Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Roberto García de Mesa, «Γι’ αυτό που αγωνιζόμαστε» (Μετάφραση από τα ισπανικά: Ιφιγένεια Ντούμη)

 

 

 

Αναγνωρίζω τη σιωπή,
την έντονη φωνή που σπάει στα δύο,
το τοπίο ή τους λόγους,
την επιθυμία ή το μάτι,
το μάτι μιας ρημαγμένης Ελλάδας,
της παντοτινής.
Μερικές φορές το νόημα είναι το ελάχιστο.
Μονάχα η γραμμή του ορίζοντα,
η γλώσσα των χεριών σου,
η θάλασσα, η άγρια σιλουέτα
κι η νοσταλγία,
Για μια στιγμή, να νιώθω το αποτέλεσμα,
τη μεταγραφή ενός αισθήματος,
τη δύση των νοημάτων.
Έστω πως οι στιγμές είναι όψεις ενός τοπίου.
Τα πάντα σπάνε στην Αθήνα ή κοντεύουν να σπάσουν.
Ό,τι γεννιέται,
ό,τι επιβιώνει
καταλήγει να καθορίζεται απ’ ό,τι υπάρχει γύρω του.
Τα πάντα για κάποιο λόγο επιβιώνουν.
Εδώ, όταν κάτι σπάει, λένε πως είναι γούρι.
Η πόλη με το συναισθηματικό χάος,
της αμφισβήτησης, της μετάλλαξης και της επιθυμίας.
Αναγνωρίζω τον ήχο,
τη δόνηση των βημάτων,
βήματα που υπογραμμίζουν την ανθρώπινη κατάσταση,
σε έναν χαμένο παράδεισο,
σε έναν παράδεισο.
Περπατάς σαν να εξαρτάται απ’ αυτό η ζωή σου.
Χάνομαι, ηττώμαι απ’ τα βήματά μου.
Βυθίζομαι στην άσφαλτο και κοιτώ ψηλά,
τα πουλιά που τραγουδούν απ’ την Ακρόπολη.
Όταν χαμογελάς στο παρελθόν, χαμογελάς ειρωνικά στο παρόν.
Και τα πάντα σταματούν.
Μέσα σου, επίσης.
Ίσως η σύγχυση προκαλεί το αποτέλεσμα,
Οι συνθήκες σημαδεύονται από τη σιωπή,
από μια αναζήτηση.
Αν παραμένεις στον ίδιο τόπο δεν είναι πια επιλογή σου.
Μια καρέκλα έχει πολλές όψεις.
Η μοναξιά
και μια καρέκλα που κινείται.
Αν αλλάζεις θέση,
αν αλλάζεις επ’ άπειρον, τότε δεν αλλάζεις,
συγκινείσαι,
διαλύεις τα πάντα.
Και κάποιος ρωτά για τον χρόνο που έχασες,
για την ανησυχία σου…
Οι κορδέλες δένονται πάντα μεταξύ τους.
Η χαρτογραφία των φιλιών.
Ό,τι κατάφερε να υπάρξει.
Η απόσταση από τον εαυτό.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Γιώργος Δάγλας, «Το μαύρο χιόνι», εκδ. Φίλντισι, 2016 (β’ έκδοση) [μετάφραση στα γερμανικά: Κατερίνα Λιάτζουρα]

Οι γενναίοι

 

Θέλω να μιλήσω γι’ αυτούς,

τους γενναίους του σύμπαντος, που

στους ερημικούς ναούς μετατρέπουν τη στιγμή σε

αιωνιότητα, το θάνατο σε ασήμαντη λεπτομέρεια.

το δέντρο σε παιδί.

Ύστερα πάλι, κοιτώντας τους χλωμούς καθρέφτες

των προθάλαμων, τους διωγμένους και τους

μαχαιρωμένους,

σκέφτομαι:

Αξίζει αυτή η διαδικασία συντριβής;

Ή όπως λένε στα βουνά για τον ετοιμοθάνατο

συγγενή:  ‘’ένα μήνα θα ζήσει, πιάστε το χορό’’.

Ύστερα πάλι το ξύλο. Γιατί ο φοίνικας;

Οι παλιές μας αγάπες.

Γιατί συνεδριάζουν στον πάτο αυτού του πηγαδιού;

Τι ωφελούν τα απλά λόγια του νεκρού πάνω απ’

το κρεβάτι των κληρονόμων;

Ας μου δοθεί συγχώρεση από το σύνταγμα των

ημερών.

Δεν έχω άλλη δικαιολογία απ’ των μικρών παιδιών:

‘’Δεν το ‘θελα.’’

‘’Το ήξερες ότι δεν έπρεπε;’’

‘’Ναι, το ‘ξερα.’’

`

*

 

 

Die Tapferen

 

Über jene möchte ich sprechen,

über die Tapferen des Weltalls, die

in den verwüsteten Kirchen den Augenblick in

Ewigkeit, den Tod in eine unbedeutende Einzelheit umsetzen.

Den Baum in ein Kind.

Später wiederrum, starrend auf die blassen Spiegel

in den Eingangshallen, auf die Vertriebenen und die

    Erstochenen

denke ich:

Ist dieses Zertrümmerungsverfahren eigentlich wert?

Oder wie es in den Gebirgen über den sterbenden

Verwandten gesagt wird: „einen Monat wird er noch leben, fangt an zu tanzen“.

Danach wiederrum das Holz. Warum die Palme?

Unsere alten Lieben.

Warum tagen sie auf diesem Brunnengrund?

Was nützen die schlichten Wörter des Toten über dem

Bett der Erben?

Könnte mich doch die Verfassung aller

                                                                          Tage nur verzeihen.

Habe keine andere Ausrede, als diese der Kleinkinder:

„Ich wollte das nicht.“

„Wusstest du, dass das nicht erlaubt ist?“

„Ja, das wusste ich.“

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Sibilla Aleramo – Dino Campana, «Το Ταξίδι που Είπαμε Έρωτα» [Μετάφραση – Επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου]

 

 

Sibilla Aleramo

 

 

Ποδοπατούσε ρόδα

 

 

Στο παραλήρημά του ποδοπατούσε ρόδα

και το λευκόσαρκο κορμί που αγαπούσε.

Με κάθε μελανιά όλο και πιο πολύ γονάτιζα,

ω μάταιο κλάμα, ω δυστυχισμένο πλάσμα!

 

Με κάθε γροθιά που έριχνε, ρόδα ποδοπατούσε,

στην τρέλα του έφτυνε το κεφάλι που αγαπούσε.

Φρικτή η μάστιγά του, ακόμη πιο φρικτό το μαρτύριό μου

όμως, τώρα που έφυγα, να που πεθαίνω, πεθαίνω για τη μάστιγά του.

 

8 Δεκεμβρίου 1916

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Διονύσης Καψάλης, «Μεταφράζοντας τα «Σονέτα» του Σαίξπηρ»

Ως έχει ο τίτλος της ανακοίνωσής μου νιώθω ότι είναι θλιβερά ελλιπής. Θλιβερός επίσης -καθότι πρόωρος- είναι και ο απολογισμός: είκοσι πέντε σονέτα, όλα κι όλα, από τα εκατόν πενήντα τέσσερα, όσα φέρουν το όνομα του Σαίξπηρ. Και με αυτό το μελαγχολικό κλάσμα της φιλοδοξίας μου ανά χείρας (της φιλοδοξίας μου, εννοείται, να μεταφράσω κάποτε όλα τα Σονέτα), βρίσκομαι κιόλας να μιλώ για το πώς μετέφρασα˙ να εκλογικεύω ένα εγχείρημα που είναι μόλις στην αφετηρία του και απέναντι στο οποίο -περιττεύει αλλά θα το πω- στέκομαι πάντα σε στάση προσοχής και με αισθήματα ανάμικτα, αισθήματα σαν εκείνα που εκφράζουν στη γλώσσα μας οι διφορούμενες και πολυσθενείς λέξεις δέος και θάμβος.

Κι εμείς εδώ που ‘χουμε μάτια κι αγαπούμε
όντως θαυμάζουμε και άναυδοι σιωπούμε,

θα λέγαμε για τα ποιήματα αυτά υιοθετώντας τις δικές τους συμβολικές αξίες. Ο λόγος όμως είναι για την τέχνη της μετάφρασης και όχι για την πλεονάζουσα ρητορική της σιωπής.

Υπολογίζεται ότι ανέρχονται στις τριακόσιες χιλιάδες τα σονέτα όσα γράφτηκαν μέσα στον 16ο αιώνα -326 βιβλία με σονέτα κυκλοφορούν, στην Ιταλία και μόνον, από το 1575 ως το 1600 (Muir 1979, 30). Ήδη από το 1590, οπότε πιθανολογείται ότι ο Σαίξπηρ γράφει τα πρώτα του σονέτα, και βεβαιότατα το 1609, όταν κυκλοφορεί η κλεψίτυπη -και μοναδική όσο ζούσε εκείνος- έκδοση όλων των Σονέτων, βρίσκεται στην εκπνοή της μια συνολική αναταραχή, την οποία με τη σημερινή, κάπως ρηχή ορολογία, θα ονομάζαμε μόδα. Όπως συμβαίνει με όλες τις διεθνείς μόδες, ο νεοτερικός τρόπος του σονέτου δεν φαίνεται να σεβάστηκε τις διακρίσεις με τις οποίες συνήθως διυλίζουμε τον μεταφραστικό κώνωπα: Μετάφραση, παράφραση, διασκευή, κλοπή, δάνειο, απομίμηση, αντιγραφή, επίδραση κ.λπ. αποτελούν ισοδύναμες και ομοίως φανταχτερές εκδοχές στο ρεπερτόριο και το βεστιάριο του εκφραστικά αναγεννημένου εραστή, όπως εύγλωττα μαρτυρούν και τα πετραρχικά καμώματα (μεταφράσματα και απομιμήματα) των ανώνυμων κυπρίων ποιητών του 16ου αιώνα. Με άλλα λόγια, η μόδα, ρευστή πάντα και πληθωρική, μοιάζει να αδιαφορεί για τις εννοιολογικές διατυπώσεις και τις εργώδεις θεωρητικές διαβουλεύσεις όσες σωρεύουμε σήμερα απέναντι στο πρόβλημα της μετάφρασης. Και γεννάται, παρεμπιπτόντως αλλά εύλογα, το ερώτημα: Γιατί άραγε θεωρούμε ότι η μετάφραση συνιστά απαραιτήτως και ανυπερθέτως πρόβλημα; Τι μας εμποδίζει να την αναδεχτούμε, μέσα στη δυσκολία της λογοτεχνικής έκφρασης, ως πόρο και διέξοδο και αναγέννηση κάποτε;

Το σονέτο ασφαλώς δεν είναι η μόνη περίπτωση στην ιστορία της ευρωπαϊκής γραμματείας που η μεταφρασιμότητα ενός μείζονος λογοτεχνικού προτύπου απέβη επιδημική, μολονότι δεν έπαψε ποτέ να επαληθεύει και εδώ η ακριβέστατη διαπίστωση του Παλαμά ότι η γλώσσα της ποίησης γνωρίζει μόνον πατρίδα.[1]

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, «Λευκές νύχτες / Συναισθηματικό μυθιστόρημα» (Από τις αναμνήσεις ενός ονειροπόλου) (μετφρ. από τα ρωσικά: Ξένια Καλαϊτζίδου)

 

 

 

…Ή μήπως να γεννήθηκε εκείνος

Έστω και μια στιγμή για να ξαποστάσει

Στης καρδιάς σου τη γειτονιά;..

Ιβάν Τουργκένιεφ

 

 

Νύχτα πρώτη

 

Ήταν μια θαυμάσια νύχτα, τέτοια νύχτα που πιθανόν μόνο τότε μπορεί να υπάρξει, όταν είμαστε νέοι, αγαπητέ αναγνώστη. Ο ουρανός ήταν τόσο έναστρος, τόσο φωτεινός ήταν, που με το που τον κοίταζες, έπρεπε ανεπιτήδευτα να αναρωτηθείς αν μπορούν να ζουν κάτω από έναν τέτοιο ουρανό διάφοροι θυμωμένοι και καπριτσιόζοι άνθρωποι. Είναι μια νέα ερώτηση αυτή, αγαπητέ αναγνώστη, πολύ νέα, αλλά μακάρι να την στέλνει ο Κύριος πιο συχνά στην ψυχή σας!.. Μιλώντας για τους καπριτσιόζους και τους διάφορους θυμωμένους κυρίους, δε θα μπορούσα να μην θυμηθώ και τη δική μου ενάρετη συμπεριφορά καθόλη τη διάρκεια της ημέρας. Από το πρωί κιόλας άρχισε να με βασανίζει μια περίεργη θλίψη. Μου φάνηκε ξαφνικά ότι εμένα τον τόσο μοναχικό, όλοι με εγκαταλείπουν και όλοι απομακρύνονται από μένα. Εδώ, βέβαια, ο καθένας έχει το δικαίωμα να ρωτήσει: ποιοι είναι άραγε αυτοί οι όλοι; γιατί πάνε οχτώ χρόνια που μένω στην Πετρούπολη και σχεδόν καμία γνωριμία δεν κατάφερα να κάνω. Αλλά τί να τις κάνω τις γνωριμίες; Μου είναι γνώριμη ούτως ή άλλως όλη η Πετρούπολη· να γιατί μου φάνηκε ότι όλοι με εγκαταλείπουν, όταν όλη η Πετρούπολη σηκώθηκε και έφυγε ξαφνικά για τα εξοχικά. Φοβήθηκα που θα έμενα μόνος και για τρεις ολόκληρες μέρες περιπλανιόμουν στην πόλη σε βαθιά θλίψη, χωρίς να καταλαβαίνω καθόλου τί μου συμβαίνει. Είτε πήγαινα στην λεωφόρο Νιέβσκι, είτε πήγαινα στον κήπο, είτε περπατούσα στην ακρογιαλιά, ούτε ένα πρόσωπο από εκείνα που έχω συνηθίσει να ανταμώνω στο ίδιο μέρος, την γνωστή ώρα για ολόκληρη τη χρονιά. Αυτοί, βέβαια, δε με γνωρίζουν, τους γνωρίζω όμως εγώ. Τους γνωρίζω από κοντά· έχω σχεδόν μάθει τις φυσιογνωμίες τους και τις χαζεύω όταν είναι χαρούμενες, και θλίβομαι όταν τις σκεπάσει η καταχνιά. Σχεδόν έπιασα φιλία με έναν γεροντάκο τον οποίο συναντάω κάθε θεάρεστη μέρα τη γνωστή ώρα στον ποταμό Φοντάνκα. Είναι μια σπουδαία φυσιογνωμία, σκεπτική· όλο σιγομουρμουρίζει και κουνάει το αριστερό  του χέρι, ενώ στο δεξί έχει ένα μακρύ μπαστούνι με εξογκώματα και χρυσή κεφαλή. Ακόμα και αυτός με αντιλήφθηκε και μου ασκεί ψυχική συμπαράσταση. Αν τυχόν δεν βρεθώ την γνωστή ώρα στο ίδιο μέρος στον Φοντάνκα, είμαι σίγουρος πως θα τον κατακυριεύσει η θλίψη. Να γιατί μερικές φορές παραλίγο να υποκλιθούμε ο ένας στον άλλον, ειδικά όταν είμαστε και οι δύο εύθυμοι. Τις προάλλες, όταν είχαμε να ειδωθούμε για δύο ολόκληρες μέρες και την τρίτη μέρα συναντηθήκαμε, πήγαμε κιόλας να πιάσουμε τα καπέλα μας, μα ευτυχώς συνήλθαμε εγκαίρως, κατεβάσαμε τα χέρια και με ενσυναίσθηση προσπεράσαμε ο ένας τον άλλον. Γνωρίζω επίσης τα σπίτια. Όταν περπατάω, το καθένα από αυτά σαν να τρέχει μπροστά μου στο δρόμο, με κοιτάζει με ορθάνοιχτα τα παράθυρα και θαρρείς λέει: «Χαίρετε, πως είναι η υγεία σας; και εγώ, δόξα τω Θεώ, είμαι υγιής, ενώ τον Μάιο μήνα θα μου προσθέσουν έναν όροφο». Ή: «Εγώ παραλίγο να καώ και τρομοκρατήθηκα» κ.τ.λ. Ανάμεσα σε αυτά έχω κάποια στα οποία έχω αδυναμία, έχω κολλητούς που τους έχω από κοντά· ένας απ’ αυτούς είχε σκοπό αυτό το καλοκαίρι να κάνει θεραπεία στον αρχιτέκτονα. Επίτηδες θα περνάω κάθε μέρα για να μην τον θεραπεύσουν τυχόν μέχρι θανάτου, Θεός φυλάξει!.. Ποτέ όμως δε θα ξεχάσω την ιστορία με ένα πανέμορφο, ανοιχτό ροζ, σπιτάκι. Ήταν ένα τόσο γλυκούλικο πέτρινο σπιτάκι, τόσο συμπαθητικά με κοιτούσε, και τόσο περήφανα κοιτούσε τους άγαρμπους γείτονές του, που χαιρόταν η καρδιά μου, αν τύχαινε να περνάω από δίπλα του. Ξαφνικά, την προηγούμενη βδομάδα, όπως κατέβαινα τον δρόμο, και με το που βλέπω τον κολλητό μου, ακούω μια λυπητερή φωνή: «Με βάφουν με κίτρινο χρώμα!» Κακούργοι! Βάρβαροι! Δεν λυπήθηκαν τίποτα: ούτε τις κολώνες, ούτε τα γείσα, κι έτσι ο κολλητός μου κιτρίνισε σαν το καναρίνι. Παραλίγο να μου χυθεί η χολή λόγω αυτής της περίπτωσης, και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα ακόμη δυνάμεις για να ειδωθούμε με τον παραμορφωμένο μου φτωχό που τον έβαψαν στο χρώμα της Ουράνιας αυτοκρατορίας.

Διαβάστε περισσότερα