Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Μαρίνα Αρμεύτη, «Ο κύριος ιππόκαμπος», εκδ. Φίλντισι, 2018 (γράφει ο Γιώργος Κ. Μύαρης)

«Ποιητική απόδραση απ’ τη ‘σωφρονιστική αποικία’»

 

Μετά τη μελέτη της ποιητικής συλλογής της ποιήτριας Μαρίνας Αρμεύτη «Ο κύριος ιππόκαμπος» κι αφού διαρκώς ανα-διαμορφώνεται η προσωπική συνάντησή μου με το βαθύτερο νόημα της προσπάθειας, στροβιλίζεται στο νου μου ο τίτλος «ποιητική απόδραση απ΄ τη ‘‘σωφρονιστική αποικία’’». Ακριβώς γιατί με τη βοήθεια των εκδόσεων «Φίλντισι» -εκδοτικού οίκου που έχει ιδιαίτερες επιδόσεις στην ελληνική και ξένη ποίηση- η Μαρίνα Αρμεύτη επιχειρεί να αποδράσει με τη συμβολή των δικών της ποιημάτων από την σκληρή πραγματικότητα της «σωφρονιστικής αποικίας» (όρος δανεισμένος από τον τίτλο του ομώνυμου πεζογραφήματος του Κάφκα). Μια «αποικία», όπως την έχουν δαιμονικά κατασκευάσει οι λογής καθεστηκυίες συμβάσεις: με τα υλικά της ανελευθερίας, του αυταρχισμού, των λογής ανισοτήτων, του καθωσπρεπισμού και του νεοσυντηρητισμού, στα πεδία όχι μόνο της οικονομίας και της κοινωνίας, αλλά και σ’ αυτά της ιδεολογίας («φενακισμένη συνείδηση» το λέν!), της ηθικής, του δικαίου, της αισθητικής, του έρωτα!

Πρώτη συλλογή, λοιπόν, μιας ξεχωριστής ποιητικής φωνής, της Μαρίνας Αρμεύτη. Σημειώνω βέβαια πως έχει ήδη κάνει μια διαδρομή στα πνευματικά δρώμενα Κύπρου και Ελλάδας: Αφενός, με τις δημόσιες τοποθετήσεις σε έγκριτες εφημερίδες για εκπαιδευτικά και ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα. Αφετέρου, με δημοσιεύσεις ποιημάτων σε ελλαδικά κα κυπριακά περιοδικά λογοτεχνίας, σε διαγωνισμούς, σε ανθολογήσεις.[1] Αλλά και με μελοποιήσεις ποιητικών δοκιμών της από σημαντικούς συνθέτες της πανελλήνιας και ευρωπαϊκής μουσικής σκηνής: Νίκος Παπάζογλου, Αντώνης Μιντζέλος, Γιάννης Κ. Ιωάννου, NicolaPisani και τώρα ο Πάνος Μπούσαλης.

Η ποιήτρια μετέχει αναγνωρισμένα στην διαμόρφωση της σύγχρονης κυπριακής ποίησης και της ποιητικής «γενιάς μετά το ‘90», με όσα θετικά κι αρνητικά φέρνει μαζί της αυτή η γενιά. Στην ποίηση της Μ. Αρμεύτη ο κριτικός Αλέξης Ζήρας ξεχωρίζει την ιδιαίτερη δυναμική και φυσική περιγραφή των προσώπων και την ευκρίνεια του κόσμου της, παρόλο που αυτός ο κόσμος παρουσιάζεται «αινιγματικός, γεμάτος σύμβολα».[2]

«Ο κύριος ιππόκαμπος» κομίζει στον μάρσιππό του 97 ποιήματα ολιγόστιχα (εκτός από επτά),[3] όπου σημαίνον και σημαινόμενο παραπέμπουν σε μια εις βάθος διερεύνηση του εσώτερου ψυχικού κόσμου τής δημιουργού, σε μια τολμηρή παρέμβαση στον εξωτερικό –κοινωνικό και φυσικό–  κόσμο και στην ανάδειξη της ιδιαίτερης σχέσης με το σύστημα της γλώσσας και τη δυνατότητα που αυτό έχει, για να δώσει όνομα στην κρισιμότητα της προσωπικής και στην τραγικότητα της τοπικής κυπριακής και της πλανητικής ζωής.[4]

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής «Ο κύριος ιππόκαμπος» είναι ένας μεταφορικός υπομνηματισμός  της διττής προέλευσης και λειτουργίας της. Από τη μια, το συναρπαστικό/μυθικό για την παιδική φαντασία «αλογάκι της θάλασσας» -και συγχρόνως το μοναδικό αρσενικό που τεκνοποιεί! Από την άλλη,  στα πεδία της ανατομίας και της ψυχολογίας, ο ιππόκαμπος είναι το τμήμα του εγκεφάλου που επηρεάζει τη συγκινησιακή (δηλωτική) μνήμη, την ορμονική αντίδραση στον φόβο, την ενστικτώδη δράση μπροστά στο απρόβλεπτο, όπως και την εσωτερίκευση του χρόνου. Κι αν ο χρόνος «έχει παγώσει» επί σειρά ετών στις 16 Ιουνίου του 1974, τότε η ιστορία φιλάει στο στόμα τη λογοτεχνία▪ οι αρχές της αισθητικής συγκατοικούν με της ηθικής τούς νόμους και ενισχύουν τη διεκδίκηση δικαιοσύνης και κάθαρσης. Τότε και ο θρυμματισμένος κόσμος («Του θανάτου», «Πετσέτα», «Ερπετοειδής εγκέφαλος») τής μετέπειτα ζωής πολιορκεί ασφυκτικά τον οραματικό κόσμο («Ανακωχή», «Μπαλκόνια», «Όνειρο», «Τρίτη ζωή»).   Αυτή η ποίηση φυσικά καταργεί την παραδοσιακή ροή, την αυστηρή δομή και μετρική. Γίνεται ποίηση συνειρμών, ήχων, εικόνων πολυειδών, αποτυπώσεων τραυματικών και λυτρωτικών.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Μπάμπης Αναγιωτός,«Δυτικά της λήθης», Λεμεσός, 2019 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Αγωνία για την έκφραση και για το τέλεια ειπωμένο!

 Αναφορα στην ποιητικη συλλογη Δυτικα της λήθης, του Μπάμπη Αναγιωτού

 

Ο Μπάμπης Αναγιωτός ανήκει, φύσει και θέσει, στην ομάδα των ποιητων που κωδικοποιήθηκε κάτω απο τον γενικο τίτλο «Γενια της Εισβολης». Είναι άτομα που έζησαν όλες τις απάνθρωπες και καταστροφικες συνέπειες της τούρκικης εισβολης στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974, με αποτέλεσμα όλα τα οδυνηρα βιώματά τους, όλο αυτο το άλγος, να τα περάσουν στην ποίησή τους, τις περισσότερες φορες μάλιστα μ’ ένα αυθόρμητο και ωμο τρόπο που εκφραζόταν μ’ ένα απελέκητο γράψιμο. Είναι δηλαδη οι ποιητες που εμφανίσθηκαν στα κυπριακα γράμματα, σχεδον όλοι, αμέσως μετα την τούρκικη εισβολη.

Στην καινούργια ποιητικη συλλογη-του όμως, που κυκλοφόρησε αρχες του 2019 και τιτλοφορείταιΔυτικα της λήθης, (τίτλος που συνειρμικα παραπέμπει στη συλλογη Δυτικα της λύπης, του Οδυσσέα Ελύτη, χωρις όμως τα δύο αυτα βιβλία να έχουν κάποια στενη συγγένεια μεταξυ-τους) φυσάει, όπως διαπιστώνω, νέος αέρας στις σελίδες-της. Φυσσάει ο ευφρόσυνος αέρας της αλλαγης και της ανανέωσης, με αποτέλεσμα να υπάρχει μία νέα θεματολογία και ένα διαφορετικο ύφος στην ποίησή-του, που σίγουρα δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη θεματολογία που τον απασχόλησε στις πρώτες συλλογες του,  τάση που άρχισε να διαφαίνεται απο την προτελευταία συλλογη-του που τιτλοφορείται Οι μνήμες μιας πόλης.

Συγκεκριμένα, η καινούργια συλλογη του, δεν έχει σχέση ή, πιο σωστα, δεν αναφέρεται στους νεκρους της κυπριακης τραγωδίας, τους αγνοούμενους, τους πρόσφυγες, τον Πενταδάκτυλο και γενικα τους κατεχόμενους τόπους-μας που είναι μία θλιβερη και πένθιμη θεματολογία που μοιραία πλάκωνε (και πλακώνει) σαν ογκόλιθος την κυπριακη ποίηση τα τελευταία 30-40 χρόνια. Τώρα, στο μεγαλύτερο μέρος της καινούργιας συλλογης του, ο ποιητης αναφέρεται πρώτιστα στον αστραποβόλο έρωτα και δευτερευόντως σε άλλα υπαρξιακα θέματα που τον απασχολουν και τον προβληματίζουν.

Με αυτα τα δεδομένα όμως, η καινούργια δουλεια του Μπ. Αναγιωτού, που φέρει ασφαλως τα σημάδια της ωριμότητας και της ενάργειας, θέλω να πω της καθαρότητας της ποιητικης τέχνης, αλλα και τη σιγουρια του δημιουργου της, πρέπει να διαβάζεται και να προσλαμβάνεται με νέα κριτήρια ή να προσεγγίζεται με μία διαφορετικη ποιητικη αντίληψη.

Πρόκειται για μία ολιγοσέλιδη συλλογη, πανέμορφη στην απλότητά-της, που περιέχει μόνο 20 ολιγόστιχα ποιήματα τα οποία στο σύνολό τους αγγίζουν το τέλειο! Εννοω πως μπορουν, χωρις δεύτερη σκέψη, να καταχωρηθουν στην χορεία της μεγάλης ποίησης, τόσο απο την πλευρα της αισθητικης συγκρότησής-τους όσο και απο την πλευρα του περιεχομένου τους. Ενδεικτικα, ως απαιτητικη και ολοκληρωμένη δουλεια, αναφέρω τα ποιήματα «Παράκληση», «Η βρύση των ερώτων», «Η ολιγωρία του λόγου», «Και οι λέξεις έχουν τον Οδυσσέα-τους», «Τα κλειδια», «Το ποτάμι» κ.ά., χωρις βέβαια τα υπόλοιπα ποιήματα να υστερουν σε αισθητικη και ποιοτικη αξία.

Ο αγώνας και η αγωνία όμως του Μπ. Αναγιωτου, όπως αυτα εκδηλώνονται στην προσπάθειά-του να δαμάσει και να κυριαρχήσει σε ικανοποιητικο βαθμο πάνω στο προποιητικο υλικο-του, είναι έντονα αισθητα στην καινούργια συλλογη-του. Είναι δηλαδη τα πιο έκδηλα και προβεβλημένα στοιχεία μέσα στις σελίδες της! Είναι «η αγωνία της έκφρασης και όλο το ανέφικτο του τέλεια ειπωμένου», όπως αλλιως το διατύπωσε ο αξέχαστος Τάσος Λειβαδίτης.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Νίκος Λάζαρης, «Πνεύμα Αντιλογίας», εκδ. Κουκκίδα, 2018

ΜΕΤΡΑ ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΤΗΤΑΣ

Η ποιητική Ανθολογία τής καθηγήτριας νεοελληνικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια τής νέας Υόρκης κυρίας Κάρεν Βαν Ντάικ, με τον εύγλωττο τίτλο «Μέτρα Λιτότητας», δεν είναι η μόνη ανθολογία νέων Ελλήνων ποιητών που έχει εκδοθεί πρόσφατα στη χώρα μας. Είναι όμως η μόνη που κυκλοφόρησε πρώτα στην Αγγλία σε δίγλωσση έκδοση από τον φημισμένο, εκδοτικό κολοσσό «Penguin» και στη συνέχεια στην Αμερική από τη σειρά των εκδόσεων «New York Review of Books», αλλά και η μόνη που έχει αποσπάσει άκρως εγκωμιαστικές κριτικές, τόσο από έγκριτες εφημερίδες και έντυπα (The Guardian, New Yorker ,TLS κ.ά),όσο και από εγνωσμένης αξίας κριτικούς όπως είναι ο Βρετανός Τέρυ Ήγκλετον. Αξίζει λοιπόν τον κόπο, να αφιερώσουμε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο μας για να σχολιάσουμε, εν συντομία, αυτή την ανθολογία, με την ευκαιρία τής έκδοσής της στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις «Άγρα».
Και πρώτα απ’όλα να πούμε, ότι η εν λόγω ανθολογία δεν αποτυπώνει με ποιητικό τρόπο τις οδυνηρές συνέπειες τής οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, όπως δηλώνεται εμφατικά στον τίτλο της και όπως ισχυρίζεται στον πρόλογό της η κυρία Βαν Ντάικ. Για τον απλούστατο λόγο, ότι από τα εκατόν τριάντα τέσσερα ποιήματα τής ανθολογίας, μόνο δώδεκα περιέχουν στοιχεία τής κρίσης. Ούτε όμως είναι αληθές, αυτό που υποστηρίζει αφελώς και άκριτα η ανθολόγος, ότι δηλαδή τα επαχθή μέτρα λιτότητας που επέβαλαν οι δανειστές στη χώρα μας, ανάγκασαν τους ποιητές και τις ποιήτριες να στραφούν στην ομοιοκαταληξία και στο μέτρο. Και τούτο γιατί από τους σαράντα εννιά ποιητές που περιλαμβάνονται στην ανθολογία μόνο τέσσερις χρησιμοποιούν ρίμα (οι τρεις ευκαιριακά) και μόνο ένας δεκαπεντασύλλαβο. Όσο για τον ισχυρισμό τής κυρίας Βαν Ντάικ ότι η ανθολογία της διακρίνεται για την ποικιλία της, θα μας επιτρέψει να πούμε ότι αυτή η ποικιλία υπάρχει μόνο στη φαντασία της. Εκείνο που διαπιστώσαμε εμείς διαβάζοντάς τα «Μέτρα λιτότητας» είναι τούτο: τα ποιήματα χαρακτηρίζονται από μια θλιβερή και εξόχως πληκτική ομοιομορφία.
΄Όμως το μείζον πρόβλημα τής πολυσυζητημένης ανθολογίας, συνίσταται στο γεγονός ότι τα περισσότερα κείμενα που περιέχονται σε αυτήν, δεν είναι ποιήματα. Είναι σκέψεις, προτάσεις, δηλώσεις, κραυγές, προσχέδια ποιημάτων, ποιητικίζοντες, άμουσοι, ανώριμοι, άτερπνοι στίχοι, αλλά όχι ποιήματα. Ουσιαστικά δηλαδή έχουμε να κάνουμε με μιαν ανθολογία μη ποιημάτων και μη ποιητών (εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν), η οποία εγείρει πολλά ερωτηματικά και απορίες για τη σύνθεσή της.
Με ποια λογική, για παράδειγμα, εκφράζει την ελληνική κρίση, ο Τουρκοκύπριος ποιητής Mehmet Yashin, ο οποίος δεν έχει ζήσει στην Ελλάδα και επιπλέον δημοσιεύει τα ποιήματά του (στην ανθολογία!) στα Τουρκικά; Με ποια λογική επίσης έχει θέση σε μιαν ανθολογία τής οποίας το θέμα είναι η ελληνική κρίση, ένα ερωτικό (!) ποίημα τού συγγραφέα Γκασμέντ Καπλάνι, γραμμένο, πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η ελληνική κρίση, στην Αλβανία; Επιπροσθέτως: είναι ο Καπλάνι ποιητής; Με ποια κριτήρια ανθολογούνται ως ποιητές, οι καλοί, οφείλουμε να ομολογήσουμε, πεζογράφοι Παπαμάρκος και Παλαβός; Με ποια κριτήρια ανθολογείται τόσο απλόχερα ο Γιάννης Στίγκας; Είναι τόσο καλός ποιητής, όσο επιχειρεί να μας πείσει η ανθολόγος, ή μήπως συμβαίνει να διαθέτει ξεχωριστές ικανότητες στις δημόσιες σχέσεις;

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«– Τρίτη γεννήθ’ ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει.» (γράφει ο Στράτος Κιαπίδης)

Τρίτη γεννήθ’ ο Διγενής…

Η Τρίτη εδώ δεν εκφράζει απλώς τη γνωστή μέρα της εβδομάδας – είναι κάτι πολύ περισσότερο, αλλιώς γιατί να διαλέξει τη συγκεκριμένη μέρα ο ποιητής; Γιατί την Τρίτη; Το πρώτο που έρχεται στο μυαλόείναι: για λόγους ρυθμού· όμως το ίδιο ακριβώς ρυθμικό αποτέλεσμα θα είχε και η λέξη/μέρα: Πέμπτη. Θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν:Πέμπτη γεννήθ’ ο Διγενής και Πέμπτη θα πεθάνει.Και μάλιστα, ηχητικά τουλάχιστον, θα είχαμε ένα πιο πομπώδες-επικό ύφος. Άρα, κι αφού εξαιρέσουμε την περίπτωση να έγινε κατά τύχη η επιλογή, θα πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος που επιλέχθηκε η αυτή μέρα – η Τρίτη.

Και πράγματι, η Τρίτη δεν υποδηλώνει, απλώς, την τρίτη μέρα της εβδομάδας και άρα δεν λειτουργεί μόνον ως τακτικό αριθμητικό ή κύριο όνομα, αλλά χρησιμοποιείται και λειτουργεί ως η μεταφορική σημασία του Άλλου· τρίτος είναι πάντα ο άλλος – αυτός που είτε δεν είναι ο ένας από τους δύο σε μία σχέση (το τρίτο πρόσωπο), είτε είναι αυτός που δεν ανήκει σε έναν από τους δύο, πάντοτε, πόλους, δεν είναι δηλαδή το αντίπαλον δεός κανενός, αλλά μία τρίτη δύναμη, ουδέτερη – που δεν έχει άλλον όμοιό της και άρα αντάξιό της – αντίπαλο ή φίλο, ή, τέλος, αυτός που είναι η ένωση δύο συνισταμένων και προβάλλει ως το αποτέλεσμα αυτών (το τρίτο είδος). Άρα το γεγονός ότι ο Διγενής γεννήθηκε Τρίτη, μας ειδοποιεί για τα εξής: Πρώτον: πράγματι είναι απόγονος διπλής καταγωγής· από πατέρα Άραβα και μητέρα Ελληνίδα. Είναι, δηλαδή, μια σύμμιξη δύο ετερογενών στοιχείων, τα οποία εφόσον ενώθηκαν δημιούργησαν κάτι νέο – το τρίτο είδοςστο οποίο αναφερθήκαμε πρωτύτερα· και ίσως αυτή να είναι και η αιτία της υπερφυσικής του δύναμης – το πάντρεμα δύο αιμάτων, δύο πολιτισμών, ίσως να ήτανε εντέλει αυτό που του παρείχε, προσθετικά, τις δυνάμεις και των δύο. Δεύτερον: Η υπερφυσική δύναμη του Διγενή μάς δείχνει, ακριβώς, ότι δεν είχε ούτε αντάξιο αντίπαλο ούτε και αντάξιο συμπολεμιστή, γι’ αυτό και πάντοτε πολεμά μονάχος. Κι ενώ είναι ακρίτας και θα έπρεπε να μάχεται τους Άραβες στα σύνορα της αυτοκρατορίας, αυτός τα βάζει κυρίως με δράκους, αγρίμια, την Πρωταμαζόνα Μαξιμώ κι εντέλει με τον Χάροντα.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Εις μνήμην της ποιήτριας  Βικτωρίας Θεοδώρου (1926-2019): «Όταν η λύρα  και το λαγούτο ψάλλουν τον έρωτα  ελευθερίας…» (γράφει η Έφη Μπουκουβάλα- Κλώντζα)

 

 

 

 

 

6ος αιώνας π.Χ. .Η μέλαινα τριήρης παραπλέοντας σε κρημνώδεις ακτές μεταφέρει εξόριστη στη Σικελία την ποιήτρια, τη μελίρρυτη Σαπφώ. Πόσο μακριά από τη Λέσβο! «Εκείνη θα καθόταν σίγουρα αμίλητη και θα ριγούσε αναλογιζόμενη  τις αβύσσους που διαπλέει και δίπλα της ο φρουρός, σαν ειρωνεία, κοιτώντας αδιάφορος τη θάλασσα», γράφει η ποιήτρια και πεζογράφος Βικτωρία Θεοδώρου. Ενώ η θλίψη θα δονούσε υπόκωφα τη λύρα της ψυχής της….

`

Η Ιστορία από καταβολής κόσμου καταδικασμένη να επαναλαμβάνεται ατέρμονα. Αλλάζουν μόνο τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν. Τα ανθρώπινα έργα ίδια κι απαράλλαχτα, χωρίς διδαχή καμιά από τα πάθη και τα λάθη. Ημέρες εξορίας 1948-1952 μ.Χ.: Χίος ,Τρίκερι, Μακρόνησος. Μια άλλη ποιήτρια, η Βικτωρία Θεοδώρου, εικοσάχρονο κορίτσι τότε, ένα φωτισμένο πνεύμα της νέας εποχής, περιπλανιέται σ’ άγνωρους πλόες με κάθε καιρό, τέσσερις χειμώνες και καλοκαίρια μες στο αρχιπέλαγος, έγκλειστη σε σύγχρονο κήτος που την ξεβράζει σ’ άγονη, χέρσα κάθε φορά νησίδα. Κι η θλίψη της κρούει ανάλαφρα τις χορδές του λαγούτου[1] της πικρό, λυρικό μουρμουρητό πάνω στο κύμα:

«Είχα να της πω τόσα τραγούδια!

μικρό παιδί με κοίμιζε στο κύμα της

και στα μελτέμια εστέγνωναν και μύρωναν τα ρούχα μας.

τώρα με κάνανε να την κοιτώ μ’ ανατριχίλα

σαν ερπετό, σαν κρύο στοιχειό, τη θάλασσα.

Μες στα βαπόρια της σκλαβιάς

βαθιά μέσα σε μαύρα αμπάρια με γυρίζανε

κλειστά τα φιλιστρίνια να μη μπαίνει ο μπάτης

ούτε να με ραντίζει ως αγιασμός το κύμα της.

Και τα νησιά Χίο, Ανάφη, Τρίκερι, Μακρόνησο,

ονόματα πανάρχαια ιερά, Ικαρία, Ψυττάλεια,

τα δέσανε μες στην ψυχή μου με την πίκρα και τον τρόμο.

Δε χάρηκα την ομορφιά τους εξόριστη

δαρμένη, κάτω απ’ έν’ αντίσκηνο….

Κι έχω καημό, που δεν μπορώ να πω

χαρούμενο τραγούδι για τη θάλασσα

οργή και θύμησες πικρές μου φέρνουν τα νησιά της».

`

Η Βικτωρία Θεοδώρου (1926-2019), γεννημένη στα Χανιά, από μητέρα Κρητικιά και πατέρα Σερβοέλληνα αγιογράφο, ήταν τότε φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Βασική ποιητική εκπρόσωπος της Α΄ μεταπολεμικής γενιάς, «της επονομαζόμενης ποίησης της ήττας, βίωσε τη ματαίωση του ακριβού οράματος της γενιάς της, αλλά κατάφερε να αποσύρει την ποίησή της από τον μαρασμό της ήττας και να επιχειρήσει μια επίπονη ανάβαση προς μια λυρική ενατένιση της ανακυκλούμενης ιστορίας του κόσμου και του ατόμου».

Διαβάστε περισσότερα