Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Alfons Zeneli, Ποιήματα (μετάφραση από τα αλβανικά: Ενέλα Αλκούσι)

 

Επικό έως το κόκκαλο

Το ύδωρ της λήθης μπορείς να τον πιεις
μες τη μοναξιά σου
ή να το λησμονείς
φυτεύοντας ένα όνομα
ώσπου μεγαλώνοντας
με αυτό να αποκαλείς
το γιο του τραγουδιού σου.
Τη λησμονιά μπορείς να την κάνεις χορδή
πάνω στην οποία τιτιβίζουν τα πουλιά
μιας άγραφης μελωδίας
ματωμένη
από το βιολί του κορμιού της.

Τη λησμονιά μπορείς να την κάνεις δέντρο, δάσος
και έπειτα να το κόψεις, να κάνεις ένα κομμάτι χαρτί
και να τις γράψεις ένα γράμμα ερωτικό.
Τη λησμονιά μπορώ να την κάνω άκρη χεριού
και να διαπεράσει ανάμεσα στα μαλλιά της
όσες φορές ο αέρας ξεχαστεί
στους αμμόλοφους της γλυκόπικρης λαχτάρας μου.
Η λησμονιά είναι γαλάζια, ωραία.
Μπορείς να παίξεις κρυφτό μαζί της
και πάντοτε θα σε ευρίσκει
εκεί όπου κρύβεσαι σαν παιδί.
Τίποτα το κακό δεν έχουν οι λησμονιές.
Μπορεί να είναι πουκάμισα,
πέταλα
νήματα
ηχώ.
Κανένας από αυτούς δεν φταίει τελικά.

Όλα τα αγαπάω σαν να ήμουν ιεραπόστολος
εκτός από τη δικιά της λησμονιά.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μάνια Μεζίτη, «η μαύρη ανάμεσα», εκδ. Κύμα, 2018 (μετάφραση στα γερμανικά: Κατερίνα Λιάτζουρα [Katharina Liatzoura])

ζοφεροί καιροί

μια μέρα

θα φορέσει ένα καπέλο

από ποίημα του λειβαδίτη

θ’ ανοίξει την ομπρέλα της

και μ’ ένα μπουκέτο βιολέτες

θα προσπεράσει μια εποχή

θα την βρείτε να κάθεται

σε τραπέζι μακρόστενο

με αναμμένα κηροπήγια

και να λέει με θαμπή φωνή

μα πως σας διέφυγε μητέρα

εγώ ποτέ δεν έμαθα να ιππεύω

 

*

düstere Zeiten

irgendwann

wird sie einen Hut tragen

aus einem Gedicht von Livaditis

sie wird ihren Regenschirm aufmachen

und mit einem Strauß aus Violetten

wird sie eine Jahreszeit überholen

ihr werdet sie sitzen sehen

an einem länglichen Tisch

mit angezündeten Kerzenständern

und sie wird mit einer trüben Stimme fragen

aber wie ist es Ihnen entgangen Mutter

ich habe zu keiner Zeit reiten gelernt

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Miguel  de Cervantes (España, 1547-1616), «Ο ζηλιάρης γέρος» (μετάφραση- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ ΤΟΥ ΖΗΛΙΑΡΗ ΓΕΡΟΥ

 

Εμφανίζονται  οι Δόνια Λορένθα,  η Κριστίνα, η υπηρέτρια της, και η Ορτιγκόσα, η γειτόνισσα της.

 

Δόνια Λορένθα : Θαύμα είναι τούτο, κυρά Ορτιγκόσα, να έχει αφήσει έτσι την κλειδαριά δίχως  να ‘χει γυρίσει   το κλειδί μέσα της, o ασήκωτος  πόνος μου [1] το άχθος μου  και η απελπισιά μου. Αυτή είναι η πρώτη μου μέρα, από τότε που στεφανώθηκα μαζί του, που μιλάω από κοντά με κάποιον έξω απ’ το σπίτι• που απ’ έξω μου φαίνεται   εμένα από τούτη εδώ τη ζωή μαζί με δαύτον που παντρεύτηκα.

Ορτιγκόσα :  Άντε κυρά μου, δόνια Λορένθα, που μεμψιμοιρείτε τόσο• αφού με παλιό τσουκάλι  άλλο καινούργιο αγοράζει κανείς. [2]

Δόνια Λορένθα :  Με τα κάτι τέτοια γνωμικά και παροιμίες με ξεγελάσανε και μένα• που καταραμένα να ‘ναι τα λεφτά τους εκτός απ’ τους σταυρούς• [3] καταραμένα τα κοσμήματα τους, τα λούσα τους, και καταραμένα  όλα όσα μου δίνει και μου τάζει. Τι μ’ ωφελεί  εμένα ετούτο και τ’ άλλο  αν καταμεσής του πλούτου εγώ φτωχή αισθάνομαι, και μέσα στην τόση   αφθονία  μεγάλη είναι η πείνα μου;

Κριστίνα:  Στ’ αλήθεια , θεία μου και κυρά, σωστά τα λες• δεν θα ‘θελα άλλο τίποτα εγώ από τα να φόραγα ένα κουρέλι μπρος και ακόμη ένα  πίσω,  και να ‘χω για σύζυγο έναν νιο, αντί να ‘μαι κακοπαντρεμένη  μ’ αυτό το σάψαλο  που πήρες για άντρα.

Δόνια Λορένθα:  Εγώ τον πήρα, ανιψιά; Μου τον δώκανε όπως-όπως • κι εγώ, σαν κοριτσάκι που ήμουνα, αφιέρωνα  την  ψυχή μου πιο πολύ στο να ‘μαι υπάκουη παρά να αντιγυρίζω κουβέντα• αλλά αν είχα  εμπειρία από τέτοια πράγματα, θα κομμάτιαζα τη γλώσσα μου με τα ίδια μου τα δόντια παρά θα  ‘λεγα το ναι, που με τρία γράμματα το λες και για  χίλια χρόνια σε πλημμυρίζει δάκρυα • όμως φαντάζομαι πως  άλλη επιλογή από τούτη  δεν υπήρχε,  και γίνηκε  με το στανιό, και πως δεν στάθηκε τρόπος ανθρώπινος για  τ’  αποφύγω.

Κριστίνα : Κύριε Ιησού Χριστέ-ο παλιόγερος! Όλη νύχτα: « Φερ’το καθήκι, παρ’ το καθήκι• σήκω πάνω Κριστινούλα και ζέστανε μου μερικές κομπρέσες που με πεθαίνουν οι λαγόνες μου• δωσ’μου  εκείνο το ζουμί, γιατί μ’ έχει σακατέψει  η πέτρα.»  Με τόσες αλοιφές και τόσα γιατροσόφια μες στο δώμα που ούτε φαρμακοτρίφτης να ‘μουνα• και ‘γω, που μόλις που ξέρω να ντύνομαι, πρέπει να του κάνω την νοσοκόμα. Πφφφφ, γέρικη κλώσα, όσο τυχερός τόσο ζηλιάρης,  ο πιο ζηλιάρης σ’ ολάκερο  τον κόσμο!

Δόνια Λορένθα : Αλήθεια λέει η ανιψιά μου.

Κριστίνα : Θα  ευγνωμονούσα  τον Θεό,  ποτέ μου να μην την έλεγα  για κάτι σαν κι αυτό !

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Διονύσιος Σολωμός, «Άπαντα τα ιταλικά» (Μετάφραση και επιλεγόμενα: Γιώργος Κεντρωτής), εκδ. Gutenberg, 2021

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
(με προσυμφωνημένες ομοιοκαταληξίες)

Για να σωθεί ο άνθρωπος οχ την αισχρή αμαρτία,
ιδού! Το αναμενόμενο παιδί θα γίνει
σωτήρας. Με παρειές φλεγόμενο ρουμπίνι
εθώρει παρεκεί πασίγλυκη η Μαρία.

Ω θαύμα αλάλητο! Το κλάμα του Μεσσία
τον κάθε λύκο αμνό θα κάμει, να μη μείνει
κανείς θνητός στη γης το γόνυ του να κλίνει
ομπρός στου φρόνιμου φιδιού τη γοητεία.

Σαν ηλιαχτίδα που τρυπά, για να περάσει,
γλυκά του κοχυλιού τη διάφεγγη γυαλάδα,
χωρίς τα κρούσταλλά του διόλου να χαλάσει,

έτσι ήβγε και το θείον Άνθος απ’ το Σώμα
το αειπάρθενο, κι η φάτνη με άπιαστη γοργάδα
τσ’ αγάπης έγινε του Θεανθρώπου δώμα.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Sylvia Plath, «Μπαμπάς», (μετάφραση: Νικόλας Προδρόμου)

Δεν είσαι άξιος, δεν είσαι άξιος

πια, σαν ένα μαύρο παπούτσι είσαι

που μέσα του έχω ζήσει όπως τη πατούσα

για τριάντα χρόνια, μεσ’ την χλωμάδα και τη φτώχεια,

μετά βίας τολμώντας να ανασάνω ή να φταρνιστώ.

 

Μπαμπά, έπρεπε να σε σκοτώσω.

Και πέθανες, προτού προλάβω να το κάνω-

Βαρύς σαν μάρμαρο, στο σάκο των Νεκρών είσαι σαν Θεός,

Στοιχειωμένο άγαλμα, με ένα γκρίζο δάχτυλο του ποδιού,

που είναι μεγάλο, όπως τις φώκιες του Σαν Φρανσίσκο

 

Η προτομή σου διακοσμεί τον φρικαλέο Ατλαντικό,

εκεί όπου το καταπράσινο του σμίγεται με τα μπλε

νερά, έξω απ’ την όμορφη Νουαζέτ.

Κάποτε προσευχόμουν για να σε ξαναβρώ.

Αχ, εσύ.

Διαβάστε περισσότερα