Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης «Ποιείν»

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης «Ποιείν»

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μενέλαος Λουντέμης (1912-1977), Ποιήματα (ανθολόγηση-επίμετρο: Άρης Φίλιππας) -Β΄Μέρος-


`
Το Α\' Μερος και το Επίμετρο ΕΔΩ


ΕΑΡΙΝΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ
Μπορείς εσύ – εσένα λέω!
Εσένα, εσένα
που καθαρίζεις τα δόντια σου
με το στιλέτο. Εσένα
που σκουπίζεις τα πόδια σου
με το κρέπι που ‘σκισες
απ’ τα φέρετρα των νεκρών μας!

Εσένα λέω με τους χαυλιόδοντες
που ρουφάς γι’ «απεριτίφ» τον ύπνο των αθώων
και καταβροχθίζεις για καρύκευμα
τα όνειρά μας.

Εσένα! Νεκρέμπορε! Νεκροληστή!
που παίρνεις το ουίσκι σου
απ’ τις φλέβες των νηστικών. Εσένα
που σου ‘γινε η γαλήνη μας μαρτύριο
κι η ευτυχία μας Εφιάλτης.

Εσένα!
Που ξυπνάς κάθε πρωί
απ’ τον ύπνο του δικαίου
έτοιμος για τη γιορτινή σου παρέλαση,
μη βιάζεσαι να χαρείς
δεν παρελαύνει το πτώμα της Άνοιξης
ούτε η Ειρήνη στο φέρετρό της.
Παρελαύνει
ο πιο θανάσιμος εχθρός σου –
ο υπ’ αριθμόν 1
ο Έρωτας.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μενέλαος Λουντέμης (1912-1977), Ποιήματα (ανθολόγηση-επίμετρο: Άρης Φίλιππας) -Α΄Μέρος-

`

ΒΙΓΛΑΤΟΡΑΣ
Βαρέθηκα να γιεύομαι του λιοπυριού τα πάθια,
τις λαύρες του χινόπωρου, του χειμωνιού τ’ αγιάζι.
Γιόμισ’ αρμύρα ο κόρφος μου και κουρνιαχτό η θωριά μου.
Βάρυν’ η κάπα μ’ απλυσά και τα σκουτιά μου λάσπη.
Θέλω κλινάρι σπιτικό, μιντέρι πουπουλένιο.
Θέλω ψωμί απ’ τη μάνα μου, νερό απ’ την αδερφή μου,
καμώματα απ’ τις λυγερές κι ορμήνια απ’ τους γερόντους.
Θέλω να φάω σε σοφρά, να κάτσω σε κατώφλι,
να πιω ρακί στον καφενέ, να βγω στ’ αλώνι τσάρκα.
Να πάρω τους παλιόφιλους να πάω κατά τη «δέση»,
κατά τη νεροσύναξη που βράζει το φουστάνι.
Να πω κουβέντα δίγνωμη, πειραχτικό στιχάρι.
Να μπει η γριά μου σε μπελά κι ο κύρης μου στα λόγια.
Σε φούρια οι φαρμακόγλωσσες κι οι προξενήτρες σε άψη.
Να μπει ο παπάς στο Ιερό κι ο Διάκος στ’ άγιο βήμα,
να μπει κι η κληματόβεργα να δέσει δυο κορμάκια.
Αχ! Χίλια «θέλω» θέλω εγώ, κι ένα «μπορώ» δεν έχω.
Τι έχω δουλειά στα διάσελα, δουλειά στ’ απανωκόρφια.
Φυλάω τ’ απάτητα βουνά μη μας τα διαγουμίσουν.
Φυλάω τα καραούλια μας απ’ του κιοτή το μάτι
και την ανάβρα του νερού, μην τη μολέψει ο σκύλος.
Τηράω ζερβά, τηράω δεξά, τηράω τα μπρος – τα πίσω
μην κάνουν τον ανήφορο του κάμπου οι πουλημένοι.
Έχω δουλειά, κάμπε μ’ πικρέ, έχω χουσμέτι ακόμη.
Θερίζω και βολοκοπώ την ξενική τη φύτρα
και βοτανάω τον τόπο μου απ’ τα πικρά τα αγκάθια.
Πρέπει να μάσω φρύγανα να κάψω την πανούκλα,
ν’ ανοίξω στράτα γιορτινή να ροβολήσει ο αντάρτης,
να στρώσω και χρυσό θρονί να κάτσει η Λευτεριά μας!

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Άντεια Φραντζή, Ανθολόγιο Ποιημάτων

«Άμε χάσου ξερή φιλολογία»
Λ. Μαβίλης

Ξέμαθα να γράφω στίχους
Μόνο μηνύματα στους τοίχους
Κι αυτά χλευάζουν τον καιρό
Ρίχνω λοιπόν τους νέους ήχους
Μες στο παμπάλαιο νερό.

Τελετή στο κύμα, Αθήνα, Νεφέλη, 2002, σ.14.
*
Η ΜΙΚΡΗ ΑΡΑΧΝΗ

Τώρα μπορώ να κόψω τη λέξη
Νʼ αρθρώσω το νερό νεράκι
Νʼ αφεθώ στο ξύπνημα
Απʼ το θόρυβο της μικρής αράχνης.

Τώρα μπορώ να κόψω το νερό
Νʼ αρθρώσω το θόρυβο
Νʼ αφεθώ μικρή αράχνη
Μέσα στο ξύπνημα της λέξης.

Νʼ αρθρώσω το θόρυβο
Να κόψω τη λέξη:
Μικρή αράχνη νεράκι.

Νʼ αφεθώ στο ξύπνημα·
Λέξη από το θόρυβο
Νερό απʼ το νεράκι.

(Ωστόσο οι μέρες φεύγουν
Τα δάκρυα τρέχουν
Και το νερό νεράκι.)

Τελετή στο κύμα, Αθήνα, Νεφέλη, 2002, σ.32.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Γιώργος Κασαπίδης, Μικρό Ανθολόγιο

`

ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ ΦΥΣΗΤΟ ΓΥΑΛΙ

Μικρά κι αέρινα πετούμενα
πάνω απʼ το φόβο των ψυχών
σαν άγγελοι της αναγέννησης κι ωσάν
τοπία φανταστικών ερωτικών σκηνών
με διπλοσέντονα λευκά και δαντελένια
προσκέφαλα ως τους ώμους κι ως τον αιώνιο
ποθητό μανδύα ʽʽορατών τε και αοράτων ʼʼ
– εύθραυστο φυσητό γυαλί, ευγενικό στολίδι
στους κλάδους αιωρούμενο του δέντρου
της μηλιάς, της γνώσης, των μεγάλων κοπετών
των δώδεκα δακρύων, όταν σφαλίζουν νοερά
οι πύλες της μοιραίας πρωτευούσης
κι αρχινούν οι κρότοι της αντίστασης
κάτω από επίπεδες στέγες πλήρεις κεραιών,
όταν ο δήμιος των ποιητών, δεν είναι
πρόσωπο υπαρκτό με θηλιά ή λαιμητόμο
αλλά μια τρύπα χάσκουσα στο κέντρο της ζωής
κοντά μας, δίπλα μας, απέναντι
στα θεωρεία της θλίψης, σε κάθε τζαμωτό
θηριο-οικοδόμημα, μʼ επιταγμένους αριθμούς
γραφείων ή σε φαρέτρες-φέρετρα της γλώσσας
δίχως βέλη, με μόνη άρχουσα δυσοίωνη αιχμή
το αρχαίον «ουδέν» ή «το μη χείρον
βέλτιστον» ανούσιων μονολόγων.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Δημήτρης Ι. Μπρούχος, Ανθολογία ποιημάτων

`

Από τη συλλογή «ΩΔΙΝΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ», εκδ. «τα τραμάκια», 1993

`

ΤΑ ΣΚΥΒΑΛΑ

Όλοι εσείς, ευυπόληπτοι και νομοταγείς
με την αξιοπρέπεια στο κούτελο,
που αφήνετε το σπέρμα σας στα πεζοδρόμια
και κουμπώνετε το παντελόνι σας επιδεικτικά
(σαν πράξη καλωσύνης)
στα όρια ενός καθωσπρεπισμού φαύλου σε βαθμό
κακουργήματος και μιας ξύλινης αδιαντροπίας,

ΣΥΝΤΗΡΕΊΤΕ την αλλοτρίωση
κι ούτε ένα τριφύλλι αίμα
για τις παιδικές σας φωτογραφίες που σας φτύνουν
μήτε μια ακίδα μνήμης στους βολεμένους πισινούς σας
απʼ τη σκαλωμαρία των λογισμών σας, κάποτε
ή έστω ένα τρύπιο βλέμμα
στα χρόνια του «Μεγάλου Ξεσηκωμού».

Ας είναι…
Βλέπετε,
«πρέπει να πληρωθώσι πάντα τα γεγραμμένα»

για τα σκύβαλα…

Διαβάστε περισσότερα