Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Τάσος Πορφύρης, «Ισό­βι­α θλί­ψη» ἐκδ. ὕψιλον,  2019  (γράφει ο Θάνος Κανδύλας )

 

 

Νε­ρὰ ὁρ­μη­τι­κὰ τὰ ποι­ή­μα­τά του κι ἁ­πλός, «κου­βεν­τια­στὸς» ὁ λό­γος του. Σὲ πα­ρα­σέρ­νει σὲ λαγ­κά­δια, ἀ­να­μνή­σεις, δρο­σιὲς καὶ  λά­βα­ρα. Φω­νὲς πα­λιές, ἀν­τη­χή­σεις, ἀ­πό­η­χους καὶ χώ­μα­τα. Ρι­ζώ­μα­τα τῆς μνή­μης, τοῦ ἀγώνα, τῆς λή­θης, τῆς ἀ­ξι­ο­πρέ­πει­ας, τοῦ ἤ­θους ποὺ γεν­νῆ­σαν τὰ βου­νὰ

 

Τὰ δέν­τρα στὸ πα­ρα­θύ­ρι συλ­λο­γι­σμέ­να

Τὰ βου­νὰ γερ­μέ­να στὸν ὦ­μο τ’ οὐ­ρα­νοῦ  (σελ.17)

                                                 

Πού σὲ τρα­βᾶ­νε πρὸς τὰ ἁ­γνὰ ἰ­δε­ώ­δη τοῦ ἀν­θρώ­που, ὅ­πως συμπορεύε­ται ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὴ φύ­ση (ἐν­τός τῆς φύ­σης μὲ τὴν φύ­ση του).

Κι ὡς τὰ γάρ­γα­ρα νε­ρὰ πλά­ι σὲ γκρε­μνὰ τῆς ἀ­λη­σμο­νιᾶς καὶ τῆς ἰσόβι­ας θλί­ψης.

Πι­ὸ πέ­ρα οἱ γι­δό­στρα­τες καί  τά φωτεινά μονοπάτια. Ἀ­κό­μη πι­ὸ ψηλὰ ἡ ποί­η­ση, ἡ ἀ­γω­νί­α αὐ­τή, τὰ βά­θη τῆς συ­νεί­δη­σης, ἡ πτώ­ση

 

Τὶς κα­τα­δύ­σεις σὲ ἄ­γνω­στους βυ­θοὺς μὲ ναυ­ά­γι­α

Καὶ κυ­ρί­ως τὶς κα­τα­κό­ρυ­φες πτώ­σεις

Στὰ ἄ­δυ­τα μι­ας πα­ρα­παί­ου­σας συ­νεί­δη­σης. (σελ. 32)

 

Ἡ ἐμ­μο­νὴ τῆς μνή­μης στὴν γε­νέ­θλι­α γῆ, ὁ νό­στος γιὰ τὸν πα­ρά­δει­σο τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν πρώ­τη ἀ­θω­ό­τη­τα.

Ἐ­κεῖ στὴν λευ­κὴ σε­λί­δα τοῦ ἔ­σω κό­σμου ποὺ κα­τα­γρά­φον­ται σὰν μικρὰ θαύ­μα­τα οἱ εἰ­κό­νες τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βί­ου, ὁ ἀ­γώ­νας τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης, οἱ ἀ­πο­ρί­ες καὶ οἱ ἐν­θου­σι­α­σμοὶ τῆς τρυ­φε­ρῆς νιό­της. Γιὰ νὰ ἀ­να­συρ­θοῦν ἀργό­τε­ρα ὡς ἰαματική ἀ­νά­μνη­ση σέ ἀντιστάθμισμα τῶν τραυματικῶν ἐμπειριῶν.

Ἡ ἀ­να­σύ­στα­ση τοῦ ἤ­θους ποὺ γεν­νᾶ ἡ συ­νύ­παρ­ξη μὲ τὴν ἀπεραντοσύ­νη τοῦ φυ­σι­κοῦ κό­σμου.

Τὰ πο­τά­μι­α, τὰ νε­ρά, οἱ πέ­τρες, τὸ δω­ρι­κὸ ἠ­πει­ρώ­τι­κο ὕ­φος, τὸ λιγοστὸ φα­γη­τὸ καὶ τὰ λι­τὰ ροῦ­χα, ἀ­κό­μη καὶ ἡ στέ­ρη­ση φο­ρὲς συν­τεί­νουν

πρὸς ἕ­ναν ἄλ­λον ἡ­ρω­ϊ­σμὸ καὶ πά­θος.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Βαγγέλης Χρόνης, «Το Φως της Σκιάς», εκδ. Καστανιώτη, 2019 (γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης)

Η νέα ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Χρόνη φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο ‘Το Φως της Σκιάς,’ προβαίνοντας στη συνάρθρωση ατομικής μνήμης (ή αλλιώς βιωμάτων που μετασχηματίζονται σε μνήμη), ιστορικών προβολών και της διάστασης του χρόνου που καθίσταται αξιακό σημείο αναφοράς διαμέσου του οποίου προσλαμβάνεται ο ανθρώπινος βίος.
Ο τίτλος αυτής της ποιητικής συλλογής εν πρώτοις φαντάζει αντιφατικός, στο βαθμό που δεικνύει, πρωταρχικά, προς τον ίδιο άξονα της σκιάς και του φωτός που αυτή δύναται να δημιουργήσει, όταν η διαδικασία της σκιάς συνδέεται με ένα σκοτεινό πλαίσιο εντός του οποίου αντανακλάται και η ανθρώπινη φιγούρα.

Στις όψεις της ποιητικής γραφής, η ‘σκιά,’ ανεστραμμένα, δύναται να κρύψει (όσο και να αναδείξει) μία, ακόμη και ελάχιστη δέσμη φωτός, που όμως δεν είναι παρά «μέγιστα παρηγορητικό». «Η σκιά ίσως να κρύβει κάποιο ελάχιστο φως μέγιστα παρηγορητικό. Μόνον ο ήλιος και η σελήνη έχουν την αποκλειστικότητα γενναιόδωρης προσφοράς στον σχηματισμό της σκιάς μας. Τα τεχνικά μέσα είναι μία άλλη διαδικασία».
Η ‘σκιά’ «ίσως να κρύβει κάποιο ελάχιστο φως», αναφέρει ο ποιητής, με την, διαλεκτικού τύπου αντίθεση να σχηματοποιείται όσο και να επιλύεται. Ακόμη και αυτό το δυνητικά (ίδια δυνητικότητα) «ελάχιστο φως» δύναται να καταστεί «μέγιστα παρηγορητικό», σημαίνοντας το πρόσημο μίας ‘τάξης’ ή αλλιώς μίας κλίμακας μεγέθους που συμπεριλαμβάνει το «ελάχιστο φως» η σημασία του οποίου μεγεθύνεται δια της παρηγορητικής λειτουργίας του επί του πόνου (που εδώ υπονοείται), δίχως παράλληλα να εκλείπει η διάσταση της προσδοκίας, της προσδοκίας της ‘συνάντησης.’
Η ίδια η δημιουργία της ‘σκιάς’ προϋποτίθεται στο πράττειν του ‘ήλιου’ και της ‘σελήνης’ που προσδιορίζονται, όχι μόνο ως πλαίσια δημιουργίας αλλά και ως πλαίσια «γενναιόδωρης προσφοράς» που αφήνουν χώρο στο φως και στην παρηγορία-επικουρία του.
Το πρώτο ποίημα της ποιητικής συλλογής τείνει στην έγκληση του συμβάντος, της στιγμής που αθροιζόμενη δημιουργεί τα χρόνια του ανθρώπου, ό,τι αποκαλείται χρονικότητα που παραγάγει συμβολισμούς ζωής, καθημερινής ζωής όσο και θανάτου που υπεισέρχεται στην ποιητική γλώσσα με τρόπο ‘τελεολογικό,’ όχι ως ‘προϊόν’ κάποιας ‘αναπόφευκτης μοίρας,’ αλλά ως σταθερά της ζωής: «Οι στιγμές γίνονται χρόνια και είναι τα χρόνια που χτίζουν την ζωή μας. Αυτή η χτισμένη ζωή αναπόφευκτα καταρρέει. Δεν είναι θέμα μηχανικών ελαττωμάτων αλλά νόμων της φύσης».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Βασίλης Ζηλάκος, «Νερά Γελούνε» , εκδ. Σαιξπηρικόν, 2017 (γράφει ο Νίκος Γύφτουλας)

  Μακράν Εκεί Στον Νότο Σαν Ποίηση Συμβαίνει

 

Διαβάζω την ποιητική συλλογή του Βασίλη Ζηλάκου, «Νερά Γελούνε»,και  νιώθω πάλι να οδηγούμαι αβίαστα στους δρόμους όπου σφυρηλατήθηκε η βεβαιότητα της ποιητικής μου θέλξης.

Χρόνια πριν, στην πιο κρίσιμη περίοδο της ύπαρξής μου, βρέθηκα ηθελημένα εξόριστος με το μέσα μου, ακοίμητο, ασίγαστο, θυμωμένο, στα πετροχώραφα της Μάνης. Ήταν η στιγμή που τα χώματα εκείνα, έσμιξαν με την έσωθεν ποιητική μου πηγή, κι έγινα μάρτυρας μιας εμπειρίας πηγαίας, από την συνάντηση, με τον αθέατο, τότε τόπο.

Χρόνια πριν σμίλεψα την ποιητική μου χορδή σε κείνους τους τόπους όπου ακόμα και σήμερα, η ποίηση στη γη αυτή, συμβαίνει να Υφαίνει…

Στα «Νερά Γελούνε», Ο Δημιουργός, καταθέτει με σθένος μια μαρτυρία γραφής, με την οποία αντιτάσσεται στα συμπτώματα των καιρών :  Απέχει ασκούμενος, Παρατηρεί δημιουργών, η Τέχνη του ενδυναμώνει τα στοιχεία της ποιητικής γραφής,  έξω από τα χνάρι των πρόσκαιρων εντυπώσεων.

Το σπανές της ποίησης του, πολύτροπο, εγκαθίσταται δημιουργικά, με μια μυθολογική γενεσιουργή αναφορά, αποκαλύπτοντας αρχικά, την ουσία του μύθου ως γένεση, αφετηρία του κόσμου και πράξη μοναδική. Πρόκειται για την κοσμογονία συνδεδεμένη με το Αρχετυπικό Εν.

Εκ του ενός, άρχεται η δράση, η πηγή των όψεων της ζωής,  συνεχής και αέναη, όψεων πολλών και συμβάντων, επιφέροντας τροφή στην ύπαρξη της γραφής, με ζεύξεις, ρήξεις, συνθέσεις, αντιθέσεις, θάνατο μες στη ζωή, μύθο μέσα στον κόσμο, τέλος και αρχή.

Εγκρατής, Ολιγογράφος, Ασκητικός, ο Βασίλης Ζηλάκος αναδεικνύει την ουσία της ποίησης του, μέσω της έκθεσης της ματιάς του στα απαρατήρητα, ενός κόσμου ανήκοντα, σε όσους πλαγιάζουν μαζί του, έξω από τα καθιερωμένα.

Ο ποιητής παρατηρεί και παρατηρείται, δίχως να παρασύρεται, δρών και απών, μέτοχος και αμέτοχος, παρών, εν τω λόγω ποιούμενος, προσφέρων λαλιά σε απόσταση από το στόμα. Νύξεις, Κρυπτικά Μηνύματα, Ηχηρά Μυστικά, Ερμητικός τού Ερμητισμού του, Μετέωρος και Θεωρών, αποκηρύσσει τον ποιητικό εγωτισμό καθιστώντας την γραφή του μέση γαία της βιωθείσης εμπειρίας, ψυχοδηλωτικό μεγέθος, αποτυπώμα στο χαρτί.

Στην ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου, Νερά Γελούνε, όπως η πέτρα που σιωπά, ο βράχος που σχίζεται από το φως, ο ήλιος που ματώνει, η ανάσα που λαχανιάζει, ο θάμνος που κρύβει το σούρσιμο που απειλεί, το απρόσμενο που θραύει την υπαρκτή σιωπή. Ο Ζηλάκος, είναι ποιητής μιας  Μεσογείου ανέπαφης και γυμνής, καθαρής, εκεί που όλα δύνανται, συναντώνται, τέμνονται και επιδρούν.

Φως, ψήγματα της ύπαρξης, στίγματα, συμβάντα, αποχρώσεις, όλα μέσα στο πλαίσιο του λιτού αλλά ευκρινώς διακριτού και κατανοητού ποιητικού του λόγου, όπως η καθαρή ματιά ενός παιδιού που αφήνεται, ως τρόπος και ως ύπαρξη.  Σε απόσταση. Με πρόθεση σιωπής. Αλλά με πηχαία εσωτερική Φωνή.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Η υπερρεαλιστική ανυπακοή στη λογική του Roberto Garcia De Mesa» (γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης)

 

Ενώ στον Κ΄ αιώνα ο τομέας της ισπανικής λογοτεχνίας -και τέχνης γενικότερα- ήταν διακεκομμένος με «ισμούς» (μοντερνισμός, σουρεαλισμός, φουτουρισμός κ.ο.κ.), το τέλος του και ο ΚΑ’αιώνας χαρακτηρίζεταιαπό έναν ακόμα «ισμό», το πνεύμα του μεταμοντερνισμού, του οποίου το μέγεθος και την επιρροή δεν βλέπουμε καθαρά, αλλά μπορούμε να μελετάμε ως επιρροή. Μεταξύ των λογοτεχνικών εκδηλώσεων, η ποίηση, μαζί με το θέατρο, φαίνεται να ζουν μια μακρά περίοδο συμβίωσης του μοντέρνου και του νέου. Οι καλλιτεχνικές τέχνες συζητούνται μεταξύ της παράδοσης και της νεωτερικότητας, ειδικά επειδή αμφισβητείται η ζωτικότητά τους, καθώς το θέατρο κι η ποίηση πρέπει να ανταγωνίζονται ολόκληρο το σύγχρονό μας μοντέλο ζωής, που χαρακτηρίζεται από την εικόνα και τις νέες εκφράσεις ψυχαγωγίας που αντιπροσωπεύει.

Η μεταμοντέρνα ισπανική ποίηση του ΚΑ’αιώνα εμφανίστηκε με ανανεωμένη δύναμη, χτίζοντας μια λεπτή γέφυρα που συνδέει τους νεότερους εκπροσώπους του είδους με τη λογοτεχνική παράδοση. Η αισθητική διαφορά με την προηγούμενη γενιά είναι πολύ έντονη, σύμφωνα με τον Luis Antonio de Villena[1]. Για τον Antonio Jiménez Morato κάτι αλλάζει, ίσως όχι ως αναγκαία επανάσταση ή όπως έζησαν τα ισπανικά γράμματα την επίθεση των προηγούμενων γενεών, αλλά σίγουρα ως μια σημαντική μετάλλαξη στην ποιητική παραγωγή. H σύγχρονη ισπανική ποίηση, κατά την Durán, έχει αφαιρέσει τον πειραματισμό της εξέγερσης, ακόμα και της αντιπολίτευσης. Οι ποιητές κινούνται σε ένα μετα-ποιητικό περιβάλλον που θέλει να προβληματιστεί σχετικά με την επικοινωνιακή διαδικασία. Χαρακτηριστική είναι η κίνηση έκδοσης πολλών σχετικών ανθολογιών με νέους ή πιο ώριμους δημιουργούς που κυριαρχούν σήμερα στην ισπανική λογοτεχνία.

Ο Juan Andrés García Román βλέπει να μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ των νεότερων δημιουργών και της γλώσσας. Η γλώσσα δεν μπορεί να επικοινωνήσει χωρίς ο ομιλητής να αμφισβητεί πρώτα τη δική του φύση και αποτελεσματικότητα. Το γεγονός ότι η πρώτη ύλη του ποιήματος τίθεται υπό αμφισβήτηση προκαλεί την ποίηση να εργάζεται σε μεταγλωσσικό επίπεδο, δηλαδή, να υποφέρει “απόλυτη απώλεια διακριτικής αθωότητας” (Bagué[2]). Ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης ισπανικής ποίησης είναι η επιστροφή στο εγώ χωρίς ενδοιασμούς, κάτι που φαίνεται, για παράδειγμα, στους ποιητές που γεννήθηκαν τη δεκαετία του εβδομήντα, οι οποίοι κατά κάποιο τρόπο άρχισαν να ξεφεύγουν από την διαλεκτική του καλού και του κακού που επέβαλλε η ποίηση της εμπειρίας (Σολέρτη).

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Σίσσυ Δουτσίου, «Ένδοξες Μέρες», εκδ. Κενότητα, 2018 (Γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

 

 

Οι «Ένδοξες Μέρες» της ηθοποιού [«Οι Δούλες» του Ζαν Ζενέ, «Πεθαίνω Σαν Χώρα» του Δημήτρη  Δημητριάδη, «Ψύχωση!» (4.48 Psychosis) της Σάρα Κέιν, «Νύχτα» (Yard Gal) της Rebecca Prichard κ.ά.), πτυχιούχου αστροφυσικής και ιδρυτικού μέλους του +Ινστιτούτου [Πειραματικών Τεχνών], Σίσσυς Δουτσίου είναι ένα εγχειρίδιο συνειδητοποιημένης τεκμηρίωσης και αποδελτίωσης μιας γενιάς. Μιας γενιάς που ακόμα, στα 40 της, προσπαθεί να ξύσει την εμφιαλωμένη λήθη από πάνω της και την απότομη τελικά προσγείωσή της σε μια ανοργασμική πραγματικότητα την ώρα που όλα τόνιζαν εμφατικά την απελευθέρωση του ατόμου. Μόνο που αυτή η απελευθέρωση ήταν πέρα για πέρα περίκλειστη, μια μεγάλη απάτη στην οποία πολλοί έπεσαν μέσα. Κι έτσι έζησαν με τη ψευδαίσθηση και όχι τις αισθήσεις.

`

 

Αυτό σημαίνει ότι οι αληθινά ένδοξες μέρες της παιδικής της ηλικίας συμπίπτουν χρονικά με εκείνα τα  άχαρα και πανηγυρικά χρόνια της δεκαετίας του ’80. Και μετά, όλη αυτή η εφηβεία στα ιλουστρασιόν ύδατα της δεκαετίας του ‘90, στην πλαστή ευημερία εκείνων των χρόνων με τους δέκα τρόπους για να ανακαλύψεις την ιδιωτική ευτυχία, όπως έταζε η κωστοπουλεϊκη νοοτροπία της εποχής. Εξ΄ ου και γράφει το σπαρακτικό «Πόσο κοστίζουν σήμερα τα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια;». Κι έπειτα το αστικό περιβάλλον της ενηλικίωσης μέσα στο οποίο οι πιο ανήσυχοι αναζητούσαν συμμάχους και χώρους για να ζήσουν την αγία φθορά όπως τη διάβασαν σε συγγραφείς και βιβλία αλλοτινών εποχών. Την αγωνία τους να ζήσουν με έναν τρόπο που πήγαινε αντίθετα στο ρεύμα σαν τις πέστροφες, χωρίς όμως να έχουν την τύχη ή την ευλογία των αληθινά επικίνδυνων βιωματικών εμπειριών, πιο αγνοί και ανυποψίαστοι από αυτά που έγραψαν μεταγενέστερα. Και δεν υπάρχει τίποτε πιο τραγικό από το να προσπαθείς να οικειοποιηθείς ξένα συναισθήματα, να μπεις στα ρούχα ενός άλλου και να περιγράψεις μια ξένη ζωή σαν τη ζωή σου. Να εφεύρεις δηλαδή ένα προσωπείο δράσης χωρίς να έχεις ανακαλύψει το δικό σου πρόσωπο. Για αυτό και όσοι ποιητές περιγράφουν εμπειρίες στα ποιήματά τους έχοντας ως πρότυπο τα αναγνώσματά τους και όχι το δικό τους αίμα, καταλήγουν περιγραφικοί και εν τέλει γραφικοί.

 

Το ίδιο γραφικοί όμως είναι και όσοι ποιητές επιλέγουν να καταγράψουν τα ιδιωτικά τους γεγονότα λησμονώντας την απαραίτητη γεφύρωση ανάμεσα στο εκφράζομαι και εκφράζω. Αποτέλεσμα αυτού είναι δεκάδες βιβλία προσωπικής αναμνησιολογίας η οποία στο πλαίσιο μιας ατομικής ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης είναι αποδεκτή, όταν όμως πρόκειται για ποιητική δημιουργία, ένα έργο τέχνης δηλαδή και όχι τεχνικής, που  όσο και στρατευμένη κι αν είναι υπάγεται σε αισθητικούς κανόνες, τότε κάθε εξομολόγηση πλατσουρίζει στα ρηχά νερά της αφθαρσίας. Η Δουτσίου όμως γράφει: «Κύριε, η ποίηση διαφθείρει την πίστη μου». Έχει δηλαδή την επίγνωση της τέχνης της ως διαβρωτικό υλικό που ερμηνεύει τον κόσμο της, που αναπλάθει τον κόσμο της. Είναι ο φακός της ο οποίος μπορεί να ξεκινά από την εξιστόρηση μιας προσωπικής της ιστορίας ή από οικογενειακές μνήμες, ακολουθεί όμως μιαν επαγωγική διαδικασία μεγεθύνοντας, δηλαδή, σε κάτι που αφορά και τους άλλους.

Διαβάστε περισσότερα