Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Heiner Müller, Ποιήματα (μετάφραση-εισαγωγή: Κώστας Κουτσουρέλης)

Ο Heiner Müller γεννήθηκε στο Έππενντορφ της Σαξωνίας το 1929. Διάσημος δραματουργός και σκηνοθέτης υπήρξε από τους σημαντικότερους θεατράνθρωπους του μεταπολεμικού γερμανόφωνου κόσμου, αλλά και σημαντικός ποιητής. Μολονότι ήρθε συχνά σε σύγκρουση με το καθεστώς, δεν εγκατέλειψε ποτέ την Ανατολική Γερμανία. Πέθανε από καρκίνο στο Βερολίνο το 1995.

ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚH

Οι εκδότες μου σκαλίζουν τα παλιά μου κείμενα
Διαβάζοντάς τα κάποτε με λούζει κρύος ιδρώτας
Εγώ το ’γραψα αυτό: ΚΑΤΕΧΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
Εξήντα χρόνια πιθανώς πριν απ’ το θάνατό μου.
Τώρα στην οθόνη βλέπω τους συμπολίτες μου
Να καταψηφίζουν με χέρια και με πόδια την αλήθεια
Που πριν σαράντα χρόνια είχα στην κατοχή μου
Ποιος τάφος θα με προστατεύσει από τη νιότη μου

1989

~.~

ΕΝΑΝ ΑΙΑΝΤΑ, ΑΣ ΠΟΥΜΕ

Στων βιβλιοπωλείων τα ράφια σωρός
Τα μπεστσέλλερ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΗΛΙΘΙΟΥΣ
Που δεν τους φτάνει η τηλεόραση
Ή το σινεμά που αποβλακώνει πιο βραδύρρυθμα
Δεινόσαυρος κι εγώ αλλά όχι σαν αυτούς του Σπήλμπεργκ
Περνάω την ώρα με τη σκέψη
Να γράψω τραγωδία.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Rafael Obligado (Argentina, 1851-1920), «Santos Vega» -ΙΙ. Η  αγαπημένη του payador» (μετφρ. -επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

 

Το Α’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ http://www.poiein.gr/2017/08/24/rafael-obligado-argentina-1851-1920-dhiethiaoa-iaoon-adhssiaoni-ooynaeio-ioynooao/

 

 

Ο ήλιος κρύβεται: φλέγεται

ο ορίζοντας, φεγγοβολάει,

κι απάνω στον κάμπο απλώνεται

ολόχρυση  εταμίνα, ανάλαφρη.

Φυσάει  πράο τ’ αγέρι

και απ’ την αχανή περιφέρεια

στη ψυχή άλλη δεν φτάνει κραυγή

μήτε στην καρδιά νανούρισμα άλλο

εχτός απ’ τον ψιθυρισμό τον μονότονο

που ‘ ναι η φωνή που έχει το άπειρο.

`

Ο Σάντος Βέγκα την πεδιάδα διασχίζει ,

σηκωμένο  του καπέλου το γείσο,

που  της Πάμπας ο άνεμος ψηλά το κρατάει

στην μέγιστη ορμή του .

Ντυμένος με  Αμερικάνικο πόντσο,

που στον  λαιμό  λυτό  κυματίζει.

και στα μαλλιά του, σπίθες  πετώντας,

και στου μετώπου το μπρούντζο,

όπως δύει  τον σμιλεύει ο ήλιος

με την τελευταία λαμπερή ηλιαχτίδα.

`

Που  να πηγαίνει; Απόμακρος  φαίνεται

από ενός ομπού την υψωμένη  κορυφή,

σαν να  κατασκοπεύει το φευγιό

του φωτός π’ αργοσβήνει .

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Marianne Moore, Ποιήματα (μετάφραση: Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου)

Silence

My father used to say,
“Superior people never make long visits,
have to be shown Longfellow’s grave
or the glass flowers at Harvard.
Self-reliant like the cat—
that takes its prey to privacy,
the mouse’s limp tail hanging like a shoelace from its mouth—
they sometimes enjoy solitude,
and can be robbed of speech
by speech which has delighted them.
The deepest feeling always shows itself in silence;
not in silence, but restraint.”
Nor was he insincere in saying, “Make my house your inn.”
Inns are not residences.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ονορέ ντε Μπαλζάκ, «Το κόκκινο πανδοχείο», (Μτφρ.: Νίκος Σκοπλάκης), εκδ. Κοβάλτιο, 2018

 

 

ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΞΕΡΩ ΠΟΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΗΤΑΝ, όταν κάποιος τραπεζίτης από το Παρίσι, που διατηρούσε στη Γερμανία εμπορικές σχέσεις μεγάλου εύρους, δεξιωνόταν έναν από εκείνους τους φίλους, άγνωστους για μεγάλο χρονικό διάστημα, τους οποίους οι μεγαλέμποροι κάνουν από μέρος σε μέρος δι’ αλληλογραφίας. Αυτός ο φίλος, αφεντικό σε ποιος ξέρει ποιον αρκετά σημαντικό εμπορικό οίκο της Νυρεμβέργης, ήταν ένας καλοκάγαθος και παχύς Γερμανός, άνθρωπος με αγάπη για το κάλλος και την πολυμάθεια, άνθρωπος που αγαπούσε πάνω απ’ όλα την πίπα του∙ είχε ένα ωραίο και πλατύ νυρεμβεργιανό πρόσωπο, μέτωπο τετράγωνο και αρκετά αποψιλωμένο, στεφανωμένο με μερικά, αρκετά αραιά, ξανθά μαλλιά. Παρουσίαζε τον ανθρώπινο τύπο των τέκνων εκείνης της αγνής και ευγενικής Γερμανίας, της τόσο γόνιμης σε χαρακτήρες άξιους τιμής, που τα ειρηνικά της ήθη δεν αποδείχθηκαν απατηλά ακόμα και ύστερα από επτά επιδρομές. Ο ξένος γελούσε απονήρευτα, άκουγε προσεκτικά κι έπινε αξιοσημείωτα πολύ, δείχνοντας μάλλον να αγαπά τον καμπανίτη οίνο το ίδιο με τα υπόξανθα κρασιά του Γιοχάνισμπεργκ. Ονομαζόταν Χέρμαν, όπως σχεδόν όλοι οι Γερμανοί τους οποίους ανεβάζουν στη σκηνή οι συγγραφείς. Ως άνθρωπος που τίποτα δεν ξέρει να κάνει με επιπολαιότητα, είχε καλοκαθίσει στο τραπέζι του τραπεζίτη, έτρωγε μ’ εκείνη την —τόσο ξακουστή στην Ευρώπη— τευτονική όρεξη και αποχαιρετούσε με ευσυνειδησία την κουζίνα της μεγάλης ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ. Για να τιμήσει τον φιλοξενούμενό του, ο οικοδεσπότης είχε προσκαλέσει ορισμένους στενούς φίλους, κεφαλαιούχους ή έμπορους, και πολλές γυναίκες, αξιέραστες, όμορφες, των οποίων η χαριτωμένη φλυαρία και οι ανυπόκριτοι τρόποι εναρμονίζονταν με τη γερμανική εγκαρδιότητα. Στ’ αλήθεια, αν μπορούσατε να δείτε —όπως εγώ είχα την ευχαρίστηση να δω— εκείνη τη χαρούμενη συνάθροιση ανθρώπων που είχαν μαζέψει τα εμπορικά τους γαμψόνυχα για να κερδοσκοπήσουν πάνω στις απολαύσεις της ζωής, θα σας ήταν δύσκολο να μισήσετε τα προεξοφλητικά επιτόκια των τοκογλύφων ή να ρίξετε ανάθεμα στις χρεοκοπίες. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει πάντα το κακό. Επίσης, ακόμα και μεταξύ των πειρατών, πρέπει να υπάρχει κάποια γλυκιά στιγμή, κατά την οποία θα νομίζατε πως είναι πάνω στο απαίσιο πλοίο τους όπως θα ήταν σε μια αιώρα.

«Προτού να αποχωριστούμε, ο κύριος Χέρμαν θα μας διηγηθεί, ευελπιστώ, ακόμα μία γερμανική ιστορία που θα μας τρομάξει για τα καλά!».

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Karoline von Günderrode, Ποιήματα (μετάφραση-επίμετρο: Γιώργος Πολυχρόνης)

Αφιέρωση

Σε ώρες σεμνές σου έχω τυλιγμένα,
δίχως μιλιά, και σε μοναξιά ιερή,
τα άνθη αυτά, που ανήκουν σ’ εποχή
περασμένη όσο και τωρινή. Από σένα,

το ξέρω, η έννοια τους θα νοηθεί:
στου κάλυκα τον σιωπηλό πυθμένα
διακρίνουν μόνο μάτια μυημένα
την ευγενή των χρωμάτων πνοή.

Παιδούλες έτσι πέρα, στην Ανατολή,
πλέκουν στεφάνια· και, σ’ αγώνα κάλλους,
θέλουν ν’ αρέσουνε τ’ άνθη στους άλλους.

Μα ένας τον κρύφιο νου τους σαν νοεί,
σύμβολο του ‘ναι μόνο και σημάδι –
και του μιλούν, κι ας σιωπούν ομάδι.

(Zueignung, 1806)

Διαβάστε περισσότερα