Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Νίκος Λάζαρης, «Πνεύμα Αντιλογίας», εκδ. Κουκκίδα, 2018

ΜΕΤΡΑ ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΤΗΤΑΣ

Η ποιητική Ανθολογία τής καθηγήτριας νεοελληνικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια τής νέας Υόρκης κυρίας Κάρεν Βαν Ντάικ, με τον εύγλωττο τίτλο «Μέτρα Λιτότητας», δεν είναι η μόνη ανθολογία νέων Ελλήνων ποιητών που έχει εκδοθεί πρόσφατα στη χώρα μας. Είναι όμως η μόνη που κυκλοφόρησε πρώτα στην Αγγλία σε δίγλωσση έκδοση από τον φημισμένο, εκδοτικό κολοσσό «Penguin» και στη συνέχεια στην Αμερική από τη σειρά των εκδόσεων «New York Review of Books», αλλά και η μόνη που έχει αποσπάσει άκρως εγκωμιαστικές κριτικές, τόσο από έγκριτες εφημερίδες και έντυπα (The Guardian, New Yorker ,TLS κ.ά),όσο και από εγνωσμένης αξίας κριτικούς όπως είναι ο Βρετανός Τέρυ Ήγκλετον. Αξίζει λοιπόν τον κόπο, να αφιερώσουμε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο μας για να σχολιάσουμε, εν συντομία, αυτή την ανθολογία, με την ευκαιρία τής έκδοσής της στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις «Άγρα».
Και πρώτα απ’όλα να πούμε, ότι η εν λόγω ανθολογία δεν αποτυπώνει με ποιητικό τρόπο τις οδυνηρές συνέπειες τής οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, όπως δηλώνεται εμφατικά στον τίτλο της και όπως ισχυρίζεται στον πρόλογό της η κυρία Βαν Ντάικ. Για τον απλούστατο λόγο, ότι από τα εκατόν τριάντα τέσσερα ποιήματα τής ανθολογίας, μόνο δώδεκα περιέχουν στοιχεία τής κρίσης. Ούτε όμως είναι αληθές, αυτό που υποστηρίζει αφελώς και άκριτα η ανθολόγος, ότι δηλαδή τα επαχθή μέτρα λιτότητας που επέβαλαν οι δανειστές στη χώρα μας, ανάγκασαν τους ποιητές και τις ποιήτριες να στραφούν στην ομοιοκαταληξία και στο μέτρο. Και τούτο γιατί από τους σαράντα εννιά ποιητές που περιλαμβάνονται στην ανθολογία μόνο τέσσερις χρησιμοποιούν ρίμα (οι τρεις ευκαιριακά) και μόνο ένας δεκαπεντασύλλαβο. Όσο για τον ισχυρισμό τής κυρίας Βαν Ντάικ ότι η ανθολογία της διακρίνεται για την ποικιλία της, θα μας επιτρέψει να πούμε ότι αυτή η ποικιλία υπάρχει μόνο στη φαντασία της. Εκείνο που διαπιστώσαμε εμείς διαβάζοντάς τα «Μέτρα λιτότητας» είναι τούτο: τα ποιήματα χαρακτηρίζονται από μια θλιβερή και εξόχως πληκτική ομοιομορφία.
΄Όμως το μείζον πρόβλημα τής πολυσυζητημένης ανθολογίας, συνίσταται στο γεγονός ότι τα περισσότερα κείμενα που περιέχονται σε αυτήν, δεν είναι ποιήματα. Είναι σκέψεις, προτάσεις, δηλώσεις, κραυγές, προσχέδια ποιημάτων, ποιητικίζοντες, άμουσοι, ανώριμοι, άτερπνοι στίχοι, αλλά όχι ποιήματα. Ουσιαστικά δηλαδή έχουμε να κάνουμε με μιαν ανθολογία μη ποιημάτων και μη ποιητών (εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν), η οποία εγείρει πολλά ερωτηματικά και απορίες για τη σύνθεσή της.
Με ποια λογική, για παράδειγμα, εκφράζει την ελληνική κρίση, ο Τουρκοκύπριος ποιητής Mehmet Yashin, ο οποίος δεν έχει ζήσει στην Ελλάδα και επιπλέον δημοσιεύει τα ποιήματά του (στην ανθολογία!) στα Τουρκικά; Με ποια λογική επίσης έχει θέση σε μιαν ανθολογία τής οποίας το θέμα είναι η ελληνική κρίση, ένα ερωτικό (!) ποίημα τού συγγραφέα Γκασμέντ Καπλάνι, γραμμένο, πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η ελληνική κρίση, στην Αλβανία; Επιπροσθέτως: είναι ο Καπλάνι ποιητής; Με ποια κριτήρια ανθολογούνται ως ποιητές, οι καλοί, οφείλουμε να ομολογήσουμε, πεζογράφοι Παπαμάρκος και Παλαβός; Με ποια κριτήρια ανθολογείται τόσο απλόχερα ο Γιάννης Στίγκας; Είναι τόσο καλός ποιητής, όσο επιχειρεί να μας πείσει η ανθολόγος, ή μήπως συμβαίνει να διαθέτει ξεχωριστές ικανότητες στις δημόσιες σχέσεις;

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«– Τρίτη γεννήθ’ ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει.» (γράφει ο Στράτος Κιαπίδης)

Τρίτη γεννήθ’ ο Διγενής…

Η Τρίτη εδώ δεν εκφράζει απλώς τη γνωστή μέρα της εβδομάδας – είναι κάτι πολύ περισσότερο, αλλιώς γιατί να διαλέξει τη συγκεκριμένη μέρα ο ποιητής; Γιατί την Τρίτη; Το πρώτο που έρχεται στο μυαλόείναι: για λόγους ρυθμού· όμως το ίδιο ακριβώς ρυθμικό αποτέλεσμα θα είχε και η λέξη/μέρα: Πέμπτη. Θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν:Πέμπτη γεννήθ’ ο Διγενής και Πέμπτη θα πεθάνει.Και μάλιστα, ηχητικά τουλάχιστον, θα είχαμε ένα πιο πομπώδες-επικό ύφος. Άρα, κι αφού εξαιρέσουμε την περίπτωση να έγινε κατά τύχη η επιλογή, θα πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος που επιλέχθηκε η αυτή μέρα – η Τρίτη.

Και πράγματι, η Τρίτη δεν υποδηλώνει, απλώς, την τρίτη μέρα της εβδομάδας και άρα δεν λειτουργεί μόνον ως τακτικό αριθμητικό ή κύριο όνομα, αλλά χρησιμοποιείται και λειτουργεί ως η μεταφορική σημασία του Άλλου· τρίτος είναι πάντα ο άλλος – αυτός που είτε δεν είναι ο ένας από τους δύο σε μία σχέση (το τρίτο πρόσωπο), είτε είναι αυτός που δεν ανήκει σε έναν από τους δύο, πάντοτε, πόλους, δεν είναι δηλαδή το αντίπαλον δεός κανενός, αλλά μία τρίτη δύναμη, ουδέτερη – που δεν έχει άλλον όμοιό της και άρα αντάξιό της – αντίπαλο ή φίλο, ή, τέλος, αυτός που είναι η ένωση δύο συνισταμένων και προβάλλει ως το αποτέλεσμα αυτών (το τρίτο είδος). Άρα το γεγονός ότι ο Διγενής γεννήθηκε Τρίτη, μας ειδοποιεί για τα εξής: Πρώτον: πράγματι είναι απόγονος διπλής καταγωγής· από πατέρα Άραβα και μητέρα Ελληνίδα. Είναι, δηλαδή, μια σύμμιξη δύο ετερογενών στοιχείων, τα οποία εφόσον ενώθηκαν δημιούργησαν κάτι νέο – το τρίτο είδοςστο οποίο αναφερθήκαμε πρωτύτερα· και ίσως αυτή να είναι και η αιτία της υπερφυσικής του δύναμης – το πάντρεμα δύο αιμάτων, δύο πολιτισμών, ίσως να ήτανε εντέλει αυτό που του παρείχε, προσθετικά, τις δυνάμεις και των δύο. Δεύτερον: Η υπερφυσική δύναμη του Διγενή μάς δείχνει, ακριβώς, ότι δεν είχε ούτε αντάξιο αντίπαλο ούτε και αντάξιο συμπολεμιστή, γι’ αυτό και πάντοτε πολεμά μονάχος. Κι ενώ είναι ακρίτας και θα έπρεπε να μάχεται τους Άραβες στα σύνορα της αυτοκρατορίας, αυτός τα βάζει κυρίως με δράκους, αγρίμια, την Πρωταμαζόνα Μαξιμώ κι εντέλει με τον Χάροντα.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Εις μνήμην της ποιήτριας  Βικτωρίας Θεοδώρου (1926-2019): «Όταν η λύρα  και το λαγούτο ψάλλουν τον έρωτα  ελευθερίας…» (γράφει η Έφη Μπουκουβάλα- Κλώντζα)

 

 

 

 

 

6ος αιώνας π.Χ. .Η μέλαινα τριήρης παραπλέοντας σε κρημνώδεις ακτές μεταφέρει εξόριστη στη Σικελία την ποιήτρια, τη μελίρρυτη Σαπφώ. Πόσο μακριά από τη Λέσβο! «Εκείνη θα καθόταν σίγουρα αμίλητη και θα ριγούσε αναλογιζόμενη  τις αβύσσους που διαπλέει και δίπλα της ο φρουρός, σαν ειρωνεία, κοιτώντας αδιάφορος τη θάλασσα», γράφει η ποιήτρια και πεζογράφος Βικτωρία Θεοδώρου. Ενώ η θλίψη θα δονούσε υπόκωφα τη λύρα της ψυχής της….

`

Η Ιστορία από καταβολής κόσμου καταδικασμένη να επαναλαμβάνεται ατέρμονα. Αλλάζουν μόνο τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν. Τα ανθρώπινα έργα ίδια κι απαράλλαχτα, χωρίς διδαχή καμιά από τα πάθη και τα λάθη. Ημέρες εξορίας 1948-1952 μ.Χ.: Χίος ,Τρίκερι, Μακρόνησος. Μια άλλη ποιήτρια, η Βικτωρία Θεοδώρου, εικοσάχρονο κορίτσι τότε, ένα φωτισμένο πνεύμα της νέας εποχής, περιπλανιέται σ’ άγνωρους πλόες με κάθε καιρό, τέσσερις χειμώνες και καλοκαίρια μες στο αρχιπέλαγος, έγκλειστη σε σύγχρονο κήτος που την ξεβράζει σ’ άγονη, χέρσα κάθε φορά νησίδα. Κι η θλίψη της κρούει ανάλαφρα τις χορδές του λαγούτου[1] της πικρό, λυρικό μουρμουρητό πάνω στο κύμα:

«Είχα να της πω τόσα τραγούδια!

μικρό παιδί με κοίμιζε στο κύμα της

και στα μελτέμια εστέγνωναν και μύρωναν τα ρούχα μας.

τώρα με κάνανε να την κοιτώ μ’ ανατριχίλα

σαν ερπετό, σαν κρύο στοιχειό, τη θάλασσα.

Μες στα βαπόρια της σκλαβιάς

βαθιά μέσα σε μαύρα αμπάρια με γυρίζανε

κλειστά τα φιλιστρίνια να μη μπαίνει ο μπάτης

ούτε να με ραντίζει ως αγιασμός το κύμα της.

Και τα νησιά Χίο, Ανάφη, Τρίκερι, Μακρόνησο,

ονόματα πανάρχαια ιερά, Ικαρία, Ψυττάλεια,

τα δέσανε μες στην ψυχή μου με την πίκρα και τον τρόμο.

Δε χάρηκα την ομορφιά τους εξόριστη

δαρμένη, κάτω απ’ έν’ αντίσκηνο….

Κι έχω καημό, που δεν μπορώ να πω

χαρούμενο τραγούδι για τη θάλασσα

οργή και θύμησες πικρές μου φέρνουν τα νησιά της».

`

Η Βικτωρία Θεοδώρου (1926-2019), γεννημένη στα Χανιά, από μητέρα Κρητικιά και πατέρα Σερβοέλληνα αγιογράφο, ήταν τότε φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Βασική ποιητική εκπρόσωπος της Α΄ μεταπολεμικής γενιάς, «της επονομαζόμενης ποίησης της ήττας, βίωσε τη ματαίωση του ακριβού οράματος της γενιάς της, αλλά κατάφερε να αποσύρει την ποίησή της από τον μαρασμό της ήττας και να επιχειρήσει μια επίπονη ανάβαση προς μια λυρική ενατένιση της ανακυκλούμενης ιστορίας του κόσμου και του ατόμου».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Για τον Αντώνη Φωστιέρη. Κριτικά κείμενα»  (Ανθολόγηση, Εισαγωγή, Επιμέλεια: Θεοδόσης Πυλαρινός), εκδ. Αιγαίον,  2017

Πρισματικός ποιητής ο Αντώνης Φωστιέρης, και άρα υπάρχουν πολλοί τρόποι κριτικής προσέγγισης στην ποιητική του: φιλοσοφικός, (μετα)ποιητικός, υπαρξιακός. Επιλέγω όμως τον γλωσσικό, ή, καλύτερα, τον στιχουργικό και λεκτικό τρόπο, γιατί αυτή είναι η πλευρά του πρίσματος όπου όλες οι εν λόγω συντεταγμένες συγκλίνουν.
Εκείνο που εκπλήσσει στο έργο του Φωστιέρη είναι η συνεχής προσπάθεια ν’ αποσπάσει την λέξη “από τον άξονα της χρησιμοθηρικής τ[η]ς υποτέλειας” (Ελύτης), ούτως ώστε να αποδεσμεύσει όλη τη λανθάνουσα ενέργειά της. Οι λέξεις δείχνουν έτσι την αμφισημία τους, τη ρευστή τους ουσία, πέρα από τη συμβατικότητα της ονοματολογίας.
Τι θα γίνει, επομένως, εάν αφήσουμε να πλέουν ελεύθερα οι σημασίες, αποσπασμένες από τις φλούδες των σημαινομένων (“Ύστερα έμαθα με φλούδες συλλαβών / Να φτιάνω πλοία […] / Και τα ’ριχνα μες στο νεράκι που έφευγε – ”); Πώς ν΄ αντιμετωπίσουμε την αστάθεια των ονομάτων, δηλαδή της ύπαρξης; Είναι κάποια από τα ερωτήματα στα οποία ο ποιητής απαντά με την ίδια του την ποίηση. Ένα ποίημα, από τα Τοπία του Τίποτα (2013), αποτελεί σχεδόν το μανιφέστο μιας ποιητικής πορείας προς τον στόχο του “ποιείν”: “Αφού κανένας ορισμός / Δεν είναι οριστικός / Κι αφού απ΄ τις χίλιες εκδοχές / Καμιά δεν απαντάει / Τι να ΄ναι / Ποίημα, / Φαντάζομαι δεν θα βαρύνουν / Τρεις ακόμα λέξεις: / Ρυθμικά / Σκεπτόμενο / Αίσθημα”. Το σημασιολογικό βάρος βαραίνει στις τρεις τελευταίες λέξεις, που είναι συνάμα και τρεις μεμονωμένοι στίχοι. Ρυθμός, σκέψη, αίσθημα  είναι τα μόνα σταθερά μεγέθη, στην αλλιώς ρευστή ουσία του ποιήματος, που αποφεύγει κάθε οριστικό ορισμό

Εδώ θα παραμερίσω τη σκέψη και το αίσθημα και θα εστιάσω την προσοχή μου στο πρώτο στοιχείο: στον ρυθμό, που ταυτίζεται με τη στιχουργία, με τη δομική ανάπτυξη του ποιήματος, γιατί η ποίηση του Φωστιέρη μιλά για τις διπολικές αντιθέσεις που κυβερνάνε την ύπαρξη: τη ζωή και τον θάνατο, τη μνήμη και τη λήθη, το παρόν και το μέλλον, ως μια ενδοσκόπηση στα σπλάχνα του ήχου που οι λέξεις κρύβουν μέσα τους, πριν βγουν στο φως χάρις στην ποίηση. “Άκουσε / Τους παφλασμούς, τα μουγκρητά ή τα κλάματα: / Με τέτοιους ήχους πλάστηκε ο κόσμος. Άκουσε / Το κρώξιμο − ή τον βρυχηθμό / Του λιονταριού που είναι ο κόσμος. Άκουσε / Το βουητό του ωκεανού…” (“Ο ήχος του κόσμου”).
Τι κρύβεται, λοιπόν, πίσω από τους στίχους; Ποια είναι, αλήθεια, η βαθύτερη ουσία του “ποιείν”; Ο Φωστιέρης αποθησαύρισε το μάθημα των Προσωκρατικών (πολλές οι μνείες και τα παραθέματα) και των μειζόνων ποιητών της ελληνικής λογοτεχνίας αφ΄ ενός, και αφ΄ ετέρου το δίδαγμα του Μαλλαρμέ, που στο δοκίμιό του “Αγγλικές Λέξεις” παρότρυνε τους ποιητές να ψάχνουν ηχηρές σχέσεις ανάμεσα στις λέξεις, ούτως ώστε να εκπηδούν καινοφανείς και πρωτότυπες ετυμολογίες και να βρει ο λόγος τη χαμένη μαγεία του. Π.χ. ο διφορούμενος τίτλος της συλλογής Πολύτιμη Λήθη είναι ενδεικτικός, γιατί δεν πρόκειται ούτε για διασκέδαση ούτε για λογοπαίγνιο, αλλά δείχνει “το αγώνισμα με την πολυσημία των λέξεων” (Πυλαρινός, στην εισαγωγή, σελ. 40): “Την λέξη που διστάζει αμφίσημη / Σε σκοινί τρόμου” (“Τα λόγια μένουν”).
Η ουσία του λόγου απορρέει με πολλούς τρόπους: με παρηχήσεις (“να τρέμει απ’ τη ρώμη των ρημάτων”, “οι στίχοι είναι στάχυα”), με αναγραμματισμούς (‘‘Τοπία του Τίποτα’’), με συλλαβόγριφους (“στό-μα στο μα-στό”), με ψευδοετυμολογικές συνδέσεις της λέξης (“ομιλία, ωμή λεία”), με ομόρριζα σχήματα (“τη νοσταλγία εκείνη τη νοστάλγησα”). Αλλού σφυροκοπά τις λέξεις στον άκμονα των ετυμολογιών (“ψυχή σημαίνει πεταλούδα”, “πνεύμα σημαίνει φύσημα”), ή παίζει στο κλαβιέ των ομόηχων σημαινομένων για να δημιoυργήσει σοφές αμφισημίες: “Μορς – μόρσιμον”, όπου η λέξη παραπέμπει και στα σήματα Morse και στο λατινικό mors (θάνατος). Έτσι, το ποίημα δομείται σε δύο επίπεδα: διηγητικό το πρώτο, συμβολικό το δεύτερο. Και ανάμεσα στα δύο επίπεδα, συνδετικός κρίκος ο ήχος, που είναι συνάμα σημαίνον και σημαινόμενο.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Ποιητικη ανθοφορία σ’ ένα άνυδρο τοπίο» (γράφει ο Χρήστος Μαυρής) (προδημοσίευση)

 Προδημοσίευση από την  εισαγωγη στο υπο έκδοση βιβλίο-μελέτη του Χρήστου Μαυρή, «Λογος ερωτικος για μία «γυναίκα βουρκωμένο ποτάμι». Μια προσέγγιση στη Λιβιδώ του Μανόλη Πρατικάκη».

 

 

`

TO 1978 HTAN μία αρκετα παραγωγικη χρονια για την ελληνικη λογοτεχνία, ειδικα για την ποίηση, γιατι εκδόθηκαν μία σειρα απο σπουδαία ποιητικα βιβλία στον ευρύτερο ελληνικο χώρο, τόσο απο παλαιότερους όσο και απο νεότερους (κυρίως) ποιητες. Ήταν βιβλία που ανέβαζαν πολυ ψηλα τον πήχυ της ελληνικης ποίησης, τόσο απο την πλευρα της ποιότητας του περιεχόμενου, όσο και απο την πλευρα της αισθητικης, γεγονος που της έδινε, αυθωρει και παραχρήμα, το δικαίωμα για ακόμη καλύτερες επιδόσεις στο χρηματιστήριο της Τέχνης.

Κάποιες μάλιστα απο αυτες τις ποιητικες συλλογες αποτέλεσαν ορόσημα και σημεία αναφορας στην ελληνικη λογοτεχνία, όπως η ποιητικη συλλογη Μαρία Νεφέλη, του Οδυσσέα Ελύτη, καθως και η συλλογη Λιβιδω του νεότερου Μανόλη Πρατικάκη, για την οποία θα αναφερθω εκτενέστερα στη συνέχεια αυτης της μελέτης.

`

 

`

Διερωτήθηκα και προβληματίστηκα όμως, ουκ ολίγες φορες, όπως υποθέτω και άλλα άτομα που ασχολούνται συστηματικα με την μελέτη της ελληνικης λογοτεχνίας, ποιος ήταν ο βαθύτερος λόγος που οδήγησε σε αυτη την ποιητικη ανθοφορία και, παράλληλα, σε αυτη την τόσο πλούσια εκδοτικη δραστηριότητα σε μία χώρα που μετρούσε ακόμη τις πληγες-της απο τις πρόσφατες αντιξοότητες και συμφορες που την βρήκαν, αλλα και σε μία περίεργη και δύσκολη χρονια που, στον τομέα ειδικα του πολιτισμου, μάλλον άγονη έπρεπε να θεωρείται παρα εύφορη και παραγωγικη! Ας μην ξεχνάμε πως το 1978 απείχε μόλις πέντε χρόνια απο την εξέγερση των φοιτητων του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβρη του 1973, και τέσσερα χρόνια απο την τουρκικη εισβολη στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974, που είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη του βορείου μέρους του νησιου. Προηγήθηκε, βέβαια, όλων αυτων των δεινων, το άνυδρο και απονευρωμένο τοπίο της δικτατορίας με τις ανυπολόγιστες καταστροφικες συνέπειες που επέφερε στο πολιτικο, κοινωνικο και πολιτιστικο γίγνεσθαι του τόπου.

Ο ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΟΣ (και πασιφανης) λόγος -πέραν της κάποιας οικονομικης ευμάρειας που άρχισε να διακρίνει μεγάλη μερίδα του ελληνικου λαου- ήταν, κατα την άποψή-μου, η πλήρης ελευθερία που επήλθε στον πνευματικο κόσμο της Ελλάδας αμέσως μετα την κατάρρευση της στρατιωτικης χούντας των Αθηνων που καταδυνάστευε, ψυχικα και σωματικα, για επτα ολόκληρα χρόνια, τον ελληνικο λαο. Ας μην ξεχνάμε πως τα πέτρινα εκείνα χρόνια όλοι, ή σχεδον όλοι, οι Έλληνες συγγραφεις ανέστειλαν την εκδοτικη δραστηριότητά-τους. Δηλαδη, απο αντίθεση προς το δικτατορικο καθεστως των Συνταγματαρχων και ειδικα απο αντίδραση στην προληπτικη λογοκρισία που εφάρμοσαν οι Στρατοκράτορες απο τον Απρίλιο του 1967 μέχρι το Νοέμβριο του 1969, οι Έλληνες συγγραφεις δεν προωθούσαν πνευματικη δουλεια-τους στα τυπογραφεία για να εκδοθει σε βιβλία. Μη μπορώντας να μετατρέψουν την πένα-τους σε ξιφολόγχη, όπως θα το ήθελε και θα τους προέτρεπε ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκυ, υιοθέτησαν την «ηχηρα» σιωπη σαν μέσο παθητικης αντίστασης.

Διαβάστε περισσότερα