγνεύουν·
κάστρο θεῶν μακάριων, θνητῶν τὸ δυναμάρι,
αἰώνια καὶ πολύμορφη, παμπόθητη, ὡσὰν χλόη,
μακάρια, χαμογελαστή, θυσίες δῶ καλοδέξου,
κι’ οὔρια εὐτυχία φύσηξε κι’ ὑγειὰ ἁπαλυνοχέρα.

Ἱστίη εὐδυνάτοιο Κρόνου θύγατερ βασίλεια,
ἣ μέσον οἶκον ἔχεις πυρὸς ἀενάοιο μεγίστου,
τούσδε σὺ ἐν τελεταῖς ὁσίους μύστας ἀναδείξαις,
θεῖσ’ αἰειθαλέας, πολυόλβους, εὔφρονας, ἁγνούς·
οἶκε θεῶν μακάρων, θνητῶν στήριγμα κραταιόν,
ἀϊδίη, πολύμορφε, ποθεινοτάτη, χλοόμορφε,
μειδιόωσα, μάκαιρα, τάδ’ ἱερὰ δέξαι προθύμως,
ὄλβον ἐπιπνείουσα καὶ ἠπιόχειρ’ ὑγίειαν.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Mary Elizabeth Coleridge (1861 – 1907), Ποιήματα (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

Η ΜΑΓΙΣΣΑ

«Πολὺ καιρὸν ἐβάδισα πάνω στ’ ἀφρᾶτο χιόνι,
καὶ μήτε εἶμαι ψηλή, μήτε γερή.
Ἡ φορεσιά μου ἐμούσκεψε, τὰ δόντια μου ἐσφίξαν,
κι’ εἶχα πορεία τραχειὰ καὶ μακρυνή.
Στὰ πέρατα ἐπλανήθηκα τῆς γῆς τῆς καρποδότρας,
μὰ ἐδῶ γιὰ πρώτην ἔρχομαι φορά.
Ὤ, πέρνα με, ἀγκαλιά, ἀπὸ τὸ κατώφλι σου,
στῆς πόρτας σου ἄσε με τὴν μέσα τὴν μεριά!

Εἶναι ἀπάνθρωπος ἐχθρὸς τ’ ἀγέρι ποὺ θερίζει
κι’ ἀνάντια τῶν ῥιπῶν πῶς νὰ σταθῶ.
Τὰ χέρια μου ἐξύλιασαν κι’ εἶν’ βογγητὸ ἡ φωνή μου,
τὸ χεῖρον τοῦ θανάτου πειὰ ἀψηφῶ.
Εἶμαι ἀκόμα ἕνα μικρὸ κι’ ἀπάρθενο κορίτσι,
πονεῖτε ποδαράκια μου λευκά.
Ὤ, πέρνα με, ἀγκαλιά, ἀπὸ τὸ κατώφλι σου,
στῆς πόρτας σου ἄσε με τὴν μέσα τὴν μεριά!»

Εἶχε φωνὴ σὰν τὴν φωνὴ ποὺ ἔχουν οἱ γυναῖκες
ὡς ἱκετεύουν γιὰ τὸν πόθο τῆς καρδιᾶς.
Κι’ ἐπέρασεν – ἐπέρασεν – κι’ ἡ πηδηχτὴ πρὶν φλόγα
βυθίστη, πέθανε, στὴν μέσι τῆς φωτιᾶς.
Στὴν στιά μου δὲν ξανάναψε ποτέ, στὸ παραγώνι,
ἀπ’ ὅταν διέσχισα τὸ πάτωμα γοργά,
νὰ τὴν περάσω, ἀγκαλιά, ἀπὸ τὸ κατώφλι μου
στῆς πόρτας μου τὴν μέσα τὴν μεριά.

Διαβάστε περισσότερα