Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, «Υπερκαινοφανής», εκδ. Μελάνι, 2017 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

 

 

Η ποίηση δεν γίνεται με κύκλους, τρίγωνα και αλγεβρικες εξισώσεις

Η δεύτερη ποιητικη συλλογη του νέου Ελληνοκύπριου ποιητη Κωσταντίνου Παπαγεωργίου, που κυκλοφόρησε απο τις εκδόσεις «Μελάνι», τον Μάιο του 2017, τιτλοφορείται μονολεκτικα «Υπερκαινοφανης» και, όπως μας πληροφορει στο τέλος του βιβλίου του «είναι ένας αστέρας που πεθαίνει σταδιακα και καταστροφικα, με αποτέλεσμα μια τελικη τιτάνια έκρηξη». Προηγήθηκε η κυκλοφορία της συλλογης «Οι πέντε εποχες», το 2012, και αυτη απο τις εκδόσεις «Μελάνι», την οποία όμως δεν έχω στην διάθεσή-μου και συνεπως δεν την έχω διαβάσει.

Η καινούργια συλλογη του Παπαγεωργίου είναι πολυσέλιδη (ξεπερνα τις 144 σελίδες!) και πραγματικα εντυπωσιάζει με την ωραία εμφάνισή-της, τόσο απο την πλευρα του χαρτιου που χρησιμοποιήθηκε, όσο και απο τη συγκλονιστικη έγχρωμη φωτογραφία που κοσμει το εξώφυλλό-της, η οποία παριστάνει ένα αμερικανο πυροσβέστη (;) να φλέγεται σαν λαμπάδα στη μέση μίας λεωφόρου. Στιγμιότυπο που παραπέμπει, αν έχω σωστα αντιληφθει, στην καταστροφη των Δίδυμων Πύργων της Νέας Υόρκης, στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Η συλλογη αποτελείται απο δύο μεγάλες ενότητες και περιέχει συνολικα 98 ποιήματα! Η πρώτη ενότητα τιτλοφορείται «Φυλογένεση», με 48 ποιήματα, και η δεύτερη «Οντογένεση», με 50 ποιήματα.

Άρχισα να διαβάζω τον «Υπερκαινοφανη» με αυτα τα δεδομένα στα χέρια μου. Δυστυχως όμως, μέχρι το ένα τρίτο του βιβλίου είχα σχηματίσει την εντύπωση πως ο ποιητης δεν ζει στη γη αλλα ό,τι βρίσκεται και αιωρείται ανεξέλεγκτα κάπου στο αχανες διάστημα. Με άλλα λόγια, διαπίστωσα πως η έμπνευσή-του δεν βρίσκεται προσγειωμένη στον «διακεκριμένο πλανήτη μας», όπως τον χαρακτήρισε ο αξέχαστος Νικηφόρος Βρεττάκος, εφόσον μέσα απο τα ποιήματά-του προβάλλει έντονα η συγκίνηση και ο θαυμασμος-του για θέματα που έχουν άμεση σχέση με το διάστημα, την Αστρονομία αλλα και τις διάφορες επιστημονικες έρευνες και ανακαλύψεις, πάνω στα οποία στηρίχτηκε για να φτιάξει τα περισσότερα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην εν λόγω συλλογή του. Δεν σας κρύβω πως κάποιες στιγμες διερωτήθηκα για το που ο ποιητης επιδιώκει να προσθαλασσώσει την έμπνευσή του;

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», εκδ. Κέδρος, 2018 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

`

Είναι δημιουργικα στοιχεία η θλίψης και η ειρωνεία στην ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη

Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης είναι μία ξεχωριστη και ιδιότυπη ποιητικη φωνη στον ελλαδικο χώρο. Λέω «ξεχωριστη και ιδιότυπη φωνη» με την έννοια ό,τι δεν μπορεις να την κατατάξεις εύκολα και απροβλημάτιστα σε καμία καθιερωμένη λογοτεχνικη σχολη ή ομάδα.

Όπως διαφαίνεται μέσα απο την τελευταία συλλογη-του, που φέρει τον εξεζητημένο τίτλο «Γραβάτα δημοσίας αιδους», γράφει μία πρωτότυπη ποίηση, με μία ιδιότυπη νοηματικη, στέρεη αισθητικη συνοχη, πλαστικότητα στις εικόνες-της, κάποτε κρυπτικη και άλλοτε μυστηριώδης, στοιχεία που της δίνουν το δικαίωμα να επιπλέει και να ξεχωρίζει μέσα στο πέλαγος της ποίησης που παράγεται στις μέρες-μας. Είναι όμως αυτα τα στοιχεία, μαζι με το αυστηρο ύφος-του, που την κάνουν ελκυστικη και ενδιαφέρουσα στο αναγνωστικο κοινο.

Όλη αυτη η ιδιότυπη ποίηση που γράφει ο Δ. Π. Κρανιώτης είναι εξʼ ολοκλήρου επικεντρωμένη στη σύγχρονη εποχη, που αντανακλα αυτόματα και τη σύγχρονη κοινωνικη πραγματικότητα. Γράφει στο ποίημα «Ιανος»:

`

«Πολυκατοικία πια

Η γειτονια-μας

Το ασανσερ κολλημένο

Μεταξυ ρετιρε

Και ουρανου

Κι εμεις μέσα

Συνωστισμένοι άνετα

Χωρις ανάσα

(Και χωρις σήμα

Το κινητο-μας)

Σελ. 15

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Χρήστος Μαρτίνης, «Το ξένο φως», εκδ. Υποκείμενο, 2017 (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

`

Ανάμεσα στις αρχετυπικές διαθέσεις όσον αφορά στη σύλληψη και έκφραση του ποιητικού βιώματος κατά τη μεταπολεμική περίοδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει εκείνη του πάσχοντος ποιητικού υποκειμένου. Αφετηρία και κατάληξη της συγγραφικής πράξης γίνεται συχνά ο μικρόκοσμος , το εσωτερικό μαρτύριο, η παραίτηση και η παράδοση στις ακυβέρνητες πολιτείες των ενστίκτων, η καύση βαθιά εγχαραγμένων εικόνων, για να παραχθεί ο αρμονικά ασύμμετρος και παρεκκλίνων λόγος. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις καταλήγει σε ένα είδος αυτοπαγίδευσης. Ο ποιητής κοιτάζοντας προς τα έσω χάνει τον προσανατολισμό του, μπλέκεται στα δίχτυα που ο ίδιος στρώνει, για να μπορέσει να θηρεύσει την εκλεκτή συγκίνηση , κι ενώ γυρεύει πέρδικες και φασιανούς, απομένει τελικά στο χέρι με τις σκιές από μερικά μόνο φτερά. Σαν αδέξιος κυνηγός. Σε άλλες περιπτώσεις καταφέρνει να μετριάσει την εγωκεντρική τοποθέτηση της γραφής του, καθώς αφήνει το περιθώριο στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι το βίωμα τον αφορά κι ότι απʼ τις λέξεις του ανασύρεται μια διάθεση με καθολικό χαρακτήρα. Κι εκεί ακριβώς σπάζει ο κύκλος της αδιέξοδης ερμητικότητας κι απελευθερώνεται ενέργεια προς όλα τα μήκη και τα πλάτη του ποιητικού σύμπαντος, πράγμα που ασφαλώς είναι και το ζητούμενο στη συγγραφική πράξη. Μόνο σε τέτοιες στιγμές εκρήξεων και ταλαντώσεων γεννιέται ανθεκτικός στη φθορά των αναγνώσεων λόγος.
Η εσωτερικότητα, η πάσχουσα συνείδηση που ανακουφίζεται μέσω της εξωτερίκευσης των παθών στο μελάνι, η εστίαση της ιδέας στην προσωπική οδύνη, η πρωτοπρόσωπη απόδοση της ευαισθησίας, ο βιωματικός χρωματισμός του λόγου, η συρραφή στιγμιοτύπων από το βαθύτερο «είναι» , η συνύπαρξη υπερβατικών και ρεαλιστικών στοιχείων είναι παρόντα και στο παρθενικό έργο του Χρήστου Μαρτίνη «Το ξένο φως».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Κώστας Καρυωτάκης, «Ένας νέος που (δεν) αυτοκτόνησε» (γράφει ο Θ.Δ.Τυπάλδος)

Αν και το ημερολόγιο έδειχνε 20 Ιουλίου, (σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε η 21η Ιουλίου), εκείνη την νυχτιά, λες και τα στοιχεία της φύσης είχαν βαλθεί να τρελάνουν τον νου των ανθρώπων, ή λες κι είχαν συνειδητοποιήσει την προσπάθεια ενός νέου να βάλει τέλος στη ζωή του και τον ξεπροβόδιζαν απ’ τον κόσμο των ζωντανών, μανιασμένα και δυνατά, με αγέρες και ψιλή βροχή, χτυπούσαν τα δέντρα, τη θάλασσα. Η σελήνη, κρυμμένη στη σκοτεινή ποδιά των σύννεφων, αδυνατούσε να ρίξει τη λάμψη της πάνω στην επαρχιώτικη πόλη. Η φουρτούνα στον κόλπο, έβγαζε το θυμωμένο κύμα στην προβλήτα και στις αμμουδιές.
Κάπου έξω απ’ την πόλη, ένας βοσκός με τον αδερφό του, είχαν τελειώσει τις δουλειές της ημέρας, κι αφού είχαν από ώρα κλείσει στο μαντρί το κοπάδι με τα αμνοερίφια, είχαν στρώσει στ’ αχυρένια στρώματα που χρησιμοποιούσαν για κρεβάτια και χορτασμένοι απ’ το φτωχικό φαγί τους, είχαν κατάκοποι ετοιμαστεί για να ξαπλώσουν και να ταξιδέψουν, σʼ εκείνον τον κόσμο των ονείρων, εκεί που τα πάντα είναι δυνατά κι όπου η ξύλινη στάνη τους μετατρεπόταν σε παλάτι με μαρμάρινα μπάνια κι ατέλειωτους διαδρόμους γιομάτους από χρυσάφια και πολυέλαιους. Κάποιες ώρες μετά τη βύθισή τους στην αγκάλη του Μορφέα, απελπισμένες φωνές για βοήθεια τον ξύπνησαν. Για κάποια δευτερόλεπτα, έμεινε ξαπλωμένος στο στρώμα του. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν οι φωνές που τον καλούσαν, προερχόντουσαν απ’ τον ύπνο που μόλις είχε απότομα διακοπεί, ή αν προερχόντουσαν απ’ τον κόσμο της αφύπνισης. Άκουσε και πάλι (τώρα πιο έντονα), μια κραυγή απελπισμένη: “ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!” Ήταν ξύπνιος και η φωνή που άκουγε ερχόταν απ’ τη μεριά της θάλασσας που βρισκόταν λίγα μέτρα παρακάτω απ’ το σημείο που ήταν βιδωμένη στο χώμα η φτωχική του στάνη. Αφουγκράστηκε για λίγο τον χώρο: ο αδερφός του συνέχιζε να ροχαλίζει βαριά. Δίχως να σκεφτεί να τον ξυπνήσει, σηκώθηκε με βιάση. Μέσα στο σκοτάδι έπιασε το παλτό που είχε πάντα σιμά του, σηκώθηκε κι άρχισε να ψαχουλεύει το ξύλινο τραπέζι για να βρει το μικρό φανάρι πετρελαίου που πάντοτε του φώτιζε τον χώρο, ή όποτε ήταν αναγκαίο, κάποια νυχτερινή του εξόρμηση. Αφού το βρήκε, έπιασε μαζί το τσακμάκι που είχε παραδίπλα, άναψε το φανάρι και πετάχτηκε έξω. Οι φωνές, συνεχίζονταν, μόνο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει από πιο ακριβώς σημείο ερχόντουσαν. Ο αγέρας ήταν τόσο δυνατός και χτυπώντας πάνω στα κλαριά των δέντρων, άλλοτε κάλυπτε τις φωνές κι άλλοτε τους άλλαζε τη φορά. “Κάποιος είναι μες στη θάλασσα”, μονολόγησε. Άρχισε να φωνάζει προς τον άγνωστο αυτόν ναυαγό, ζητώντας του να μιλάει δυνατά κι επαναλαμβανόμενα, έτσι που να μπορέσει να προσδιορίσει το πού ακριβώς βρισκόταν. Ο άγνωστος, ακούγοντάς τον, έκανε αυτό ακριβώς που του είπε ο ανέλπιστος σωτήρας του. Όταν ο βοσκός κατάφερε να εντοπίσει το πού βρισκόταν, έτρεξε προς τη μεριά του κι άρχισε τώρα αυτός να φωνάζει μ’ όλη την δύναμη που είχε στα σωθικά του, έτσι που τώρα, ο “ναυαγισμένος”, να μπορέσει να εντοπίσει πού είν’ η ακτή.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Στέλλα Χαιρέτη, «Μια χούφτα χώμα», εκδ. Το ανώνυμο βιβλίο, 2017 (γράφει η Έλλη Μίσκινα)

`

Μια χούφτα χώμα: Μια σύντομη σπουδή στην ποίηση της Στέλλας Χαιρέτη

`

Εδώ, στον Άη Στράτη

Ανάμεσα στη σιωπή όλων μας των καταφάσεων
άκουσα εδώ, στον Άη Στράτη, τον αέρα να φυσάει
Νύχτα νομίζω ήταν, μα μπορεί και μέρα
ο θρήνος του τοπίου που σάπισε μετρά αλλιώς τον χρόνο
Μία γυναίκα με μάτια μαύρα προσπέρασε
Έδειξε κατά τον ήλιο

Σεβόμαστε τον θάνατο
μα σηκώνουμε ανάστημα στη ζωή
Το φως μάς περιβάλλει ακόμα
σηκώστε το χέρι σας προς τη μεριά του

Λύπη στο βλέμμα της κι απέχθεια

Γροθιά το χέρι

`
Το βλέμμα της Στέλλας Χαιρέτη δεν μοιάζει εκ πρώτης όψεως να ακτινοβολεί αισιοδοξία, όμως θα ήταν άστοχο να χαρακτηριστεί απαισιόδοξο ή καταθλιπτικό, καθώς αυτό που κατά βάση εισπράττουμε από την ποίηση της Στέλλας είναι η αγωνία της ολοκλήρωσης, της σύνθεσης των αντιθέτων, της ένωσης των θραυσμάτων μιας ζωής κατακερματισμένης («αποσχισμένο μέλος», «κάθε μέρα μια ακόμη εναγώνια αναζήτηση»). Μια συνεχής υπόμνηση αντιθετικών ζευγών διαπερνά όλα τα ποιήματα χωρίς ποτέ να εξαίρεται η συγκρουσιακή τους σχέση (αν και αυτό δεν σημαίνει πως τη στερούνται κιόλας). Άνδρας και γυναίκα, φως και σκοτάδι, σταύρωση και ανάσταση, ζωή και θάνατος, θνητό και άφθαρτο, οικείο και ξένο, συνυπάρχουν ως μέρη παραπληρωματικά ενός ευρύτερου όλου και ανάγονται το ένα σε προϋπόθεση του άλλου. Όλα αυτά τα στοιχεία, πέρα κι έξω από ιεραρχίες, ποιοτικές διαφοροποιήσεις, αξιολογικές εντάσεις ή οποιοδήποτε ανταγωνισμό μεταξύ τους, συνιστούν τα κομμάτια ενός παζλ που ψάχνουν διακαώς να βρουν τη θέση που τους αρμόζει για να πληρωθεί ο σκοπός της ύπαρξης, άγνωστο ακόμη αν υπάρχει.

Διαβάστε περισσότερα